Τετάρτη 3 Ιουνίου 2015

Χουάν Χοσέ Μιγιάς: Τυποποιημένα προϊόντα




commons.wikimedia.org
Η μάνα μου δεν ήταν σε θέση να επιλύσει το παραμικρό, αν δεν το μετέτρεπε προηγουμένως σε σίριαλ. Όπως ο μαθηματικός που δεν μπορεί να χωνέψει την πραγματικότητα αν δεν την παγιδεύσει σε μια εξίσωση, έτσι κι εκείνη δεν μπορούσε να χωνέψει την οποιαδήποτε δυσκολία  οικιακής φύσης, αν δεν την έκανε να μοιάζει με καταστροφή. Τόσο περίεργοι είμαστε εμείς οι άνθρωποι. Έχουμε την ανάγκη να επεξεργασθούμε τις πρώτες ύλες –είτε αυτές είναι πατάτες είτε υδράργυρος- για να καταλάβουμε το τι τελικά μπορούν να κάνουν. Δεν έχουμε ιδέα από  χρυσό, για παράδειγμα, έως ότου τον μετατρέψουμε σε κολιέ. Θα μπορούσαμε και να τον απολαμβάνουμε έτσι όπως είναι στη φύση, αλλά μπα. Πρέπει να τον εξορύξουμε από τα έγκατα της γης, να τον λιώσουμε, να τον βάλουμε στο καλούπι και μετά στη βιτρίνα. Τότε μόνο είναι που θα πούμε: «Υπέροχο. Ωραίο πράμα ο χρυσός!»

Το ότι παίρνουμε σαρδέλες και τις μετατρέπουμε σε κονσέρβα  είναι η θετική πλευρά αυτής μας της τάσης. Η μάνα μου στα δικά της σίριαλ χρησιμοποιούσε ως πρώτη ύλη  τις μικρές καθημερινές οικιακές αναποδιές. Ας πούμε ότι μια Δευτέρα μας είχε τελειώσει η φιάλη υγραερίου και ότι ο διανομέας θα ξαναπερνούσε  την Τρίτη. Φυσικά και δεν ήταν και καμιά τραγωδία, αφού εμείς τα παιδιά τρελαινόμασταν για σάντουιτς.  Άσε που θα 'σπαγε και η μονοτονία. Αλλά εκείνη, τι να τραβάει τα μαλλιά της, τι να τρέχει από δω κι από κει, βγάζοντας κάτι ουρλιαχτά να σου σηκώνεται η τρίχα. Τι κι αν ο πατέρας μου προσπαθούσε να την συνεφέρει, εκείνη τον απόπαιρνε  πως αυτός  να μην ασχολείται με αυτά, σίγουρη πια πως έχει γίνει η υπηρέτρια όλων αυτών που την κοιτούσαν αποσβολωμένοι. 

Στη μισή ώρα χωρίς υγραέριο, ο πατέρας μου απελπισμένος από τις κατσάδες και τις φωνές της, άρχιζε να κοπανάει τις πόρτες και να απειλεί ότι θα πηδήξει από το μπαλκόνι. Με τη μικρή μου αδελφή, τρομοκρατημένη από το θέαμα, να έχει βάλει τα κλάματα και τους γείτονες να απειλούν πως θα φωνάξουν την αστυνομία, αν δεν σταματούσε το πανηγύρι. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, τη στιγμή δηλαδή που το σύμπαν ήταν έτοιμο να ανατιναχθεί, μαζί μ’ εμάς φυσικά, η μανά μου διέσχιζε τον δρόμο κι επέστρεφε στο λεπτό μ’ ένα θριαμβευτικό χαμόγελο και με τη φιάλη που της είχε δανείσει η αδελφή της που έμενε απέναντι. Το ότι έπιανε και κατηγορούσε τον πάτερα μου που είχε σκεφτεί να αυτοκτονήσει για μια τέτοια χαζομάρα δεν παραξένευε κανέναν. «Δεν θα 'σαι με τα καλά σου», του έλεγε, την ώρα που έπαιρνε αγκαλιά την αδελφή μου για να σταματήσει το κλάμα. Εγώ κατέβαινα στον δρόμο σκυφτός, προσπαθώντας να μετατρέψω το συμβάν σε κάποιο τυποποιημένο προϊόν, μήπως και καταφέρω να το καταλάβω. Όμως ακόμη δεν το 'χω καταλάβει, και με το να γράφω τώρα εδώ δεν κάνω τίποτα περισσότερο από το να παίρνω την πρώτη ύλη της πραγματικότητας και να την μετατρέπω σε λογοτεχνία, μήπως  κι εγώ την χωνέψω.  

Χουάν Χοσέ Μιγιάς
Τα αντικείμενα μας φωνάζουν

Απόδοση στα ελληνικά: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου
Επιμέλεια/διόρθωση: Ειρήνη Χατζηκουμή



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου