Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάριο Βάργκας Γιόσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάριο Βάργκας Γιόσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Απριλίου 2019

Μάριο Βάργκας Γιόσα, Ο Κατώβλεπας


Το δοκίμιο Ο Κατώβλεπας, του Μάριο Βάργκας Γιόσα, ανήκει στη συλλογή Επιστολές σε έναν νεαρό μυθιστοριογράφο (1997) κι αποτελεί μέρος της μελέτης του σπουδαίου περουβιανού συγγραφέα γύρω από τον Φλωμπέρ και το εργο του.



Ο ΚΑΤΩΒΛΕΠΑΣ
Αγαπημένε φίλε,
Η υπερβολική δουλειά των τελευταίων ημερών με εμπόδισε να σου απαντήσω με την απαιτούμενη ταχύτητα, όμως η επιστολή σου με περιτριγυρίζει από τότε που την έλαβα. Όχι μόνο για τον ενθουσιασμό της, που συμμερίζομαι, αφού κι εγώ πιστεύω πως η λογοτεχνία είναι ό,τι το καλύτερο έχει επινοηθεί ως αντίδοτο κόντρα στην κακοδαιμονία, αλλά και διότι το ζήτημα για το οποίο με ρωτάς, «Από πού βγαίνουν οι ιστορίες που διηγούνται τα μυθιστορήματα;», «Πώς έρχονται τα θέματα στον μυθιστοριογράφο;», συνεχίζει να μου κινεί την περιέργεια, έχοντας γράψει έναν σεβαστό αριθμό μυθοπλασιών, έτσι όπως και στο ξεκίνημα της λογοτεχνικής μου διαδρομής.

Έχω μια απάντηση, που θα πρέπει να διευκρινιστεί επαρκώς για να μην καταλήξει να γίνει αληθινή πλάνη. Οι ρίζες κάθε ιστορίας είναι οι εμπειρίες αυτού που τις επινοεί, το βίωμα είναι η πηγή που αρδεύει τη μυθοπλασία. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, πως ένα μυθιστόρημα είναι πάντα μια μεταμφιεσμένη βιογραφία του συγγραφέα του. Μάλλον πως σε κάθε μυθοπλασία, ακόμη και σε αυτή της πλέον αχαλίνωτης φαντασίας, είναι δυνατό να αναζητήσεις μια άκρη στο νήμα, έναν ενδόμυχο σπόρο άρρηκτα συνδεδεμένο με ένα σύνολο εμπειριών αυτού που την επινόησε. Τολμώ να υποστηρίξω πως δεν υπάρχουν εξαιρέσεις σε αυτόν τον κανόνα και πως, για αυτόν τον λόγο, η χημικά ανόθευτη επινόηση είναι ανύπαρκτη στο λογοτεχνικό πεδίο. Πως όλες οι μυθοπλασίες είναι αρχιτεκτονικές που οικοδομήθηκαν με τη φαντασία και τη μαστοριά πάνω σε συγκεκριμένα γεγονότα, πρόσωπα, συγκυρίες, που σημάδεψαν τη μνήμη του συγγραφέα κι έθεσαν σε κίνηση τη δημιουργική του φαντασία, η οποία, με αρχή εκείνον τον σπόρο, άρχισε την ανέγερση ενός ολόκληρου κόσμου, τόσο πλούσιου και πολλαπλού που κάποιες φορές αποδεικνύεται σχεδόν αδύνατο (και κάποιες φορές δίχως το σχεδόν) να αναγνωρίσεις σε αυτόν εκείνο το αυτοβιογραφικό υλικό που αποτέλεσε την απαρχή του, και που είναι, με κάποιον τρόπο, το συνδετικό μυστικό κάθε μυθοπλασίας με την μπροστινή της όψη και αντίστροφα: με την αληθινή πραγματικότητα.

Σε μια συνδιάσκεψη νεολαίας προσπάθησα να εξηγήσω τον μηχανισμό αυτό ως ένα αντίστροφο στριπτίζ. Η συγγραφή μυθιστορημάτων θα ισοδυναμούσε με αυτό που κάνει η επαγγελματίας που, μπροστά σε κάποιο κοινό, αφαιρεί τα ρούχα της και δείχνει το γυμνό της κορμί. Ο μυθιστοριογράφος θα εκτελούσε το εγχείρημα από την ανάποδη. Με την επεξεργασία του μυθιστορήματος, θα ξεκινούσε να ντύνεται, μεταμφιέζοντας κάτω από  χοντρά και πολύχρωμα ρούχα -επινοήσεις της φαντασίας του- εκείνη την αρχική γύμνια, αφετηρία της παράστασης. Η διαδικασία αυτή είναι τόσο πολύπλοκη και σχολαστική που, πολλές φορές, ούτε ο ίδιος ο συγγραφέας δεν είναι ικανός να αναγνωρίσει στο τελικό αποτέλεσμα, αυτή την πληθωρική απόδειξη των δυνατοτήτων του να επινοεί πρόσωπα και κόσμους φανταστικούς, εκείνες τις  απόκρυφες εικόνες στη μνήμη του -η ζωή τις επέβαλε- που ενεργοποίησαν τη φαντασία του, αναπτέρωσαν τη θέλησή του και τον προέτρεψαν να στήσει την ιστορία τούτη. 

Όσον αφορά τη θεματολογία, πιστεύω, λοιπόν, πως ο μυθιστοριογράφος τρέφεται από τις σάρκες του, όπως ο κατώβλεπας, εκείνο το μυθικό ζώο που εμφανίζεται στον Άγιο Αντώνιο στο μυθιστόρημα του Φλωμπέρ (Ο πειρασμός του Αγίου Αντωνίου) κι αναδημιούργησε ο Μπόρχες στο Βιβλίο των Φανταστικών Όντων. Ο κατώβλεπας είναι ένα αδιανόητο πλάσμα που καταβροχθίζει τον εαυτό του, ξεκινώντας απ’ τα πόδια του. Μέσα από μια ματιά λιγότερο υλιστική, οπωσδήποτε, ο μυθιστοριογράφος επίσης σκαλίζει τις προσωπικές του εμπειρίες, ως άλλο αποκούμπι για τη δημιουργία της ιστορίας του. Κι όχι μονάχα για να αναδημιουργήσει πρόσωπα, επεισόδια ή τόπους  με βάση το υλικό που τον τροφοδοτούν κάποιες αναμνήσεις. Επίσης, γιατί συναντά σε εκείνους τους κάτοικους της μνήμης του το απαραίτητο καύσιμο για την προσπάθεια να στέψει με επιτυχία τη διαδικασία εκείνη, μακρά και δύσκολη, που είναι η επινόηση ενός μυθιστορήματος.

Θα τολμήσω να πάω λίγο πιο μακρυά όσον αφορά τη θεματολογία της μυθοπλασίας. Ο μυθιστοριογράφος δεν επιλέγει τα θέματά του, επιλέγεται από αυτά. Γράφει πάνω σε κάποια θέματα γιατί του συνέβησαν κάποια πράγματα. Στην επιλογή του θέματος, η ελευθερία ενός συγγραφέα είναι σχετική, σχεδόν ανύπαρκτη. Και, σε κάθε περίπτωση, ασύγκριτα λιγότερη από ό,τι αφορά τη λογοτεχνική φόρμα, όπου, μου φαίνεται, η ελευθερία -η ευθύνη- του συγγραφέα είναι ολική. Η εντύπωση μου είναι ότι η ζωή -μεγάλη κουβέντα, το ξέρω- του επιβάλλει τα θέματα διαμέσου κάποιων εμπειριών που αφήνουν ένα σημάδι στο συνειδητό ή υποσυνείδητό του, και που μετά τον κυνηγούν έτσι ώστε να ελευθερωθεί από αυτές στρέφοντάς τες σε ιστορίες. Δεν είναι ιδιαίτερα απαραίτητο να ψάξουμε παραδείγματα του τρόπου που τα θέματα επιβάλλονται στους συγγραφείς διαμέσου των βιωμάτων, καθώς όλες οι μαρτυρίες συγκλίνουν στο εξής: εκείνη η ιστορία, εκείνο το πρόσωπο, εκείνη η κατάσταση, εκείνη η δολοπλοκία με καταδίωξε, με κατέτρυξε, ωσάν μια αξίωση προερχομένη από τα ενδόμυχα της προσωπικότητας μου, κι έπρεπε να την γράψω για να ελευθερωθώ από αυτήν. Οπωσδήποτε, το πρώτο όνομα που έρχεται στο μυαλό οποιουδήποτε είναι αυτό του Προυστ. Πραγματικός συγγραφέας-κατώβλεπας, ψέματα; Ποιος άλλος τράφηκε περισσότερο και με καλύτερα αποτελέσματα από τον εαυτό του, ανασκάβοντας σαν σχολαστικός αρχαιολόγος κάθε κρυφή πτυχή της μνήμης του, από ό,τι ο  νωχελικός δημιουργός του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, μνημειώδης καλλιτεχνική ανασκευή της βιωματικής του περιπλάνησης, της οικογένειάς του, του τόπου του, των φίλων του, σχέσεων, επιθυμιών ομολογημένων και ανομολόγητων, απολαύσεων και ενοχλήσεων, και, την ίδια στιγμή, των μυστηριωδών και διεισδυτικών διαδρομών του ανθρώπινου πνεύματος στη γεμάτη ζήλο προσπάθειά του να συγκεντρώσει, διακρίνει, θάψει και ξεθάψει, συσχετίσει και αποσυσχετίσει, σουλουπώσει ή ξεχαρβαλώσει τις εικόνες που η μνήμη συγκρατεί από τον χρόνο που φεύγει. Οι βιογράφοι (ο Πέιντερ, για παράδειγμα) μπόρεσαν να θεσπίσουν λεπτομερείς απογραφές από βιωματικές καταστάσεις και πραγματικά όντα,  κρυμμένοι πίσω από την πολυτελή επινόηση στη μυθιστορηματική αφήγηση της δυναστείας των Προυστ, διαφωτίζοντάς μας με τρόπο αψεγάδιαστο ως προς τον τρόπο τού πώς αυτό το εξαίσιο λογοτεχνικό δημιούργημα αναγέρθηκε με υλικά από τη ζωή του συγγραφέα του. Όμως αυτό που, πραγματικά, μας δείχνουν αυτές οι επινοήσεις των αυτοβιογραφικών υλικών ξεθαμμένων από τους κριτικούς είναι άλλο πράγμα: τη δημιουργική ικανότητα του Προυστ, ο οποίος, εκμεταλλευόμενος εκείνη την ενδοσκόπηση, εκείνη την κατάδυση στο παρελθόν του, μεταμόρφωσε τα αρκετά κοινότοπα επεισόδια της ύπαρξής του σε μια θαυμάσια ταπετσαρία, σε εκθαμβωτική αναπαράσταση της ανθρώπινης κατάστασης, υπό το πρίσμα της υποκειμενικότητας της διχασμένης συνείδησης για την παρατήρηση της ίδιας στη διαδρομή της ύπαρξης.

Κάτι το οποίο μας οδηγεί σε μια άλλη διαπίστωση, όχι λιγότερο σημαντική από την προηγούμενη. Ότι, παρόλο που η αρχή της επινόησης του μυθιστοριογράφου είναι τα βιώματα, δεν είναι και δεν μπορεί να είναι αυτό το τέρμα. Αυτό βρίσκεται σε μια σημαντική απόσταση και κάποιες φορές αστρική από το άλλο, αφού σε αυτή την ενδιάμεση διαδικασία -αδειανή από θέμα μέσα σε ένα σώμα λέξεων και μια αφηγηματική τάξη- το αυτοβιογραφικό υλικό υφίσταται μεταμορφώσεις, εμπλουτίζεται (κάποιες φορές φτωχαίνει), ανακατεμένο με άλλα υλικά της μνήμης ή της επινόησης και χειραγωγημένο και δομημένο -εάν το μυθιστόρημα είναι αληθινή δημιουργία- έως ότου φτάσει την ολική αυτονομία που οφείλει να υποδυθεί μια μυθοπλασία για να ζήσει για λογαριασμό της. (Αυτές που δεν χειραφετούνται από τον συγγραφέα τους κι αξίζουν μόνο ως βιογραφικά ντοκουμέντα, είναι, οπωσδήποτε, αποτυχημένες μυθοπλασίες.) Ο δημιουργικός στόχος αποτελείται από τη μεταμόρφωση εκείνου του υλικού που τροφοδοτεί τον μυθιστοριογράφο η ίδια του η μνήμη σε έναν κόσμο αντικειμενικό, φτιαγμένο από λέξεις, που είναι ένα μυθιστόρημα. Η φόρμα είναι αυτή που θα επιτρέψει να δέσει και να πάρει την τελική της μορφή η μυθοπλασία μέσα σε ένα συγκεκριμένο προϊόν, και, σε αυτό το πεδίο, εάν αυτή η ιδέα της μυθιστορηματικής εργασίας είναι συγκεκριμένη (έχω αμφιβολίες ότι είναι, στο επαναλαμβάνω), ο μυθιστοριογράφος χαίρει πλήρους ελευθερίας κι έτσι είναι υπεύθυνος για το αποτέλεσμα. Αν αυτό που διαβάζεις ανάμεσα στις γραμμές είναι ότι, κατά την κρίση μου, ένας συγγραφέας μυθοπλασιών δεν είναι υπεύθυνος για τη θεματολογία του (αφού η ζωή τού την επιβάλλει) αλλά είναι για το τι κάνει με αυτήν, μετατρέποντάς την σε λογοτεχνία και για αυτό μπορείς να πεις πως αυτός είναι σε τελική ανάλυση ο μοναδικός υπεύθυνος για τις επιτυχίες ή αποτυχίες του -της μετριότητάς του ή της δεινότητάς του- ναι, αυτό ακριβώς είναι που σκέφτομαι.

Γιατί, ανάμεσα στα αμέτρητα γεγονότα που συγκεντρώνονται στη ζωή ενός συγγραφέα, υπάρχουν κάποια που αποδεικνύονται τόσο εξαιρετικά γόνιμα για τη δημιουργική του φαντασία, και πάρα πολλά αντιθέτως  παρελαύνουν στη μνήμη του δίχως να φτάσουν να εκπυρσοκροτήσουν την έμπνευση; Δεν το ξέρω με βεβαιότητα. Ίσα που έχω μια υποψία. Και είναι ότι τα πρόσωπα, ανέκδοτα, καταστάσεις, συγκρούσεις, που επιβάλλονται στον συγγραφέα προτρέποντάς τον να φαντασιωθεί ιστορίες, είναι ακριβώς αυτά που αναφέρονται σε αυτή την ασυμφωνία με την πραγματική ζωή, με τον κόσμο έτσι όπως είναι, που, όπως σου σχολίασα στην προηγούμενη επιστολή μου, θα ήταν και η ρίζα της έφεσης του μυθιστοριογράφου, η απόκρυφη αιτία που ωθεί μια γυναίκα ή έναν άνδρα να προκαλέσουν  τον κόσμο διαμέσου της συμβολικού εγχειρήματος να τον αντικαταστήσουν με μυθοπλασίες.

Ανάμεσα στα αμέτρητα παραδείγματα που θα μπορούσαν να αναφερθούν για να διαφωτίσουν αυτή την ιδέα επιλεγώ αυτό ενός μικρότερου συγγραφέα -μα και πυκνού σε σημείο ακράτειας- του γαλλικού 18ου: Ρεστίφ ντε λα Μπρετόν. Και δεν τον επιλεγώ για το ταλέντο του -δεν είχε και πάρα πολύ- μα για το γραφικό της αντιδραστικότητάς του με τον πραγματικό κόσμο, που επέλεξε για να την εκφράσει αντικαθιστώντας τον στις μυθοπλασίες του με έναν άλλο φτιαγμένο κατ’ εικόνα και ομοίωση αυτού που η δική του ασυμφωνία θα είχε προτιμήσει.
      
Στα αμέτρητα μυθιστορήματα που έγραψε ο Ρεστίφ ντε λα Μπρετόν -το πιο γνωστό είναι η ογκώδης μυθιστορηματική αυτοβιογραφία του, Ο κύριος Νικολά- η Γαλλία του 18ου, η αγροτική και η αστική, εμφανίζεται τεκμηριωμένη από έναν  λεπτολόγο κοινωνιολόγο, αυστηρό παρατηρητή των ανθρωπίνων τύπων, των ηθών, των καθημερινών συνηθειών, της δουλειάς, των εορτών, των προκαταλήψεων, των αμφιέσεων, των αντιλήψεων, με τέτοιο τρόπο που τα βιβλία του αποτέλεσαν έναν πραγματικό θησαυρό για τους ερευνητές, και τόσο ιστορικοί όσο και ανθρωπολόγοι, εθνολόγοι και κοινωνιολόγοι χρησιμοποίησαν απλόχερα εκείνο το υλικό που συγκεντρώθηκε από τον καταιγιστικό Ρεστίφ από το φυτώριο του καιρού του. Ωστόσο, περνώντας στα μυθιστορήματά του, αυτή η κοινωνική και ιστορική πραγματικότητα που περιγράφηκε τόσο πλουσιοπάροχα υπέστη μια ριζική μεταμόρφωση και είναι για αυτό που μπορούμε να μιλάμε για αυτήν ως μυθοπλασία. Στην πραγματικότητα, σε αυτόν τον λεπτομερή κόσμο που μοιάζει τόσο σε τόσα πράγματα με τον πραγματικό κόσμο που τον ενέπνευσε, οι άνδρες ερωτεύονται τις γυναίκες, όχι για την ομορφιά των προσώπων τους, τη χαριτωμένη μέση τους, τη λυγεράδα τους, λεπτότητα, πνευματική γοητεία, παρά, πρωτίστως, για την ομορφιά των ποδιών τους ή την κομψότητα στα μποτάκια τους. Ο Ρεστίφ ντε λα Μπρετόν ήταν φετιχιστής, κάτι που τον έκανε, στην πραγματική ζωή, άνδρα μάλλον εκκεντρικό στα μάτια των συγχρόνων του, μια εξαίρεση στον κανόνα, δηλαδή, κατά βάθος, έναν «ασύμφωνο» με την πραγματικότητα. Και η ασυμφωνία αυτή, σίγουρα το πιο ισχυρό κίνητρο στην κλίση του, μας αποκαλύπτεται στις μυθοπλασίες του, σε αυτές που η ζωή εμφανίζεται διορθωμένη, ξανακαμωμένη κατ΄εικόνα και ομοίωση του ίδιου του Ρεστίφ. Σε εκείνον τον κόσμο, όπως συνέβαινε στον ίδιο, το σύνηθες και το κανονικό ήταν ότι το πρωταρχικό γνώρισμα της γυναικείας ομορφιάς, το πιο ζηλευτό αντικείμενο του ανδρικού πόθου -για κάθε άνδρα- να είναι εκείνο το λεπτεπίλεπτο των άκρων και, κατ΄επέκταση, τα περιτυλίγματά τους, οι κάλτσες και τα παπούτσια. Σε λίγους συγγραφείς μπορεί να γίνει τόσο ξεκάθαρα αντιληπτή αυτή η διαδικασία της μετατροπής εκ νέου του κόσμου που επιχειρεί η μυθοπλασία,  αρχής γινομένης της ίδιας της υποκειμενικότητας -επιθυμίες, γούστα, όνειρα, απογοητεύσεις, πίκρες κλπ.- του μυθιστοριογράφου, όσο σε αυτόν τον πολύγραφο Γάλλο.

Αν και με τρόπο λιγότερο ορατό και επιτηδευμένο, σε όλους τους δημιουργούς μυθοπλασιών συμβαίνει κάτι ανάλογο. Υπάρχει κάτι στις ζωές τους παρόμοιο με τον φετιχισμό του Ρεστίφ, που τους κάνει να επιθυμούν διακαώς έναν κόσμο διαφορετικό από αυτόν στον οποίον ζουν -ένας αλτρουιστής ιδανικός για δικαιοσύνη, ένας εγωιστής επίμονος για να ικανοποιήσει τις πιο ειδεχθείς μαζοχιστικές ή σαδιστικές επιθυμίες, ένας ανθρώπινος και λογικός πόθος για να ζήσει την περιπέτεια, ένας αμάραντος έρωτας κλπ.- έναν κόσμο που νιώθουν να ωθούνται να επινοήσουν μέσω της λέξης, και στον οποίον, με γενικά κρυπτογραφημένο τρόπο, μένει η στάμπα της ρήξης τους με την αληθινή πραγματικότητα κι εκείνη η άλλη πραγματικότητα με την οποία η διαστροφή ή η γενναιοδωρία τους θα ήθελαν να αντικαταστήσουν αυτήν που τους έλαχε.   

Πιθανόν, φίλε εκκολαπτόμενε μυθιστοριογράφε, και να είναι αυτή η κατάλληλη στιγμή για να μιλήσουμε για μια επικίνδυνη έννοια που χρησιμοποιείται στη λογοτεχνία: την αυθεντικότητα. Τι είναι ένας αυθεντικός συγγραφέας; Το σίγουρο είναι πως η μυθοπλασία είναι, εξ’ ορισμού, μια απατή -μια πραγματικότητα που δεν υπάρχει κι ωστόσο προσποιείται πως υπάρχει- και πως κάθε μυθιστόρημα είναι ένα ψέμα που κάνει να περνιέται για αλήθεια, ένα δημιούργημα του οποίου η ισχύς της πειθούς εξαρτάται αποκλειστικά από την αποτελεσματική ενασχόληση, εκ μέρους του μυθιστοριογράφου, από κάποιες τεχνικές ταχυδακτυλουργού και θαυματοποιού παρόμοιες με αυτές των μάγων στο τσίρκο ή στο θέατρο. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο, έχει νόημα να μιλάμε για αυθεντικότητα στο πεδίο του μυθιστορήματος, είδος στο οποίο το πιο αυθεντικό είναι η πλάνη, η γαλιφιά, ο αντικατοπτρισμός; Ναι, το έχει, αλλά κατ’ αυτόν τον τρόπο: ο αυθεντικός μυθιστοριογράφος είναι εκείνος που υπακούει πειθήνια τα κελεύσματα που η ζωή του επιβάλλει, γράφοντας για αυτά τα θέματα και αποφεύγοντας εκείνα που δεν γεννιούνται εσωτερικά από την ίδια του την εμπειρία και φτάνουν στη συνείδησή του έχοντας χαρακτήρα ανάγκης. Σε αυτό συντελείται η αυθεντικότητα ή ειλικρίνεια του μυθιστοριογράφου: στην αποδοχή των ίδιων του των δαιμονίων και την κατά το δυνατόν χρησιμοποίησή τους.

Ο μυθιστοριογράφος που δεν γράφει πάνω σε αυτό που μες στο απόκρυφο προνομιακό του χώρο τον παροτρύνει και απαιτεί, κι επιλεγεί ψυχρά ζητήματα και θέματα με τρόπο ορθολογικό, γιατί σκέφτεται πως με αυτόν τον τρόπο θα φτάσει γρηγορότερα στην επιτυχία, δεν είναι αυθεντικός και το πιο πιθανό είναι πως, για αυτό, και να είναι επίσης και κακός μυθιστοριογράφος (ακόμη κι αν φτάσει στην επιτυχία: οι λίστες των μπεστ-σελερς είναι γεμάτες από πολύ κακούς μυθιστοριογράφους, όπως θα ξέρεις πολύ καλά). Όμως μου φαίνεται δύσκολο να φτάσει κάποιος να γίνει δημιουργός -ένας μεταμορφωτής της πραγματικότητας- αν δεν γράφει με την ενθάρρυνση και την τροφή του ίδιου του του είναι από εκείνα τα φαντάσματα (δαιμόνια) που μας έκαναν, εμάς τους μυθιστοριογράφους, αντιρρησίες απαραίτητους και ανασκευαστές της ζωής στις μυθοπλασίες που επινοούμε. Νιώθω πως αποδεχόμενοι εκείνη την επιβολή -γράφοντας με βάση εκείνο που μας κατατρύχει και εξιτάρει και βρίσκεται στα φυλλοκάρδια μας, αν και συχνά μυστηριωδώς ενσωματωμένο στη ζωή μας- γράφουμε καλύτερα, με περισσότερη πειθώ κι ενέργεια, και είμαστε πιο εξοπλισμένοι για να αναλάβουμε αυτήν τη συναρπαστική εργασία, αλλά κι εξίσου επίπονη, με απογοητεύσεις κι άγχη, που είναι η επεξεργασία ενός μυθιστορήματος.     

Οι συγγραφείς που αποφεύγουν τα δαιμόνια τους και καταπιάνονται με άλλα θέματα, γιατί πιστεύουν πως τα πρώτα δεν είναι αρκετά πρωτότυπα ή ελκυστικά, ενώ τα τελευταία είναι, κάνουν τρομερό σφάλμα. Ένα θέμα από μόνο του ποτέ δεν μπορεί να είναι καλό ή κακό στη λογοτεχνία. Όλα τα θέματα μπορούν να είναι και τα δυο πράγματα, κι αυτό δεν εξαρτάται από το ίδιο το θέμα, αλλά από εκείνο στο οποίο ένα θέμα μετατρέπεται όταν πραγματώνεται μέσα σε ένα μυθιστόρημα διαμέσου της φόρμας, δηλαδή της αφηγηματικής γραφής και δομής. Είναι η φόρμα μες στην οποία ενσαρκώνεται αυτή η οποία κάνει μια ιστορία να είναι πρωτότυπη ή κοινότοπη, βαθιά ή επιφανειακή, πολύπλοκη ή απλοϊκή, αυτή που δίνει πυκνότητα, αμφισημία, αληθοφάνεια στους πρωταγωνιστές  ή τους καταντά καρικατoύρες δίχως ζωή, σαν μαριονέτες στο θέατρο. Αυτός είναι άλλος ένας από τους λίγους κανόνες στον χώρο της λογοτεχνίας που, μου φαίνεται, δεν χωρούν εξαιρέσεις: σε ένα μυθιστόρημα τα θέματα από μόνα τους δεν αποτελούν την παραμικρή προϋπόθεση, αφού θα είναι καλά ή κακά, ελκυστικά ή βαρετά, αποκλειστικά σε συνάρτηση με το τι θα κάνει με αυτά ο μυθιστοριογράφος όταν θα τα μετατρέψει σε μια πραγματικότητα λέξεων οργανωμένων σύμφωνα με κάποια τάξη.

Μου φαίνεται, φίλε, πως μπορούμε να μείνουμε εδώ.
Με αγάπη.


Απόδοση στα ελληνικά: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου



Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2015

Μάριο Βάργκας Γιόσα: La ciudad y los perros (απόσπασμα)



Μεταφρασμένο απόσπασμα από το μυθιστόρημα “La ciudad y los perros” (Edición conmemorativa del cincuentenario, Alfaguara, 2012, pp.186-188) του σπουδαίου περουβιανού συγγραφέα, Μάριο Βάργκας Γιόσα. Ευχαριστώ την Ειρήνη Χατζηκουμή για την πολύτιμη συμβολή της.

 
www.rae.es
Δεν πιστεύω  πως ο διάολος υπάρχει αλλά είναι φορές που ο Τζαγκουάρ με κάνει κι αμφιβάλλω. Αυτός λέει πως δεν πιστεύει, αλλά είναι ψέματα, και καλά. Φάνηκε όταν την έχωσε στον Αρόσπιδε επειδή μίλησε άσχημα για την αγία Ροζαλία. «Η μάνα μου ήταν ταγμένη στην αγία Ροζαλία κι όποιος μιλάει άσχημα γι αυτήν είναι σαν να μιλάει άσχημα για τη μάνα μου», και καλά. Ο διάολος πρέπει να έχει το πρόσωπο του Τζαγκουάρ, το ίδιο του το γέλιο και τίποτα μυτερά κέρατα. Έρχονται να πάρουν τον Κάβα, είπε, τ’ ανακαλύψανε όλα. Κι έβαλε τα γέλια, την ώρα που ο Ρόλος κι εγώ χάναμε τη μιλιά μας και μας σηκωνότανε η τρίχα. Πώς το μάντεψε; Ονειρεύομαι συνέχεια πως τον ζυγώνω από πίσω και τον σωριάζω και του ρίχνω στο έδαφος, γκαπ, παφ, κρακ. Να δούμε τι θα κάνει όταν ξυπνήσει. Κι ο Ρόλος το ίδιο πρέπει να σκέφτεται. Ο Τζαγκουάρ είναι ένα κτήνος, Βόα, τέτοιο γομάρι δεν υπάρχει, μου είπε απόψε, είδες πώς το μάντεψε για τον βλάχο, πώς γέλασε; Αν μου την είχανε φέρει εμένα, να δεις που και πάλι θα κατουριότανε στα γέλια. Αλλά μετά, λες και τον έπιασε τρέλα, μόνο που δεν ήτανε για τον βλάχο, αλλά για τον ίδιο. «Εμένα είναι που μου την έχουνε φέρει, δεν ξέρουνε με ποιόνε τα βάζουνε», όμως αυτός που είναι μέσα είναι ο Κάβα, μου σηκώνεται η τρίχα, κι άμα στο τέλος καθότανε η μπίλια σ’ έμενα; Θα μ’ άρεσε να του την φέρνανε του Τζαγκουάρ, να βλέπαμε τη φάτσα του, κανείς δεν του την φέρνει ποτέ, αυτό είναι και το πιο σπαστικό, όλα τα προβλέπει. Λένε πως τα ζώα αντιλαμβάνονται τα πράγματα από τη μυρωδιά. Μυρίζουνε και να τα μας, από τη μύτη τους μπαίνουνε όλα όσα πρόκειται να συμβούνε. Η μάνα μου λέει: τη μέρα του σεισμού του ’40 κατάλαβα πως κάτι θα συμβεί, ξάφνου τα σκυλιά της γειτονιάς τρελαθήκανε, τρέχανε και ουρλιάζανε σαν να ’βλεπαν τον διάολο με τα κέρατα και την τρίχα κάγκελο. Λίγο μετά ξεκινούσε το τρέμουλο. Έτσι κι ο Τζαγκουάρ. Έβαλε τη γνωστή του φάτσα κι είπε «κάποιος την έριξε τη ρουφιανιά του», «μα την Παναγία, ναι», κι ο Ουαρίνα κι ο Μόρτε ούτε που εμφανιστήκανε, ούτε που ακουστήκανε τα βήματα τους, ούτε τίποτα. Ντροπή, δεν τον είδε ούτε αξιωματικός, ούτε υπαξιωματικός, θα τον είχανε χώσει μέσα εδώ και καιρό, εδώ και τρεις βδομάδες θα ήτανε στον δρόμο, αίσχος, να δεις που θα ’ναι κάνας δόκιμος. Κάνα στραβάδι ίσως ή κανένας της Τετάρτης. Και της Τετάρτης στραβάδια είναι, πιο μεγάλα, πιο ψαγμένα, αλλά στο βάθος στραβάδια. Εμείς ποτέ δεν ήμασταν εντελώς στραβάδια, στον Κύκλο το χρωστάμε, κάναμε και μας σεβόντουσαν, δεν ήταν κι εύκολη η δουλειά μας. Όταν ήμασταν στην Τετάρτη διανοήθηκε κανένας από την Πέμπτη να μας βάλει να στρώσουμε κρεβάτια; Τόνε ρίχνω κάτω, τόνε φτύνω, Τζαγκουάρ, Ρόλος, Κάβα βλάχο, μπορείτε να με βοηθήσετε; Με τσούζουνε τα χέρια από τόσο ξύλο σ’ αυτήν την αδερφάρα. Ούτε καν με τους στούμπους της Δεκάτης δεν τα βάζανε, όλα τα χρωστάνε στον Τζαγκουάρ, ήταν ο μόνος που δεν άφησε να τον βαφτίσουνε, έδωσε το παράδειγμα, άντρας βαρβάτος, τι να λέμε. Περάσαμε κάνα δυο μέρες καλές, καλύτερες απ’ όλα όσα ήρθανε μετά, αλλά δεν θα ’θελα να γυρίσει ο χρόνος πίσω, το αντίθετο μάλλον, να ’χε περάσει, εκτός κι αν στραβώνανε όλα με την ιστορία του βλάχου, θα τον σκότωνα έτσι και τρομάξει και μας μπλέξει όλους. Βάζω το χέρι μου στη φωτιά για πάρτη του, λέει ο Ρόλος, κιχ δεν θα βγάλει ακόμη κι αν του χώσουνε πυρωμένο σίδερο. Μεγάλη αναποδιά να καείς τώρα στο τέλος, ακριβώς πριν τις εξετάσεις, για ένα βρωμότζαμο, όχι, ρε. Δεν θα μ’ άρεσε να ’μουνα ξανά στραβάδι, γνωρίζοντας το τι είναι, έχοντας την εμπειρία. Έχει στραβάδια που λένε εγώ θα γίνω στρατιωτικός, εγώ θα γίνω αεροπόρος, εγώ θα γίνω ναυτικός, όλοι οι ασπρουλιάρηδες θέλουνε να γίνουνε ναυτικοί. Κάνε υπομονή κάνα δυο μήνες και μετά τα λέμε.     


Απόδοση στα ελληνικά: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου
                           

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015

Μάριο Βάργκας Γιόσα: “Je suis Charlie Hebdo”



Άρθρο του Μάριο Βάργκας Γιόσα στην εφημερίδα Ελ Παΐς (9/1/2015), σχετικό με τα πρόσφατα γεγονότα στο Παρίσι.



“Je suis Charlie Hebdo”

Πιστεύω ότι αυτό που συνέβη στο Παρίσι αυτές τις μέρες δεν είναι απλώς ένα τραγικό γεγονός, που προκαλεί ανατριχίλα η σκληρότητα και αγριότητά του, άλλα και μια κλιμάκωση σε αυτό που συνηθίζουμε να αποκαλούμε τρόμο. Μέχρι τώρα σκότωναν ανθρώπους, κατέστρεφαν ιδρύματα, όμως η δολοφονία ολόκληρης, σχεδόν, της ομάδας σύνταξης της Charlie Hebdo σηματοδοτεί κάτι ακόμα πιο σοβαρό: την επιδίωξη ο δυτικός πολιτισμός, λίκνο της ελευθερίας, της δημοκρατίας, των ανθρώπινων δικαιωμάτων, να πάψει να καλλιεργεί αυτές τις αξίες, να αρχίσει να επιβάλλει λογοκρισία, να θέσει όρια στην ελευθερία της έκφρασης, να καταστήσει θέματα ως απαγορευμένα, δηλαδή να αποκηρύξει μία από τις βασικές αρχές της αντίληψης της ελευθερίας: το δικαίωμα στην κριτική.

Αυτό στο οποίο προσβλέπουν, με αυτή την ομαδική δολοφονία δημοσιογράφων και γελοιογράφων, είναι η Γαλλία, η δυτική Ευρώπη, ο ελεύθερος κόσμος, να αποκηρύξει μία από τις αξίες-θεμέλιο του πολιτισμού. Γιατί όταν γίνεται αδύνατη η άσκηση της ελευθερίας της έκφρασης που χρησιμοποιεί το χιούμορ με τρόπο ανευλαβή και καυστικό, τότε απλούστατα καταλύεται η ελευθερία της έκφρασης στο σύνολό της, ένας από τους πυλώνες αυτού που νοείται ως αντίληψη της ελευθερίας. Νομίζω ότι η Δύση, η Ευρώπη, ο ελεύθερος κόσμος, πρέπει να αντιληφθούν ότι διεξάγεται ένας πόλεμος στο έδαφος τους και ότι αυτόν τον πόλεμο πρέπει να τον κερδίσουμε, εάν δεν θέλουμε ο πολιτισμός να αντικατασταθεί από την βαρβαρότητα.  

Η δράση πρέπει να είναι σταθερή, χωρίς συμπλέγματα κατωτερότητας απέναντι σε αυτούς που αντιπροσωπεύουν τον φανατισμό, αλλά και με βαθύ σεβασμό στη νομιμότητα, που είναι τόσο σημαντική όσο και η ελευθερία. Ένας από τους σοβαρότερους κινδύνους αυτής της φοβερής τρομοκρατικής επίθεσης είναι η αύξηση της ξενοφοβίας στα εξτρεμιστικά κόμματα, τα οποία είναι τόσο επικίνδυνα για τη δημοκρατία όσο και οι φανατικοί ισλαμιστές.

Τούτη η μαζική δολοφονία θα δώσει νέα μέλη σε οργανώσεις όπως το Εθνικό Μέτωπο και σε όλα τα γκρουπ και γκρουπούσκουλα που θα επιθυμούσαν τη διάλυση της Ευρώπης και την οπισθοδρόμηση των ευρωπαϊκών χωρών στην εποχή μισαλλόδοξων και ξενοφοβικών εθνικισμών. Πρέπει να γίνει προσπάθεια για να μην συμβεί αυτό και καταστραφεί η Ευρώπη τόσο από τους εχθρούς της, όσο και από αυτούς που θα προφασιστούν την υπεράσπισή της διαμέσου της μισαλλοδοξίας και του φανατισμού.

Η Γαλλία είναι μια εκ των ιδρυτριών χωρών της κουλτούρας της ελευθερίας, με τη διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που εγκαθίδρυσε θεσμικά μία ελευθερία έκφρασης που οι πολίτες, διανοούμενοι και πολιτικοί της εφάρμοσαν με τρόπο υποδειγματικό καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας της. Γι αυτό και η τραγωδία που ζει αυτές τις ημέρες η Γαλλία, είναι μια τραγωδία που ακουμπά όλους εμάς τους ελεύθερους άνδρες και γυναίκες αυτού του κόσμου, οι οποίοι και πρέπει να αναπαράγουμε αυτό που επαναλαμβάνουν εκατομμύρια Γάλλοι όλες αυτές τις μέρες: "Je suis Charlie Hebdo".

Ο Μάριο Βάργκας Γιόσα έχει βραβευτεί με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.  
  
Μετάφραση στα ελληνικά: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου