Σάββατο 12 Ιουλίου 2014

O Νατουραλισμός sui generis της Regenta



Το λογοτεχνικό είδος ,ως έκφραση τέχνης, δεν μπορεί να είναι αποκομμένο από την πραγματικότητα μέσα στην οποία εξελίσσεται. Αντιθέτως, ως κομμάτι και παράγωγο αυτής της πραγματικότητας, έρχεται να επικοινωνήσει, απαντήσει και αξιολογήσει τα ζητήματα της σε επίπεδο κοινωνικό και ιδεολογικό. Η περίπτωση του Νατουραλισμού που εμφανίζεται στην Γαλλία του 1870 δεν είναι διαφορετική. Όπως και ο Ρεαλισμός, του οποίου αποτελεί συνέχεια, προκύπτει από την εδραίωση της αστικής τάξης, σε κοινωνικό επίπεδο, κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα στην Ευρώπη. Ωστόσο, η διαφορά του σε σχέση με τον Ρεαλισμό απορρέει από την επικράτηση των αρχών του Θετικισμού του Αυγούστου Κομτ, σε ιδεολογικό επίπεδο. Έτσι, ο πρωτοπόρος του Νατουραλισμού, ο γάλλος Εμίλ Ζoλά, αντιλαμβάνεται την ανάγκη δημιουργίας ενός νέου λογοτεχνικού ρεύματος το οποίο θα αναλύει την ανθρώπινη ύπαρξη (διαχρονικό διακύβευμα της Λογοτεχνίας) μέσω απολύτως μετρήσιμων –επιστημονικώς- παραμέτρων: την κληρονομικότητα και το (κοινωνικό) περιβάλλον. Ο γάλλος συγγραφέας στα βιβλία του επέλεξε να προβάλλει προσωπικότητες περιθωριακές ή περιθωριοποιημένες –αλκοολικούς, τρελούς, άρρωστους- που βρίσκονται σε πλήρη αντιστοιχία με το περιβάλλον παρακμής και μιζέριας, στο οποίο κινούνται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το μυθιστόρημα του Νάνα (1880) στο οποίο η πρωταγωνίστρια Αν Κοπώ, νόθη κόρη της οικογένειας Μακάρ, αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα κοινωνικού ντετερμινισμού.

Σύμφωνα με τον ιστορικό λογοτεχνίας Γκαρθία Λόπεθ, στην Ισπανία του ύστερου
Το γλυπτό της Άνα Οθόρες στο Οβιέδο
19ου αιώνα « δεν αφομοιώθηκε με τρόπο κατηγορηματικό ο υλιστικός ντετερμινισμός ούτε αναζητήθηκε συστηματικά μια διέξοδος επιστημονική ή κοινωνική» ως προς την λογοτεχνική έκφραση. Αυτό οφείλεται κυρίως σε δύο παράγοντες: στην περιορισμένη αστική τάξη της ιβηρικής χώρας και στις βαθιές ρίζες του καθολικισμού στη συλλογική συνείδηση, με το τελευταίο να θέτει φραγμούς στην υιοθέτηση απόψεων πλήρως επιστημονικών και υλιστικών. Έτσι, στην
Regenta* (1884) του Λεοπόλδο Άλας «Κλαρίν», το κεντρικό επεισόδιο του μυθιστορήματος είναι η μοιχεία της Άνα Οθόρες, μιας ανικανοποίητης ερωτικά συζύγου και κόρη ιταλίδας χορεύτριας, με τον Άλβαρο Μεσία, έναν ξιπασμένο δον Ζουάν της περιοχής, υπό τα -γεμάτα ζήλια- βλέμματα του Αρχιεπισκόπου Φερμίν ντε Πας, ο οποίος επίσης την διεκδικεί. Όλα αυτά διαδραματίζονται σε μια φανταστική επαρχιακή πόλη, την Βετούστα**, που αποτελεί έναν ξεχωριστό πρωταγωνιστή με αρνητική επίδραση στην ψυχοσύνθεση των υπολοίπων, μιας και στην «Βετούστα κανείς δεν σκεφτόταν». 

Ο Κλαρίν χρησιμοποιεί το θέμα της μοιχείας, πολύ της μόδας στην εποχή του, ως δόλωμα προκειμένου να σκιαγραφήσει το κοινωνικό πλαίσιο της εποχής και να κριτικάρει τα κακώς κείμενα του. Στο κείμενο του είναι έκδηλη η απογοήτευση του για την διάλυση της Φιλελεύθερης Επανάστασης***, για την συμμαχία της αστικής τάξης με την αριστοκρατία, για την διαφθορά στο πολιτικό σύστημα και στους κόλπους της Εκκλησίας. Ως προς το τελευταίο, η Regenta είναι ένα μυθιστόρημα σαφώς αντικληρικό αλλά ουδόλως αντιθρησκευτικό καθώς όπως υπογραμμίζει ο Χουάν Ολέθα στην εισαγωγή της έκδοσης «η θρησκεία είναι [για τον Κλαρίν] η μητέρα μπρος στην κοσμική απόγνωση». Έτσι, είναι συχνές οι σκηνές που διαδραματίζονται σε μια ατμόσφαιρα βαθιάς κατάνυξης, «οι καμπάνες άρχισαν να ηχούν με την τρομακτική υπόσχεση του να μην σταματήσουν ούτε όλο το βράδυ, ούτεόλη τη νύχτα […] δεν μιλούσαν για τους νεκρούς, αλλά για την θλίψη των ζωντανών». Το πρωτοποριακό στην θρησκευτικότητα του Κλαρίν είναι ότι σε κάποιες σκηνές προσπαθεί να την συνδυάσει με ένα πνεύμα ακραίου αισθησιασμού, π.χ. μέσα στον Καθεδρικό «ένα κορίτσι δεκαπέντε χρονών […] απήγγειλε με στόμφο έναν φιλιππικό […] εναντίον των σύγχρονων υλιστών […] έμοιαζε με μεγαλοπρεπές άγαλμα της μισαλλοδοξίας: ένα άγαλμα υπέροχο […] μια λαίμαργη αμαζόνα του καθολικισμού […] το γκρι φόρεμα της που δεν κάλυπτε τα μακριά κομψά της πόδια, άφηνε να φανούν δυο δάχτυλα από  πόδι γυναίκας με χάρη […] το κοινό την θαύμαζε ενώ η Εκκλησία θα την κρατούσε για τον εαυτό της».

Δεν χωρά αμφιβολία ότι ο Κλαρίν είναι μυθιστοριογράφος με περίσσειες αρετές. Για να επιτύχει την μέγιστη δυνατή αντικειμενικότητα (επίσης πρωταρχικό
ζητούμενο στη ρεαλιστική και νατουραλιστική γραφή) δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει ρηξικέλευθες, για την εποχή του, μεθόδους όπως: πολλαπλά σημεία αφήγησης (περιστατικά δοσμένα από διαφορετικές όψεις),  αναδρομές στον χρόνο του δράματος, εσωτερικούς μονολόγους προκειμένου να εμβαθύνει στην ψυχοσύνθεση των πρωταγωνιστών. Από την άλλη, σχετικά με τον νατουραλιστικό χαρακτήρα του μυθιστορήματος υπάρχουν αρκετές ενστάσεις καθώς ναι μεν η πρωταγωνίστρια, ως «κόρη μπαλαρίνας» (κληρονομικότητα), ολισθαίνει στο «αμάρτημα» της μοιχείας (ντετερμινισμός) και η πόλη της Βετούστα (περιβάλλον) παίζει σημαντικό ρόλο στην ψυχοσύνθεση των κατοίκων της, παρόλα αυτά το αριστοκρατικό σκηνικό στο οποίο διαδραματίζεται το μυθιστόρημα απέχει παρασάγγας από τα περιθωριακά και παρακμιακά του Ζολά. Γι αυτό και για λόγους που έχουν ήδη αναφερθεί παραπάνω, δεν είναι λίγοι οι μελετητές που για την περίπτωση της Ισπανίας, μιλούν για έναν νατουραλισμό sui generis.   

Τώρα, γιατί να διαβάσει κάποιος σήμερα, το 2014, ένα μυθιστόρημα του 19ου αιώνα; Ή ακόμη σαφέστερα: γιατί κάποιος που έχει I Pod, επικοινωνεί μέσω Facebook και ακούει hipster να διαβάσει ένα πολυσέλιδο (και σε κάποια σημεία βαρετό) βιβλίο**** που μιλάει για τις ζωές ανθρώπων που επικοινωνούσαν με ραβασάκια και διασκέδαζαν σε μεγάλα φαγοπότια ή πηγαίνοντας για κυνήγι; Η απάντηση είναι ότι, κατά πρώτον, η απόσταση δεν είναι τόσο χαώδης όσο εκ πρώτης όψεως, γιατί τα πάθη, συναισθήματα και φόβοι του ανθρώπου παραμένουν –κατά βάση- αναλλοίωτα σε αυτόν τον ενάμιση αιώνα που μας χωρίζει από το έργο. Και το χάρισμα του Κλαρίν σε αυτό το κομμάτι, της ψυχολογικής εμβάθυνσης, είναι σε θέση να το αποδείξει, έστω και άθελά του. Για τους πιο φανατικούς της ανάγνωσης, αυτούς για τους οποίους δεν έχει τόσο σημασία ο προορισμός όσο το ίδιο το ταξίδι, η Regenta θα τους βοηθήσει να ερμηνεύσουν τον τρόπο γραφής του 20ου αιώνα, καθώς οι περισσότερες τεχνικές που εφαρμόζονται, ακόμη και σήμερα, βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στην συγκεκριμένη περίοδο.  

Βιβλιογραφία:

Barroso, A. et al. (2001)  Introducción a la Literatura Española a través de los textos- I: De los orígenes al siglo XVII. Madrid: Istmo.


Clarín Alas, L. (2008) La Regenta I. Edición de Juan Oleza. Madrid: Cátedra.

Clarín Alas, L. (2009) La Regenta II. Edición de Juan Oleza. Madrid: Cátedra. 
 
García López, J. (2009) Historia de la Literatura Española. Barcelona: Vicens Vives.
 




* Κυκλοφορεί στα ελληνικά ως Ρεχέντα: η γυναίκα του δικαστή, από τις εκδόσεις Αίολος.
** Πιθανολογείται ότι πρόκειται για την γενέτειρα του Κλαρίν, το Οβιέδο, εξού και το γλυπτό της Άνα Οθόρες στην πόλη (φώτο).
*** Γνωστή ως La Gloriosa, επαναστατικό κίνημα του 1868 που εκθρόνισε την Ισαβέλλα Β’ και είχε ως αποτέλεσμα την εγκαθίδρυση της Α’ Ισπανικής Δημοκρατίας (1873-74). Καταλύθηκε με την παλινόρθωση της Μοναρχίας των Βουρβόνων το 1875.  
**** Κατά τον 19ο αιώνα η αμοιβή του συγγραφέα ήταν «με την λέξη», όσο περισσότερες τόσο μεγαλύτερη και η αμοιβή. Εξού και τα πολυσέλιδα μυθιστορήματα της εποχής στα οποία συναντά κανείς εκφράσεις όπως: «Ο Τάδε σηκώθηκε από την καρέκλα στην οποία καθόταν», λες και ήταν δυνατό να σηκωθεί από την καρέκλα που καθόταν ο διπλανός του…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου