Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νατουραλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νατουραλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Ιουλίου 2014

Η ισπανική πεζογραφία από το 1939 ως τη δεκαετία του 1980: το δύσκολο βήμα προς μια «χρυσή» εποχή




Ο στρατηγός Φράνκο
Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος (1936-1939) και η εγκαθίδρυση, μετά το τέλος του, του φασιστικού καθεστώτος του Φράνκο, σημάδεψαν τρομερά την ιστορία της χώρας κατά την διάρκεια του μεγαλύτερου τμήματος του δευτέρου μισού του 20ου αιώνα. Πιο σωστά, οι δυστυχείς συνέπειες του είχαν αρνητικό αντίκτυπο σε κάθε τομέα της ζωής της χώρας: πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, ιδεολογικό, πολιτισμικό. Σε λογοτεχνικό επίπεδο, διακόπηκε η άνθιση των γραμμάτων της προηγούμενης περιόδου*, μιας και πολλοί λόγιοι, πρωτεργάτες της προηγούμενης άνθισης, έπρεπε να εξοριστούν ή αυτό-εξοριστούν για ιδεολογικούς λόγους και τη λογοκρισία της Γενικής Διεύθυνσης Τύπου και Προπαγάνδας. Δεδομένου του πλούτου της ποιητικής παραγωγής της Γενιάς του ‘272, η οποία λειτούργησε ως παρακαταθήκη για τους μεταγενέστερους ποιητές, η ποίηση ήταν το είδος που επηρεάστηκε λιγότερο στην μετεμφυλιακή Ισπανία. Αντιθέτως, η πεζογραφία υπέφερε τα τραύματα της απώλειας λογοτεχνικού κεφαλαίου που αναφέρθηκε παραπάνω, με αποτέλεσμα το μετεμφυλιακό μυθιστόρημα να χαρακτηρίζεται, σε γενικές γραμμές, από την μετριότητα. Η διάσπαση αποτελεί ένα άλλο χαρακτηριστικό της ισπανικής πεζογραφίας, με αφετηρία την δεκαετία του 1940, αφού μπορεί να χωριστεί σε εσωτερική, των συγγραφέων που παρέμειναν στην Ισπανία μετά το τέλος του πολέμου, σε σιωπηλή, αυτών (Azorín, Baroja) που παρέμειναν στην χώρα «προτιμώντας» να μην εκφραστούν και σε εξωτερική ή εξόριστη, συγγραφέων όπως οι Sender, Max Aub, Ayala και Barea.

Καθ’ όλη την διάρκεια του δευτέρου μισού του 20ου αιώνα, τόσο η εθνική συγκυρία, όσο και η διεθνής μεταβάλλονται κι έτσι το μυθιστόρημα της περιόδου καταβάλει προσπάθεια να προσαρμοστεί στις κοινωνικές απαιτήσεις που δεν σταματούν να αλλάζουν. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή ακριβώς η ικανότητα κοινωνικής προσαρμογής του μυθιστορηματικού είδους είναι που του απέδωσε την αποδοχή και φήμη που λαμβάνει κατά την εν λόγω περίοδο, σε παγκόσμιο επίπεδο. Όσον αφορά την Ισπανία, η λογοτεχνική ιστοριογραφία προσπάθησε να εφαρμόσει την γενεαλογική φόρμουλα στην κατηγοριοποίηση των μυθιστοριογράφων της εποχής, αλλά αυτή η μέθοδος, βασιζόμενη κυρίως στην χρονολογία γέννησης των δημιουργών, φαντάζει (για άλλη μια φορά) αυθαίρετη και ανακριβής. Γι αυτό το λόγο, σχετικά με την μυθιστορηματική ανάλυση του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα είναι προτιμότερο να ακολουθήσουμε την γραμμή του Barroso ο οποίος επιλέγει να μιλήσει για μυθιστορήματα παρά για μυθιστοριογράφους, λόγω του ότι οι τελευταίοι εξέλιξαν αρκετά τον τρόπο έκφρασής τους κατά την διάρκεια της πορείας τους και γι αυτό μια χρονολογική ή γενεαλογική κατηγοριοποίηση τους μοιάζει αναποτελεσματική.

Η Ισπανία των '50 (rafaelcastillejo.com)
Ο ρεαλισμός και ο νατουραλισμός είναι οι δυο κυρίαρχες τάσεις της ισπανικής μυθιστοριογραφίας των δεκαετιών του ’40 και του ’50, γεγονός που την φέρει άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτήν του 19ου αιώνα των Galdós, Clarín και Baroja. Εκ του αποτελέσματος, οι αξιόλογοι μυθιστοριογράφοι αυτών των δεκαετιών περιορίζονται να αποτυπώνουν την σκληρή κοινωνική πραγματικότητα της χώρας, η οποία σημαδεύεται από μιζέρια, οπισθοδρόμηση, πόλεμο και απαισιοδοξία. Αυτή η ρεαλιστική –ή καλύτερα- νατουραλιστική τάση λειτούργησε ως αντίβαρο στο επίσημο θριαμβολογικό (triunfalista) μυθιστόρημα, γεμάτο κορώνες πατριωτισμού, που το φρανκικό καθεστώς προωθούσε. Το μακρύ και βαρύ χέρι αυτού του καθεστώτος την δεκαετία του ’40 εμπόδισε οποιαδήποτε προσπάθεια κριτικής και ταυτόχρονα περιόρισε τις επαφές με το πλούσιο διεθνές περιβάλλον κι έτσι το ισπανικό μυθιστόρημα παρέμεινε –επί της ουσίας- απομονωμένο για περισσότερο από δέκα χρόνια. Σε αυτή τη νατουραλιστική παραγωγή των δυο δεκαετιών η λογοτεχνική κριτική απέδωσε διάφορες ονομασίες: μυθιστόρημα tremendista (σοκαριστικό, ωμό), υπαρξιακό και κοινωνικού ρεαλισμού κατά την διάρκεια του ’50. Ωστόσο, τα βασικά χαρακτηριστικά του, παραδοσιακή δομή ως προς την φόρμα κι επιδίωξη να αποτυπωθεί η πραγματικότητα ως προς το περιεχόμενο, ακολουθήθηκαν χωρίς σημαντικές διαφοροποιήσεις καθ’ όλη την περίοδο. Έχοντας αυτό στο νου, οι διαφορετικοί χρωματισμοί και η υφολογική –βασικά- εξέλιξη του μυθιστορήματος των δεκαετιών του ’40 και του ’50 οφείλονται περισσότερο στις προσωπικές αρετές και ανησυχίες των ίδιων των δημιουργών, όπως και στην μεταμόρφωση του οικονομικό-κοινωνικού τοπίου αντίστοιχα, παρά σε μια γενικευμένη επιδίωξη ανανέωσης ή αισθητικής αποστασιοποίησης.

Επί του παρόντος, η λογοτεχνική κριτική συμφωνεί ότι τα μυθιστορήματα La familia de Pascual Duarte3 (1942) και La colmena4 (1951) του νομπελίστα λογοτεχνίας (1989) Camilo José Cela (1916-2002), το Nada5 (1945) της Carmen Laforet (1921-2004) και το Jarama (1956) του Sánchez Ferlosio (1927) είναι ικανά να σκιαγραφήσουν αποτελεσματικά το πεζογραφικό τοπίο των δυο δεκαετιών. Πιο συγκεκριμένα, το La familia de Pascual Duarte θεωρείται παράδειγμα του μυθιστορήματος tremendista, το Nada του υπαρξιακού, το La colmena του κοινωνικού ρεαλισμού και το Jarama αυτό του μπιχεβιορισμού. Το περιβάλλον αυτών των έργων, είτε πρόκειται για την εξοχή είτε για την πόλη, είναι γεμάτο από πρόσωπα που βρίσκονται σε αδιέξοδο, λόγω του μίζερου και αναχρονιστικού περιβάλλοντος, ενώ είναι προφανής η γραμμική αφήγηση όσον αφορά την φόρμα. Ομοίως, ο χρόνος της δράσης τους είναι σύγχρονος -όλα αναφέρονται στην μετεμφυλιακή Ισπανία- και είναι φανερή η επιδίωξη του συγγραφέα να αποστασιοποιηθεί από τα γεγονότα για να προσθέσει αληθοφάνεια και αντικειμενικότητα στο κείμενο. Οι υφολογικές καινοτομίες των δυο μυθιστορημάτων των ’50, καινοτομίες που αποτελούνται κυρίως από την έλλειψη υπόθεσης, το καταγγελτικό πνεύμα προς τις αξίες της αστικής τάξης και ο συλλογικός πρωταγωνιστής, οφείλονται στην βελτίωση της χώρας σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, γεγονός που διευκολύνει τις επαφές με το διεθνές λογοτεχνικό γίγνεσθαι. Αναμφίβολα, σε αυτό το ρεαλιστικό ή νατουραλιστικό πλαίσιο πρέπει να εγγραφούν συγγραφείς όπως οι Ignacio Aldecoa (1925-1969), Miguel Delibes  (1920-2010), J. Fernández Santos (1926-1988), το μυθιστόρημα του οποίου Los bravos απέλαβε μεγάλης επιτυχίας και ο Gonzalo Torrente Ballester (1910-1999), αν και τα καλύτερα του τελευταίου θα εμφανίζονταν την επόμενη δεκαετία.

Στην δεκαετία των ’60 εκδηλώνεται μια σαφής αλλαγή κατεύθυνσης, όσον αφορά την πορεία της ισπανικής πεζογραφίας, που οφείλεται τόσο στην χαλάρωση των πρακτικών του αυταρχικού καθεστώτος, μια διαδικασία που θα κορυφωθεί το 1966 όταν τίθεται σε ισχύ ο Νόμος περί Τύπου κι Εκδόσεων που περιορίζει –σχετικά- την λογοκρισία, όσο και στο διεθνές λογοτεχνικό περιβάλλον. Είμαστε στην εποχή του παγκόσμιου ξεσπάσματος (boom) της νέας λατινοαμερικάνικης πεζογραφίας της οποίας οι υφολογικές καινοτομίες διαδίδονται ευκολότερα. Έτσι, στην Ισπανία, με αφετηρία το Tiempo de silencio6 (1962) του Luis Martin Santos (1924-1964) και σύμφωνα με τον κριτικό García López «ξεκινά να αμφισβητείται ο κοινωνικός ρεαλισμός και οι θεματικοί και υφολογικοί περιορισμοί του και να απαιτείται μια μεγαλύτερη προσοχή στα φαντασιακά στοιχεία, στον κόσμο του υποκειμενικού και μη λογικού». Αυτή η ζέση για πειραματισμό θα αποτυπωθεί χαρακτηριστικά στο μυθιστόρημα Volverás a la Región (1967) του Juan Benet (1927-1993), όπου είναι ολοφάνερη η εγκατάλειψη του προγενέστερου γραμμικού μοντέλου χρόνου και χώρου, οι οπτικές πλευρές της αφήγησης πολλαπλασιάζονται κι αντιπαραβάλλονται μεταξύ τους και οι εσωτερικοί μονόλογοι αντικαθιστούν τους διαλόγους του πρότερου ρεαλισμού. Ωστόσο, είναι ο Juan Goytisolo (1931), συγγραφέας που χρονολογικά θα έπρεπε να εγγράφεται στη προηγούμενη γενιά των μέσων του αιώνα, αυτός που θα σημάνει την κορύφωση του λεγόμενου πειραματικού μυθιστορήματος, ή στρουκτουραλιστικού7 σύμφωνα με τον κριτικό Gonzalo Sobejano, του οποίου το Reivindicación del Conde Don Julián (1970) αποτελεί σύμφωνα με τον Barroso «το πιο σημαντικό έκθεμα της προσπάθειας να καταστραφεί η προηγούμενη γλώσσα».

Γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’70 εκδηλώνονται συμπτώματα κορεσμού ως προς αυτό το πειραματικό μυθιστόρημα, λόγω του ελιτίστικου κι εξεζητημένου χαρακτήρα του. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για λογοτεχνικά κείμενα δυσνόητα που απευθύνονταν σε μια καλλιεργημένη μειοψηφία. Εν τω μεταξύ, το 1975 ο θάνατος του Φράνκο δεν σημαίνει μόνο την σταδιακή πτώση του αυταρχικού καθεστώτος, αλλά επιπλέον αποκαλύπτει την ανυπαρξία των αριστουργημάτων που –υποτίθεται- ότι κρατούσαν οι λογοτέχνες στα σεντούκια τους υπό τον φόβο της λογοκρισίας. Ευτυχώς, την ίδια αυτή χρονιά εμφανίζεται το La verdad sobre el caso Savolta8 του Eduardo Mendoza (1943), αστυνομικό μυθιστόρημα που εκδηλώνει την επιστροφή της υπόθεσης και των χαρακτήρων με σαφή ψυχολογικό κόσμο, κι έτσι ανακτάται η πρωταρχική επιδίωξη της πεζογραφίας, δηλαδή η ευχαρίστηση του αναγνώστη μέσα από μια ιστορία δοσμένη μέσα από το πρίσμα της φαντασίας.

Αυτή η –τόσο ευχάριστη- αλλαγή πορείας θα αποδώσει τους καλύτερους καρπούς της την επόμενη δεκαετία των ’80, όταν η καθιέρωση λογοτεχνικών βραβείων, όπως το Herralde, και η επιμονή των εκδοτικών οίκων για την ανακάλυψη νέων ταλέντων που θα εκτοξεύσουν τις πωλήσεις τους πολλαπλασιάζουν όχι μόνο τους τίτλους, αλλά και τα μυθιστορηματικά είδη. Αυτήν την περίοδο, στην οποία εμφανίζονται πένες όπως των Julio Llamazares, Javier Marías, Jesús Ferrero, Antonio Muñoz Molina, η κριτική χαρακτήρισε ως χρυσή, αλλά χρειάζεται χρόνος για να δικαιολογηθεί -ή όχι- αυτός ο χαρακτηρισμός. 
O Javier Marías στα βραβεία Προώθησης των Γραμμάτων το 2013

Βιβλιογραφία:


Barroso Gil, A. et al. (2008)  Introducción a la Literatura Española a través de los textos- IV: El siglo XX desde la Generación de 27 hasta nuestros días. Madrid: Istmo. 
  
García López, J. (2009) Historia de la Literatura Española. Barcelona: Vicens Vives.



* Γνωστή ως Αργυρή περίοδος (Edad de plata), αναφέρεται στο πρώτο τρίτο του 20ου αιώνα. Στις τάξεις της εγγράφονται οι λογοτεχνικές γενιές των 1898, 1914, 1927. Η ονομασία Αργυρή βρίσκεται σε διάλογο με την Χρυσή του 17ου αιώνα.
2. Generación del 27: ομάδα νεαρών ποιητών που ανανέωσε την ισπανική ποίηση. Ανάμεσά τους οι: Federico García Lorca, Dámaso Alonso, Vicente Aleixandre, Rafael Alberti. Θα αναφερθούμε πιο διεξοδικά σε άλλη ανάρτηση.
3. Κυκλοφορεί ως Η οικογένεια του Πασκουάλ Ντουάρτε από τις εκδόσεις Καστανιώτη (1989)
4. Κυκλοφορεί ως Η κυψέλη από τις εκδόσεις Ζαχαρόπουλος (1989)
5. Κυκλοφορεί ως Άβυσσος  από τις εκδόσεις Πατάκη (2007)
6. Κυκλοφορεί ως Η εποχή της σιωπής  από τις εκδόσεις Οδυσσέας (1980)

7. Novela estructural/experimental: μυθιστόρημα στο οποίο δεν έχει τόση σημασία το τι λέει, αλλά το πώς το λέει.
8. Η αλήθεια για την υπόθεση Σαβόλτα, εκδόσεις Ζαχαρόπουλος (1992)

Σάββατο 12 Ιουλίου 2014

O Νατουραλισμός sui generis της Regenta



Το λογοτεχνικό είδος ,ως έκφραση τέχνης, δεν μπορεί να είναι αποκομμένο από την πραγματικότητα μέσα στην οποία εξελίσσεται. Αντιθέτως, ως κομμάτι και παράγωγο αυτής της πραγματικότητας, έρχεται να επικοινωνήσει, απαντήσει και αξιολογήσει τα ζητήματα της σε επίπεδο κοινωνικό και ιδεολογικό. Η περίπτωση του Νατουραλισμού που εμφανίζεται στην Γαλλία του 1870 δεν είναι διαφορετική. Όπως και ο Ρεαλισμός, του οποίου αποτελεί συνέχεια, προκύπτει από την εδραίωση της αστικής τάξης, σε κοινωνικό επίπεδο, κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα στην Ευρώπη. Ωστόσο, η διαφορά του σε σχέση με τον Ρεαλισμό απορρέει από την επικράτηση των αρχών του Θετικισμού του Αυγούστου Κομτ, σε ιδεολογικό επίπεδο. Έτσι, ο πρωτοπόρος του Νατουραλισμού, ο γάλλος Εμίλ Ζoλά, αντιλαμβάνεται την ανάγκη δημιουργίας ενός νέου λογοτεχνικού ρεύματος το οποίο θα αναλύει την ανθρώπινη ύπαρξη (διαχρονικό διακύβευμα της Λογοτεχνίας) μέσω απολύτως μετρήσιμων –επιστημονικώς- παραμέτρων: την κληρονομικότητα και το (κοινωνικό) περιβάλλον. Ο γάλλος συγγραφέας στα βιβλία του επέλεξε να προβάλλει προσωπικότητες περιθωριακές ή περιθωριοποιημένες –αλκοολικούς, τρελούς, άρρωστους- που βρίσκονται σε πλήρη αντιστοιχία με το περιβάλλον παρακμής και μιζέριας, στο οποίο κινούνται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το μυθιστόρημα του Νάνα (1880) στο οποίο η πρωταγωνίστρια Αν Κοπώ, νόθη κόρη της οικογένειας Μακάρ, αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα κοινωνικού ντετερμινισμού.

Σύμφωνα με τον ιστορικό λογοτεχνίας Γκαρθία Λόπεθ, στην Ισπανία του ύστερου
Το γλυπτό της Άνα Οθόρες στο Οβιέδο
19ου αιώνα « δεν αφομοιώθηκε με τρόπο κατηγορηματικό ο υλιστικός ντετερμινισμός ούτε αναζητήθηκε συστηματικά μια διέξοδος επιστημονική ή κοινωνική» ως προς την λογοτεχνική έκφραση. Αυτό οφείλεται κυρίως σε δύο παράγοντες: στην περιορισμένη αστική τάξη της ιβηρικής χώρας και στις βαθιές ρίζες του καθολικισμού στη συλλογική συνείδηση, με το τελευταίο να θέτει φραγμούς στην υιοθέτηση απόψεων πλήρως επιστημονικών και υλιστικών. Έτσι, στην
Regenta* (1884) του Λεοπόλδο Άλας «Κλαρίν», το κεντρικό επεισόδιο του μυθιστορήματος είναι η μοιχεία της Άνα Οθόρες, μιας ανικανοποίητης ερωτικά συζύγου και κόρη ιταλίδας χορεύτριας, με τον Άλβαρο Μεσία, έναν ξιπασμένο δον Ζουάν της περιοχής, υπό τα -γεμάτα ζήλια- βλέμματα του Αρχιεπισκόπου Φερμίν ντε Πας, ο οποίος επίσης την διεκδικεί. Όλα αυτά διαδραματίζονται σε μια φανταστική επαρχιακή πόλη, την Βετούστα**, που αποτελεί έναν ξεχωριστό πρωταγωνιστή με αρνητική επίδραση στην ψυχοσύνθεση των υπολοίπων, μιας και στην «Βετούστα κανείς δεν σκεφτόταν». 

Ο Κλαρίν χρησιμοποιεί το θέμα της μοιχείας, πολύ της μόδας στην εποχή του, ως δόλωμα προκειμένου να σκιαγραφήσει το κοινωνικό πλαίσιο της εποχής και να κριτικάρει τα κακώς κείμενα του. Στο κείμενο του είναι έκδηλη η απογοήτευση του για την διάλυση της Φιλελεύθερης Επανάστασης***, για την συμμαχία της αστικής τάξης με την αριστοκρατία, για την διαφθορά στο πολιτικό σύστημα και στους κόλπους της Εκκλησίας. Ως προς το τελευταίο, η Regenta είναι ένα μυθιστόρημα σαφώς αντικληρικό αλλά ουδόλως αντιθρησκευτικό καθώς όπως υπογραμμίζει ο Χουάν Ολέθα στην εισαγωγή της έκδοσης «η θρησκεία είναι [για τον Κλαρίν] η μητέρα μπρος στην κοσμική απόγνωση». Έτσι, είναι συχνές οι σκηνές που διαδραματίζονται σε μια ατμόσφαιρα βαθιάς κατάνυξης, «οι καμπάνες άρχισαν να ηχούν με την τρομακτική υπόσχεση του να μην σταματήσουν ούτε όλο το βράδυ, ούτεόλη τη νύχτα […] δεν μιλούσαν για τους νεκρούς, αλλά για την θλίψη των ζωντανών». Το πρωτοποριακό στην θρησκευτικότητα του Κλαρίν είναι ότι σε κάποιες σκηνές προσπαθεί να την συνδυάσει με ένα πνεύμα ακραίου αισθησιασμού, π.χ. μέσα στον Καθεδρικό «ένα κορίτσι δεκαπέντε χρονών […] απήγγειλε με στόμφο έναν φιλιππικό […] εναντίον των σύγχρονων υλιστών […] έμοιαζε με μεγαλοπρεπές άγαλμα της μισαλλοδοξίας: ένα άγαλμα υπέροχο […] μια λαίμαργη αμαζόνα του καθολικισμού […] το γκρι φόρεμα της που δεν κάλυπτε τα μακριά κομψά της πόδια, άφηνε να φανούν δυο δάχτυλα από  πόδι γυναίκας με χάρη […] το κοινό την θαύμαζε ενώ η Εκκλησία θα την κρατούσε για τον εαυτό της».

Δεν χωρά αμφιβολία ότι ο Κλαρίν είναι μυθιστοριογράφος με περίσσειες αρετές. Για να επιτύχει την μέγιστη δυνατή αντικειμενικότητα (επίσης πρωταρχικό
ζητούμενο στη ρεαλιστική και νατουραλιστική γραφή) δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει ρηξικέλευθες, για την εποχή του, μεθόδους όπως: πολλαπλά σημεία αφήγησης (περιστατικά δοσμένα από διαφορετικές όψεις),  αναδρομές στον χρόνο του δράματος, εσωτερικούς μονολόγους προκειμένου να εμβαθύνει στην ψυχοσύνθεση των πρωταγωνιστών. Από την άλλη, σχετικά με τον νατουραλιστικό χαρακτήρα του μυθιστορήματος υπάρχουν αρκετές ενστάσεις καθώς ναι μεν η πρωταγωνίστρια, ως «κόρη μπαλαρίνας» (κληρονομικότητα), ολισθαίνει στο «αμάρτημα» της μοιχείας (ντετερμινισμός) και η πόλη της Βετούστα (περιβάλλον) παίζει σημαντικό ρόλο στην ψυχοσύνθεση των κατοίκων της, παρόλα αυτά το αριστοκρατικό σκηνικό στο οποίο διαδραματίζεται το μυθιστόρημα απέχει παρασάγγας από τα περιθωριακά και παρακμιακά του Ζολά. Γι αυτό και για λόγους που έχουν ήδη αναφερθεί παραπάνω, δεν είναι λίγοι οι μελετητές που για την περίπτωση της Ισπανίας, μιλούν για έναν νατουραλισμό sui generis.   

Τώρα, γιατί να διαβάσει κάποιος σήμερα, το 2014, ένα μυθιστόρημα του 19ου αιώνα; Ή ακόμη σαφέστερα: γιατί κάποιος που έχει I Pod, επικοινωνεί μέσω Facebook και ακούει hipster να διαβάσει ένα πολυσέλιδο (και σε κάποια σημεία βαρετό) βιβλίο**** που μιλάει για τις ζωές ανθρώπων που επικοινωνούσαν με ραβασάκια και διασκέδαζαν σε μεγάλα φαγοπότια ή πηγαίνοντας για κυνήγι; Η απάντηση είναι ότι, κατά πρώτον, η απόσταση δεν είναι τόσο χαώδης όσο εκ πρώτης όψεως, γιατί τα πάθη, συναισθήματα και φόβοι του ανθρώπου παραμένουν –κατά βάση- αναλλοίωτα σε αυτόν τον ενάμιση αιώνα που μας χωρίζει από το έργο. Και το χάρισμα του Κλαρίν σε αυτό το κομμάτι, της ψυχολογικής εμβάθυνσης, είναι σε θέση να το αποδείξει, έστω και άθελά του. Για τους πιο φανατικούς της ανάγνωσης, αυτούς για τους οποίους δεν έχει τόσο σημασία ο προορισμός όσο το ίδιο το ταξίδι, η Regenta θα τους βοηθήσει να ερμηνεύσουν τον τρόπο γραφής του 20ου αιώνα, καθώς οι περισσότερες τεχνικές που εφαρμόζονται, ακόμη και σήμερα, βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στην συγκεκριμένη περίοδο.  

Βιβλιογραφία:

Barroso, A. et al. (2001)  Introducción a la Literatura Española a través de los textos- I: De los orígenes al siglo XVII. Madrid: Istmo.


Clarín Alas, L. (2008) La Regenta I. Edición de Juan Oleza. Madrid: Cátedra.

Clarín Alas, L. (2009) La Regenta II. Edición de Juan Oleza. Madrid: Cátedra. 
 
García López, J. (2009) Historia de la Literatura Española. Barcelona: Vicens Vives.
 




* Κυκλοφορεί στα ελληνικά ως Ρεχέντα: η γυναίκα του δικαστή, από τις εκδόσεις Αίολος.
** Πιθανολογείται ότι πρόκειται για την γενέτειρα του Κλαρίν, το Οβιέδο, εξού και το γλυπτό της Άνα Οθόρες στην πόλη (φώτο).
*** Γνωστή ως La Gloriosa, επαναστατικό κίνημα του 1868 που εκθρόνισε την Ισαβέλλα Β’ και είχε ως αποτέλεσμα την εγκαθίδρυση της Α’ Ισπανικής Δημοκρατίας (1873-74). Καταλύθηκε με την παλινόρθωση της Μοναρχίας των Βουρβόνων το 1875.  
**** Κατά τον 19ο αιώνα η αμοιβή του συγγραφέα ήταν «με την λέξη», όσο περισσότερες τόσο μεγαλύτερη και η αμοιβή. Εξού και τα πολυσέλιδα μυθιστορήματα της εποχής στα οποία συναντά κανείς εκφράσεις όπως: «Ο Τάδε σηκώθηκε από την καρέκλα στην οποία καθόταν», λες και ήταν δυνατό να σηκωθεί από την καρέκλα που καθόταν ο διπλανός του…