Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2019

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες: Μαρία ντος Πρασέρες

Το διήγημα Μαρία ντος Πρασέρες (María dos Prazeres) αποτελεί μέρος της συλλογής Doce cuentos peregrinos (Δώδεκα διηγήματα περιπλανώμενα, Εκδ. Λιβάνη) του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες που δημοσιεύθηκε το 1992.


 
ΜΑΡΙΑ ΝΤΟΣ ΠΡΑΣΕΡΕΣ


Ο άντρας του γραφείου κηδειών έφτασε με τέτοια ακρίβεια, που η Μαρία ντος Πρασέρες ήταν ακόμη με το μπουρνούζι και το κεφάλι γεμάτο εκτοξευτήρες, και ίσα που βρήκε καιρό να βάλει ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο αυτί για να μην φαίνεται όσο απωθητική ένιωθε.  Λυπήθηκε ακόμη περισσότερο για την κατάστασή της όταν άνοιξε την πόρτα και είδε ότι δεν ήταν ένας πένθιμος συμβολαιογράφος, όπως εκείνη υπέθετε πως έπρεπε να είναι οι έμποροι του θανάτου, πάρα ένας ντροπαλός νέος με καρό σακάκι και γραβάτα με χρωματιστά πουλιά. Δεν φορούσε παλτό, παρά το άστατο της άνοιξης στη Βαρκελώνη, της οποίας το ψιλόβροχο με τους πλαγινούς ανέμους την έκανε σχεδόν πάντοτε λιγότερο υποφερτή από τον χειμώνα. Η Μαρία ντος Πρασέρες αισθάνθηκε ντροπή όπως πολύ λίγες φορές. Μόλις είχε κλείσει τα εβδομήντα έξι της χρόνια και ήταν πεπεισμένη ότι θα πέθαινε πριν τα Χριστούγεννα, και ακόμη κι έτσι ήταν έτοιμη να κλείσει την πόρτα και να ζητήσει από τον πωλητή κηδειών να περιμένει μια στιγμή όσο θα ντυνόταν για να τον υποδεχθεί όπως του άρμοζε. Όμως σκέφτηκε μετά ότι θα ξεπάγιαζε στο σκοτεινό πλατύσκαλο, και τον έβαλε να περάσει μέσα.

Συγχωρήστε μου αυτή τη φάτσα νυχτερίδας, είπε, όμως είμαι πάνω από πενήντα χρόνια στην Καταλονία, και είναι η πρώτη φορά που κάποιος φτάνει στην ώρα του.

Μιλούσε τα καταλανικά τέλεια με μια καθαρότητα κάπως αρχαϊκή, παρότι ακόμη μπορούσες να διακρίνεις τη μουσική των ξεχασμένων πορτογαλικών της. Παρά τα χρόνια της και με τις συρμάτινες μπούκλες της συνέχιζε να είναι μια μιγάδα κομψή και ζωντανή, με πυκνό μαλλί και κίτρινα και κοκκινισμένα μάτια, που είχε χάσει από καιρό τη λύπηση για τους άντρες. Ο πωλητής, τυφλωμένος ακόμη από το φως του δρόμου, δεν έκανε κανένα σχόλιο παρά σκούπισε τα πόδια του στο ψάθινο πατάκι και της φίλησε το χέρι υποκλινόμενος.

   Είσαι ένας άντρας όπως αυτοί της εποχής μου, είπε η Μαρία ντος Πρασέρες, με τρανταχτό γέλιο. Κάθισε!

Αν και ήταν νέος στο επάγγελμα, το γνώριζε αρκετά καλά για να μην αναμένει εκείνη τη χαρμόσυνη υποδοχή στις οκτώ το πρωί, πόσο μάλλον από μια ηλικιωμένη δίχως έλεος που εκ πρώτης όψεως του έμοιασε μια παλαβή που το 'χει σκάσει από την άλλη άκρη του Ατλαντικού. Κι έτσι παρέμεινε στο ένα βήμα από την πόρτα δίχως να ξέρει τι να πει, όσο η Μαρία ντος Πρασέρες τράβαγε τις παχιές γούνινες κουρτίνες στα παράθυρα. Η χλωμή λάμψη του Απρίλη ίσα που φώτισε το σχολαστικό περιβάλλον της σάλας που πιο πολύ έμοιαζε με βιτρίνα καταστήματος με αντίκες. Ήταν πράγματα καθημερινής χρήσης, κανένα περισσότερο κανένα λιγότερο, και το καθένα φαινόταν τοποθετημένο στο φυσικό του περιβάλλον, και με ένα γούστο τόσο εύστοχο που θα ήταν δύσκολο να συναντήσεις άλλο σπίτι πιο λειτουργικό ακόμη και σε μια πόλη τόσο παλιά και μυστική όπως η Βαρκελώνη.

   Συγχωρήστε με, είπε. Έκανα λάθος στην πόρτα. 
   Μακάρι, είπε αυτή, αλλά ο θάνατος δεν κάνει λάθος.

Ο πωλητής άνοιξε πάνω στην τραπεζαρία ένα διάγραμμα διπλωμένο πολλές φορές όπως οι χάρτες ναυσιπλοΐας, με τμήματα χρωματισμένα διαφορετικά και πολυάριθμους σταυρούς και νούμερα στο κάθε χρώμα. Η Μαρία ντος Πρασέρες κατάλαβε πως ήταν το πλήρες πλάνο του απέραντου νεκροταφείου του Μονζουίκ και της ήρθε στον νου ο παμπάλαιος τρόμος του νεκροταφείου στο Μανάος κάτω απ' τις μπόρες του Οκτώβρη, εκεί που πλατσούριζαν οι τάπιροι ανάμεσα σε ανώνυμους τάφους και μαυσωλεία τυχοδιωκτών με φλωρεντινά βιτρό. Ένα πρωί, όντας πολύ μικρή, ο ξεχειλισμένος Αμαζόνιος ξημερώθηκε έχοντας μετατραπεί σε ένα αηδιαστικό έλος, κι εκείνη είδε τα διαλυμένα φέρετρα να πλέουν στην αυλή του σπιτιού της με κομμάτια από κουρέλια και τρίχες νεκρών στις χαραμάδες. Εκείνη η ανάμνηση ήταν κι ο λόγος που είχε επιλέξει τον λόφο του Μονζουίκ για να αναπαυθεί εν ειρήνη, και όχι το μικρό νεκροταφείο του Σαν Χερβάσιο, τόσο κοντινό και οικείο.

   Θέλω ένα μέρος που να μην φτάσει ποτέ νερό, είπε.
Οπότε εδώ είμαστε, είπε ο πωλητής, δείχνοντας το σημείο στον χάρτη με την πτυσσόμενη ράβδο που είχε στην τσέπη σαν σιδερένιο στιλό. Δεν υπάρχει θάλασσα που να ανεβαίνει τόσο.

Αυτή περιπλανήθηκε στον χρωματιστό πίνακα μέχρι να βρει την κεντρική είσοδο, όπου ήταν οι τρεις συνεχόμενοι τάφοι, ολόιδιοι κι ανώνυμοι όπου κείτονταν ο Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι και άλλοι δυο αναρχικοί επικεφαλής που πέθαναν στον Εμφύλιο. Κάθε νύχτα όλο και κάποιος έγραφε τα ονόματα πάνω στις λευκές ταφόπλακες. Τα έγραφαν με μολύβι, με μπογιά, με κάρβουνο, με βαφή φρυδιών ή βερνίκι νυχιών, με όλα τους τα γράμματα και στη σωστή σειρά, και κάθε πρωί οι φύλακες τα έσβηναν για να μην μάθει κανείς ποιος ήταν κάτω από τα βουβά μάρμαρα. Η Μαρία ντος Πρασέρες είχε παρευρεθεί στην κηδεία του Ντουρούτι, την πιο θλιμμένη και ταραχώδη από όσες έγιναν ποτέ στη Βαρκελώνη, και ήθελε να αναπαυθεί κοντά στον τάφο του. Όμως δεν υπήρχε κανένας διαθέσιμος στο αχανές υπέρ-κατοικημένο νεκροταφείο. Με αυτόν τον τρόπο περιορίστηκε στο μέτρο του δυνατού. «Με την προϋπόθεση, είπε, να μην με χώσουν σε κάνα συρτάρι καμιά πενταετία λες κι είμαι γράμμα στο ταχυδρομείο». Ύστερα, αφού θυμήθηκε τη βασική προϋπόθεση, κατέληξε:

   Και οπωσδήποτε, να με θάψουν ξαπλωτή.

Και όμως, ως ανταπάντηση στη θορυβώδη προβολή πωλήσεων τάφων με προεξόφληση, κυκλοφορούσε η φήμη ότι πραγματοποιούνταν κάθετοι ενταφιασμοί για εξοικονόμηση χώρου. Ο πωλητής εξήγησε, με την ακρίβεια διάλεξης μαθημένης παπαγαλία, και πολλές φορές επανειλημμένης, πως αυτή η εκδοχή ήταν μια αχρεία φημολογία των παραδοσιακών γραφείων κηδειών προκειμένου να δυσφημίσουν το πρωτοποριακό λανσάρισμα των τάφων σε δόσεις. Όσο το εξηγούσε ακούστηκαν στην πόρτα τρία χτυπηματάκια διακριτικά, κι αυτός έκανε μιαν αβέβαιη παύση, αλλά η Μαρία ντος Πρασέρες του υπέδειξε να συνεχίσει.

   Μην ανησυχείτε, είπε πολύ χαμηλόφωνα. Είναι ο Νόι.

Ο πωλητής ανέκτησε τον ειρμό και η Μαρία ντος Πρασέρες έμεινε ικανοποιημένη με την επεξήγηση. Ωστόσο, πριν ανοίξει την πόρτα θέλησε να κάνει μια συνολική αποτίμηση μιας σκέψης που είχε ωριμάσει στην καρδιά της εδώ και πολλά χρόνια, μέχρι τις πιο απόκρυφές  του λεπτομέρειες, από τότε με τη θρυλική φουσκονεριά του Μανάος.

   Αυτό που θέλω να πω, είπε, είναι ότι ψάχνω ένα μέρος που να είμαι ξαπλωμένη κάτω απ’ τη γη, χωρίς κίνδυνο πλημμύρας κι αν είναι δυνατό στη σκιά των δέντρων το καλοκαίρι, κι όπου δεν θα με βγάλουν μετά από κάποιον καιρό για να με πετάξουν στα σκουπίδια.

Άνοιξε την πόρτα του δρόμου και μπήκε ένα σκυλάκι μουσκεμένο μες στα νερά απ’ το ψιλόβροχο, και με μια  απρόσεκτη διάθεση που ουδεμία σχέση είχε με το υπόλοιπο του σπιτιού. Επέστρεφε από την πρωινή του βόλτα στη γειτονιά, και με το που μπήκε έπαθε παροξυσμό απ' τη χαρά του. Πήδηξε πάνω στο τραπέζι γαυγίζοντας στα κουτουρού, και όπως το πήγαινε θα κατέστρεφε το πλάνο του νεκροταφείου με τα λασπωμένα του πόδια.  Μια και μόνο ματιά της κυρίας του ήταν αρκετή για να του κοπεί η φόρα.

   Νόι! Του είπε χωρίς να φωνάξει. Κατέβα από ’κει.

Το ζωντανό μαζεύτηκε, την κοίταξε τρομαγμένο, κι ένα ζευγάρι από καθάρια δάκρυα γλίστρησαν στη μουσούδα του. Τότε η Μαρία ντος Πρασέρες έπιασε να ξανασχοληθεί με τον πωλητή και τον βρήκε σαστισμένο.

   Έλα ρε! αναφώνησε αυτός. Έκλαψε! 
   Είναι που τον έπιασε ανησυχία που βρήκε κάποιον εδώ τέτοια ώρα, τον δικαιολόγησε η Μαρία ντος Πρασέρες χαμηλόφωνα. Γενικά, μπαίνει στο σπίτι πιο προσεκτικά από τους ανθρώπους. Εκτός από σένα, όπως έχω δει ήδη.  
  Μα αφού έκλαψε, διάολε! επανέλαβε ο πωλητής κι αμέσως πήρε χαμπάρι την απρέπειά του και  απολογήθηκε ντροπιασμένος: Να με συγχωρείτε, αλλά είναι που αυτό δεν το έχω δει ούτε στο σινεμά.
   Όλα τα σκυλιά μπορούν να το κάνουν αν τους το μάθουν, είπε αυτή. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι τα αφεντικά τους περνάνε μια ζωή μαθαίνοντάς τα συνήθειες που τα κάνουν και υποφέρουν, πώς να τρώνε με πιάτο ή να κάνουν τα κακά τους στην ώρα τους και στο ίδιο σημείο. Κι αντιθέτως δεν τα μαθαίνουν πράγματα φυσικά που τους αρέσουν, όπως να κλαίνε και να γελούν. Πού είμασταν;

Λίγο είχε μείνει. Η Μαρία ντος Πρασέρες όφειλε να αρκεστεί επιπλέον σε καλοκαίρια δίχως δέντρα, γιατί τα μοναδικά που υπήρχαν στο νεκροταφείο είχαν κρατημένες προκαταβολικά τις σκιές τους για τους υψηλόβαθμους του καθεστώτος. Αντίθετα, οι όροι και οι προϋποθέσεις του συμβολαίου περισσεύανε, επειδή εκείνη ήθελε να καρπωθεί την έκπτωση για την προκαταβολική και τοις μετρητοίς πληρωμή.

Μόνο όταν είχαν τελειώσει, κι ενώ φύλαγε ξανά τα χαρτιά του στον φάκελο, ο πωλητής εξέτασε το σπίτι με συνειδητή ματιά και τον συγκλόνισε η μαγική ανάσα του κάλλους του. Ξανακοίταξε τη Μαρία ντος Πρασέρες σαν να ήταν η πρώτη φορά.

   Μπορώ να σας κάνω μια ερώτηση αδιάκριτη; ρώτησε αυτός. 
  Αυτή τον κατεύθυνε προς την πόρτα.
   Εννοείται, του είπε, αρκεί να μην είναι η ηλικία.
   Έχω τη μανία να μαντεύω το επάγγελμα των ανθρώπων από τα πράγματα που έχουν σπίτι τους, και η αλήθεια είναι πως εδώ δεν το βρισκω, είπε αυτός. Τι κάνετε;
Η Μαρία ντος Πρασέρες του απάντησε σκασμένη στα γέλια:
   Είμαι πουτάνα, αγόρι μου. Ή μήπως πια δεν μου φαίνεται; 
Ο πωλητής κοκκίνησε.  
   Λυπάμαι.  
    Περισσότερο θα ’πρεπε να λυπάμαι εγώ, είπε αυτή, πιάνοντάς τον απ’ το μπράτσο, να προλάβει μην κουτουλήσει πάνω στην πόρτα. Και προσοχή!  Μην πας και χτυπήσεις σε κάνα δοξαπατρί πριν να με έχεις θάψει για τα καλά.

Αμέσως μόλις έκλεισε την πόρτα πήρε αγκαλιά το σκυλάκι κι άρχισε να το κανακεύει, κι ένωσε την υπέροχη αφρικάνικη φωνή της με την παιδική χορωδία που εκείνη τη στιγμή άρχισε να ακούγεται απ' το γειτονικό νηπιαγωγείο. Τρεις μήνες πριν, είχε δει στα όνειρά της την αποκάλυψη ότι επρόκειτο να πεθάνει, κι από τότε ένιωθε πιο δεμένη από ποτέ με εκείνο το πλάσμα της μοναξιάς της. Είχε προβλέψει με τόση επιμέλεια τη μεταθανάτιο μοιρασιά των πράγματων της και τη μοίρα του κορμιού της, που θα μπορούσε εκείνη τη στιγμή να πεθάνει δίχως να γίνει βάρος σε κανέναν. Είχε αποσυρθεί με τη θέλησή της, με μια περιουσία που συγκεντρώθηκε πετραδάκι-πετραδάκι  αλλά χωρίς υπερβολικά πικρές θυσίες, κι είχε επιλέξει ως ύστατο καταφύγιο το αρχαίο κι ευγενές  χωριό της Γκράσια, το οποίο είχε ήδη καταπιεί η επέκταση της πόλης. Είχε αγοράσει τον ημιώροφο ερείπιο, με την αδιάκοπη μυρωδιά καπνιστής ρέγκας, του οποίου οι διαβρωμένοι από τα άλατα τοίχοι διατηρούσαν ακόμη τα σημάδια κάποιας άδοξης μάχης. Δεν υπήρχε θυρωρός, και στις υγρές και σκοτεινές σκάλες έλειπαν κάποια σκαλοπάτια, παρότι όλα τα διαμερίσματα ήταν κατειλημμένα. Η Μαρία ντος Πρασέρες έκανε ανακαίνιση στο μπάνιο και την κουζίνα, επικάλυψε τους τοίχους με πανό σε χρώματα χαρούμενα κι έβαλε λοξότμητα τζάμια και βελούδινες κουρτίνες στα παράθυρα. Τελευταία έφερε τα λεπτεπίλεπτα έπιπλα, τα σερβίτσια και τα διακοσμητικά, και τις μεταξένιες φάσες και τα μπροκάρ που οι φασίστες έκλεβαν από τα εγκαταλελειμμένα σπίτια των δημοκρατικών κατά την υποχώρηση της ήττας, και που η ίδια αγόραζε λίγο-λίγο, για πολλά χρόνια, σε τιμές ευκαιρίας και μυστικές δημοπρασίες. Η μοναδική γέφυρα που της απέμεινε με το παρελθόν ήταν η φιλία της με τον κόμη της Καρδόνα, ο οποίος συνέχιζε να την επισκέπτεται την τελευταία Παρασκευή κάθε μήνα για να δειπνήσει μαζί της και να της κάνει έναν έρωτα υποτονικό επάνω στο τραπέζι. Όμως ακόμη κι εκείνη η φιλία της νιότης είχε κρατηθεί διακριτικά, αφού ο κόμης άφηνε το αυτοκίνητο με τα εμβλήματά του σε μια απόσταση παραπάνω από συνετή, κι έφτανε μέχρι τον ημιώροφο της περπατώντας στη σκιά, τόσο για να προστατέψει την τιμή εκεινής όσο και τη δική του. Η Μαρία ντος Πρασέρες δεν ήξερε κανέναν στο κτίριο, εκτός από την απέναντι πόρτα, όπου έμενε εδώ και λίγο καιρό ένα νεαρό ζευγάρι με ένα κορίτσι εννιά ετών. Της φαινόταν απίστευτο, όμως ήταν βέβαιο, να μην έχει ποτέ της συναντηθεί με κάποιον άλλον στις σκάλες.

Ωστόσο, η μοιρασιά της κληρονομιάς της της απέδειξε πως ήταν περισσότερο ριζωμένη από όσο η ίδια υπέθετε σε εκείνη την κοινότητα σκληρών καταλανών που η εθνική τους περηφάνια  θεμελιωνόταν μέσα στη συστολή. Ως και τα πιο ασήμαντα μπιχλιμπίδια τα είχε μοιράσει σε ανθρώπους που ήταν πιο κοντά στην καρδιά της, κι ήταν αυτοί που ζούσαν πιο κοντά στο σπίτι της. Τελικά δεν ένιωθε ιδιαίτερα πεπεισμένη πως είχε αποδώσει δικαιοσύνη, όμως αντιθέτως ήταν σίγουρη πως δεν είχε ξεχάσει κανέναν που δεν το άξιζε. Ήταν μια πράξη σχεδιασμένη με τέτοια ακρίβεια που ο συμβολαιογράφος της οδού Ντελ Άρμπολ, που καυχιόταν πως τα είχε δει όλα, δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του βλέποντάς την να υπαγορεύει από μνήμης στους γραμματείς του τη λεπτομερή λίστα από τα υπάρχοντά της, με το ακριβές όνομα κάθε πράγματος στα καταλανικά του Μεσαίωνα, και ολόκληρη τη λίστα των κληρονόμων με τα επαγγέλματα και τις διευθύνσεις τους, και τη θέση που καταλάμβαναν μες στην καρδιά της.

Ύστερα από την επίσκεψη του πωλητή κηδειών κατέληξε να γίνει ένας ακόμη στους πολυάριθμους κυριακάτικους επισκέπτες του νεκροταφείου. Έτσι όπως έκαναν και στους γειτονικούς τάφους,  φύτεψε λουλούδια και για τις τέσσερις εποχές στα παρτέρια, πότιζε το φρέσκο χορτάρι και το κούρευε με το χορτοκοπτικό μέχρι που το έκανε όπως τα χαλιά του δημαρχείου, κι εξοικειώθηκε τόσο πολύ με το μέρος που κατέληξε να μην καταλαβαίνει πώς και στην αρχή τής φάνηκε τόσο ερημικό.  

Στην πρώτη της επίσκεψη, ένιωσε ένα σκίρτημα στην καρδιά όταν είδε δίπλα στην είσοδο τούς τρεις ανώνυμους τάφους, μα δεν σταμάτησε καν να τους κοιτάξει, μιας και σε λίγα βήματα από εκείνη βρισκόταν ο ξάγρυπνος φύλακας. Όμως την τρίτη Κυριακή εκμεταλλεύτηκε μια απροσεξία για να πραγματοποιήσει ένα από τα μεγαλύτερα όνειρά της, και με το κραγιόν έγραψε στην πρώτη ταφόπλακα που είχε πλύνει η βροχή: Ντουρού. Από τότε, όποτε μπορούσε το ξανάκανε, κάποιες φορές στον έναν τάφο, στους δυο ή στους τρεις, και πάντα με τον καρπό σταθερό και την καρδιά αναστατωμένη από τη νοσταλγία.

Μια Κυριακή στα τέλη του Σεπτέμβρη εμφανίστηκε και η πρώτη κηδεία στον λόφο. Τρεις εβδομάδες αργότερα, ένα βράδυ με παγωμένο αγέρα, έθαψαν μια νεαρή  νιόπαντρη στον γειτονικό από τον δικό της τάφο. Στο τέλος της χρονιάς, επτά κομμάτια γης είχαν καταληφθεί, αλλά ο παροδικός χειμώνας πέρασε χωρίς να την αναστατώσει. Δεν ένιωθε τίποτα το άσχημο, και καθώς αυξανόταν η ζέστη και ο καταιγιστικός θόρυβος της ζωής έμπαινε από τα ανοιχτά παράθυρα όλο κι έβρισκε πιο πολύ κουράγιο να επιβιώσει απέναντι στα αινίγματα των ονείρων της. Ο κόμης της Καρδόνα, που περνούσε στο βουνό τους τους πιο ζεστούς μήνες, την βρήκε στην επιστροφή του ακόμη πιο ελκυστική κι από την απροσδόκητη νιότη των πενήντα της.

Μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες, η Μαρία ντος Πρασέρες κατάφερε τον Νόι να ξεχωρίζει τον τάφο της μες στον απέραντο λόφο από όμοιους τάφους. Έπειτα καταπιάστηκε να του μάθει να κλαίει πάνω από τον αδειανό τάφο ώστε να συνεχίσει να το κάνει από συνήθεια μετά τον θάνατό της. Τον πήγε αρκετές φορές με τα πόδια από το σπίτι της μέχρι το νεκροταφείο, δείχνοντάς του σημεία αναφοράς για να απομνημονεύσει τη διαδρομή του λεωφορείου της Ράμπλα, ώσπου τον ένιωσε αρκετά ικανό για να τον στείλει μόνο.

Την Κυριακή της τελικής πρόβας, στις τρεις το απόγευμα, του έβγαλε το ανοιξιάτικο γιλέκο, εν μέρει γιατί το καλοκαίρι ήταν προ των πυλών κι εν μέρει για να τραβάει λιγότερο την προσοχή, και τον άφησε να πράξει κατά βούληση. Τον είδε να απομακρύνεται στο σκιερό πεζοδρόμιο με ελαφρύ βηματισμό και το σφιχτό του ποπουδάκι λυπημένο κάτω από την ανήσυχη ουρά, κι έσφιξε τα δόντια για να συγκρατήσει την επιθυμία της να κλάψει, για εκείνη και για εκείνον, και για τα τόσα και τόσο πικρά χρόνια των κοινών ψευδαισθήσεων, ώσπου τον είδε να στρίβει  προς τη θάλασσα στη γωνία της οδού Μαγιόρ. Δεκαπέντε λεπτά αργότερα ανέβηκε στο λεωφορείο της Ράμπλα στην κοντινή Πλάθα ντε Λεσέπς, προσπαθώντας να τον δει χωρίς να φαίνεται από το παράθυρο, και όντως τον είδε ανάμεσα σε σμήνη από πιτσιρίκια της Κυριακής, απόμακρο και σοβαρό, περιμένοντας να ανάψει το φανάρι για τους πεζούς του Πασέο ντε Γκράσια. 

 «Θεέ μου», ψιθύρισε.
«Πόσο μόνος φαίνεται».

Χρειάστηκε να τον περιμένει σχεδόν δυο ώρες κάτω από τον βάναυσο ήλιο του Μονζουίκ. Χαιρέτησε διάφορους συγγενείς εκλιπόντων από άλλες Κυριακές που δεν τις θυμόταν και τόσο, αν και ίσα που τους αναγνώρισε, αφού είχε περάσει τόσος καιρός από τότε που τους είδε για πρώτη φορά που πια δεν ήταν ντυμένοι στο πένθος, ούτε έκλαιγαν, κι έβαζαν τα λουλούδια πάνω στους τάφους με τη σκέψη τους μακρυά από τους νεκρούς. Λίγο αργότερα, όταν έφυγαν όλοι, άκουσε έναν πένθιμο βρυχηθμό που τρόμαξε τους γλάρους, και είδε στο απέραντο πέλαγος ένα υπερωκεάνιο με τη σημαία της Βραζιλίας, και θέλησε ολόψυχα να της έφερνε ένα γράμμα κάποιου που είχε πεθάνει για χάρη της στη φυλακή του Πεναμπούκο. Λίγο μετά τις πέντε, κατά δώδεκα λεπτά νωρίτερα, εμφανίστηκε ο Νόι στον λόφο, με τα σάλια να του τρέχουν από την κούραση και τη ζέστη, αλλά και την έπαρση μικρού θριαμβευτή. Εκείνη τη στιγμή, η Μαρία ντος Πρασέρες ξεπέρασε τον φόβο του να μην έχει κανέναν να κλαίει πάνω απ’ τον τάφο της.

Ήταν το επόμενο φθινόπωρο όταν και άρχισε να αντιλαμβάνεται άσχημα σημάδια που δεν μπορούσε να αποκωδικοποιήσει, αλλά μεγάλωναν το βάρος στην καρδιά. Ξαναήπιε καφέ κάτω από τις χρυσαφένιες ακακίες της Πλάθα ντελ Ρελόχ μες στο παλτό με τον γιακά από ουρά αλεπούς και το καπέλο με ψεύτικα λουλούδια που ήταν τόσο παλιό που είχε ξαναγυρίσει στη μόδα. Ακόνισε το ένστικτο. Προσπαθώντας να εξηγήσει το άγχος της, αφουγκράστηκε τα κουτσομπολιά των γυναικών που πουλούσαν πουλιά στη Ράμπλα, τους ψιθύρους των αντρών στους πάγκους με τα βιβλία που για πρώτη φορά μετά από χρόνια δεν μιλούσαν για ποδόσφαιρο, τα απόκρυφα χούγια των αναπήρων πολέμου που πετάγανε ψίχουλα στα περιστέρια, και παντού συναντούσε αδιάψευστα σημάδια του θανάτου. Τα Χριστούγεννα άναψαν τα χρωματιστά λαμπάκια ανάμεσα στις ακακίες, κι έβγαιναν μουσικές και φωνές αγαλλίασης απ’ τα μπαλκόνια, κι ένα πλήθος τουριστών με άγνοια του δικού μας πεπρωμένου εισέβαλαν στα καφέ στον καθαρό αέρα, όμως μέσα σ’ αυτή τη γιορτή αισθανόσουν την ίδια καταπιεσμένη ένταση που προηγήθηκε των καιρών που οι αναρχικοί έκαναν τους δρόμους κτήμα τους. Η Μαρία ντος Πρασέρες, που είχε ζήσει εκείνη την εποχή του μεγάλου πάθους, δεν μπορούσε να τιθασεύσει την ανησυχία, και για πρώτη της φορά ξύπνησε μες στον ύπνο της από νυχιές τρόμου.

Μια νύχτα, πράκτορες της κρατικής ασφάλειας δολοφονήσαν με όπλο απέναντι από το παράθυρο της έναν φοιτητή που είχε γράψει με χοντρή μπογιά στον τοίχο: Ζητώ η Ελεύθερη Καταλονία.

«Θεέ μου, είπε κατάπληκτη, λες και πεθαίνουν όλα μαζί μου!»

Παρόμοιο άγχος είχε γνωρίσει μόνο σαν ήταν μικρή στο Μανάος, ένα λεπτό πριν ξημερώσει, όταν οι πολυάριθμοι ήχοι της νύχτας σταματούσαν απότομα, ο χρόνος ταλαντευόταν, και η ζούγκλα του Αμαζόνιου βυθιζόταν σε μια αβυσσώδη σιωπή που θα μπορούσε να συγκριθεί μόνο με αυτήν του θανάτου. Καταμεσής εκεινής της ακαταμάχητης έντασης, την Παρασκευή 10 του Απρίλη, όπως πάντα, ο κόμης της Καρδόνα πήγε να δειπνήσει στο σπίτι της.

Η επίσκεψη είχε αποκτήσει το τελετουργικό της. Ο κόμης έφτανε ακριβώς μεταξύ επτά και εννέα το βράδυ με ένα μπουκάλι τοπικής σαμπάνιας τυλιγμένο στην απογευματινή εφημερίδα για να μην είναι τόσο εμφανές, κι ένα κουτί γεμιστά σοκολατάκια. Η Μαρία ντος Πρασέρες του ετοίμαζε κανελόνια στον φούρνο και τρυφερό κοτόπουλο στον χυμό του, που ήταν τα αγαπημένα πιάτα των καταλανών με καταγωγή από τα χρόνια τα καλά, και μια πιατέλα με ποικιλία φρούτων εποχής. Όσο εκείνη μάζευε την κουζίνα, ο κόμης άκουγε στο γραμμόφωνο αποσπάσματα από ιταλικές όπερες σε ιστορικές εκτελέσεις, πίνοντας αργά ένα ποτηράκι πόρτο που διαρκούσε μέχρι να τελειώσουν οι δίσκοι.

Μετά το δείπνο, κι έπειτα από μακρά συζήτηση, έκαναν από μνήμης καθιστοί έρωτα που άφηνε και στους δύο ένα στίγμα καταστροφής. Πριν να φύγει, πάντοτε αναστατωμένος καθώς τα μεσάνυχτα πλησίαζαν, ο κόμης άφηνε εικοσιπέντε πεσέτες κάτω από το τασάκι στο υπνοδωμάτιο. Αυτή ήταν η τιμή της Μαρίας ντος Πρασέρες όταν την γνώρισε περαστικός σε ένα ξενοδοχείο του Παραλέλο, κι ήταν το μοναδικό που η σκουριά του χρόνου είχε αφήσει ανέπαφο.  

Κανένας από τους δυο δεν είχε αναρωτηθεί ποτέ σε τι βασιζόταν εκείνη η φιλία. Η Μαρία ντος Πρασέρες του χρωστούσε μερικές εύκολες χάρες. Αυτός της έδινε χρήσιμες συμβουλές για τη διαχείριση των αποταμιεύσεών της, της είχε μάθει να διακρίνει την πραγματική αξία των σκηνωμάτων της, και τον τρόπο να τα έχει για να μην αποκαλυφθεί πως ήταν πράγματα κλεμμένα. Όμως πάνω από όλα, ήταν αυτός που της υπέδειξε τον δρόμο για αξιοπρεπή γηρατειά στη συνοικία της Γκράσια, όταν στο μπουρδέλο που ’χε περάσει μια ζωή την έβγαλαν υπερβολικά παρωχημένη για τα μοντέρνα γούστα, κι ήθελαν να την στείλουν σε ένα σπίτι με παράνομες συνταξιούχες που για πέντε πεσέτες τις μάθαιναν να κάνουν έρωτα σε παιδιά. Αυτή του είχε διηγηθεί πως η μητέρα της την πούλησε στα δεκατέσσερα της στο λιμάνι του Μανάος, κι ότι ο πρώτος ενός τούρκικου πλοίου την απόλαυσε και με το παραπάνω καθώς διέσχιζαν τον Ατλαντικό, και την παράτησε χωρίς χρήματα, χωρίς γλώσσα και χωρίς όνομα, στον φωτεινό βάλτο του Παραλέλο. Κι οι δυο τους είχαν συνείδηση του πόσο λίγα πράγματα είχαν από κοινού και ποτέ δεν αισθάνονταν περισσότερο μόνοι από όσο όταν ήταν μαζί, όμως κανένας τους δεν είχε τολμήσει να πληγώσει τη δύναμη της συνήθειας. Είχαν ανάγκη μια εθνική συγκίνηση για να αντιληφθούν, κι οι δυο τους ταυτόχρονα, του πόσο είχαν μισήσει ο ένας τον άλλο, και με πόση τρυφερότητα, όλα αυτά τα χρόνια.

Ήταν μια εκπυρσοκρότηση. Ο κόμης της Καρδόνα άκουγε το ντουέτο του έρωτα της Λα Μποέμ, με ερμηνευτές τη Λίτσια Αλμπανέζε και τον Μπερναμίνο Τζίλι, όταν και δέχτηκε μια τυχαία ριπή ειδήσεων από το ράδιο που η Μαρία ντος Πρασέρες άκουγε στην κουζίνα. Πλησίασε στις άκρες των δακτύλων κι άκουσε κι αυτός. Ο στρατηγός Φρανθίσκο Φράνκο, ισόβιος δικτάτωρ της Ισπανίας, είχε αναλάβει την ευθύνη να αποφασίσει την τελική κατάληξη τριών Βάσκων αυτονομιστών που μόλις είχαν καταδικαστεί εις θάνατον. Ο κόμης πήρε μια ανάσα ανακούφισης.
   Οπότε θα τους εκτελέσουν το δίχως άλλο, είπε, γιατί ο Στρατηγός είναι δίκαιος άνθρωπος. Η Μαρία ντος Πρασέρες κάρφωσε επάνω του τα φλογισμένα μάτια μιας αληθινής κόμπρας, και είδε τις κόρες των ματιών του δίχως πάθος πίσω απ’ τα χρυσά γυαλάκια, τα υβριδικά χέρια ζώου που έχει συνηθίσει την υγρασία και το σκοτάδι. Έτσι όπως ήταν.
  Τότε προσευχήσου στον Θεό να μην το κάνουν, είπε, γιατί με τον πρώτο που θα εκτελέσουν θα σου ρίξω δηλητήριο στη σούπα.
Ο κόμης τρόμαξε.
   Και γιατί αυτό; 
   Γιατί κι εγώ είμαι δίκαιη πουτάνα.

Ο κόμης της Καρδόνα δεν επέστρεψε ποτέ, κι η Μαρία ντος Πρασέρες είχε τη βεβαιότητα πως ο τελευταίος κύκλος της ζωής της μόλις είχε κλείσει. Μέχρι πριν λίγο, την εξόργιζε που της παραχωρούσαν τη θέση στο λεωφορείο, που την βοηθούσαν να διασχίσει τον δρόμο, να την πιάνουν από το μπράτσο για να ανεβεί τις σκάλες, ωστόσο είχε καταλήξει όχι μόνο να το αποδέχεται αλλά ακόμη και να το επιδιώκει ως ένα αναγκαίο κακό. Τότε παράγγειλε να της κάνουν μια ταφόπλακα αναρχικού, δίχως ονόματα και ημερομηνίες, κι άρχισε να κοιμάται χωρίς να περνάει τον σύρτη στην πόρτα ώστε να μπορέσει ο Νόι να βγει να ειδοποιήσει εάν πέθαινε την ώρα που κοιμόταν.

Μια Κυριακή, μπαίνοντας στο σπίτι επιστρέφοντας από το νεκροταφείο, συνάντησε στο πλατύσκαλο το κορίτσι που έμενε στην απέναντι πόρτα. Την συνόδευσε για αρκετά τετράγωνα, μιλώντας της για τα πάντα με μια αθωότητα γιαγιάς, ενώ την έβλεπε να χαριεντίζεται με τον Νόι σαν δύο παλιοί φίλοι. Στην Πλάθα ντελ Ντιαμάντε, έτσι όπως το ’χε προβλέψει, την κέρασε ένα παγωτό. 
   Σου αρέσουν τα σκυλιά; την ρώτησε.
   Τρελαίνομαι, είπε το κορίτσι. Τότε η Μαρία ντος Πρασέρες της έκανε την πρόταση που προετοίμαζε πολύ καιρό.
    Αν κάποια στιγμή μου συμβεί κάτι, πάρε τον Νόι, της είπε, με μοναδικό όρο να τον αφήνεις ελεύθερο τις Κυριακές δίχως να ανησυχείς για το παραμικρό. Ξέρει αυτός τι να κάνει.

Η μικρή το ευχαριστήθηκε. Η Μαρία ντος Πρασέρες, με τη σειρά της, επέστρεψε στο σπίτι με την αγαλλίαση του να έχει ζήσει ένα όνειρο ωριμασμένο για χρόνια μες στην καρδιά της. Ωστόσο, δεν ήταν από την κόπωση των γηρατειών ούτε από την αργοπορία του θανάτου που το όνειρο αυτό δεν εκπληρώθηκε. Δεν ήταν καν δική της η απόφαση. Την είχε πάρει η ζωή για λογαριασμό της ένα παγερό βράδυ του Νοέμβρη που ξέσπασε μια ξαφνική καταιγίδα σαν έβγαινε από το νεκροταφείο. Είχε γράψει τα ονόματα στις τρεις ταφόπλακες και κατέβαινε με τα πόδια προς τον σταθμό των λεωφορείων όταν κι έγινε μούσκεμα για τα καλά από τις πρώτες ριπές της βροχής. Ίσα που πρόλαβε να καταφύγει σε κάτι κατώφλια μιας ερημικής συνοικίας που έμοιαζε με άλλη πόλη, με μπακάλικα κατεστραμμένα και σκονισμένες φάμπρικες, και τεράστια καμιόνια που έκαναν ακόμη πιο τρομακτική τη βοή της καταιγίδας. Όσο προσπαθούσε να ζεστάνει με το κορμί της το μουσκεμένο σκυλάκι, η Μαρία ντος Πρασέρες έβλεπε να περνούν τα λεωφορεία γεμάτα, τα ταξί άδεια με τη σημαία κατεβασμένη, όμως κανείς δεν έδινε σημασία στα σινιάλα ναυαγού που έκανε. Ξαφνικά, όταν και πια έμοιαζε αδύνατο σαν θαύμα, ένα πολυτελές αυτοκίνητο στο χρώμα που ’χει το ατσάλι στο λυκόφως πέρασε σχεδόν αθόρυβα απ’ τον πλημμυρισμένο δρόμο, σταμάτησε απότομα στη γωνία και γύρισε με την όπισθεν εκεί όπου βρισκόταν εκείνη. Τα τζάμια κατέβηκαν με ένα μαγικό φύσημα, κι ο οδηγός προσφέρθηκε να την πάρει.

  —  Πάω πολύ μακρυά, είπε η Μαρία ντος Πρασέρες με ειλικρίνεια. Όμως θα μου κάνατε μεγάλη χάρη αν με πηγαίνατε λίγο πιο κοντά.
   —   Πείτε μου πού πηγαίνετε, επέμεινε αυτός.  
   —   Στη Γκράσια, είπε αυτή. Η πόρτα άνοιξε δίχως άγγιγμα. 
   Στον δρόμο μου είναι, είπε αυτός. Περάστε. Στο εσωτερικό που μύριζε σαν φάρμακο στην κατάψυξη, η βροχή μετατράπηκε σε εξωπραγματική κακοτυχία, η πόλη άλλαξε χρώμα, κι εκείνη ένιωθε σαν σε έναν κόσμο μακρινό κι ευτυχισμένο όπου όλα ήταν λυμένα προκαταβολικά. Ο οδηγός άνοιγε δρόμο μέσα από το χάος της κίνησης με μια ευχέρεια που είχε κάτι το μαγικό. Η Μαρία ντος Πρασέρες ήταν τρομοκρατημένη, όχι μόνο για τη δική της δυστυχία αλλά και για αυτήν του μικρού αξιοθρήνητου σκυλιού που κοιμόταν στα γόνατά της.
   Αυτό είναι υπερωκεάνιο, είπε, γιατί ένιωθε πως έπρεπε να πει κάτι αξιόλογο. Ποτέ μου δεν είδα κάτι παρόμοιο, ούτε καν στο όνειρό μου.
   Πραγματικά, το μόνο κακό που έχει είναι ότι δεν είναι δικό μου, είπε αυτός, σε δυσνόητα καταλανικά, κι έπειτα από μια παύση συμπλήρωσε στα καστιγιάνικα: Οι μισθοί μιας ολόκληρης ζωής δεν θα μου έφταναν για να το αγοράσω.
   Το φαντάζομαι, μουρμούρησε αυτή.

Τον εξέτασε με την άκρη του ματιού της, φωτισμένος στο πράσινο από τη λάμψη του καντράν, και είδε πως ήταν σχεδόν έφηβος, με σγουρά και κοντά μαλλιά, κι ένα προφίλ από ρωμαϊκό χαλκό. Σκέφτηκε πως δεν ήταν όμορφος, αλλά πως είχε μια γοητεία αλλιώτικη, πως του καθόταν πολύ καλά το φτηνό και φθαρμένο από τη χρήση δερμάτινο, και πως η μητέρα του πρέπει να ένιωθε πολύ ευτυχισμένη όταν τον άκουγε να γυρίζει σπίτι. Μονάχα από τα χέρια αγρότη που είχε μπορούσες να πιστέψεις πως δεν ήταν ο αληθινός ιδιοκτήτης του αυτοκίνητου.  

Δεν ξαναμίλησαν σε όλη τη διαδρομή, όμως και η Μαρία ντος Πρασέρες ένιωσε να την εξετάζει με την άκρη του ματιού του αρκετές φορές, και μια φορά πληγώθηκε  που ήταν ακόμη ζωντανή στην ηλικία της. Ένιωσε άσχημη και οικτρή, με το μαντήλι της κουζίνας που είχε βάλει όπως-όπως στο κεφάλι όταν ξεκίνησε να βρέχει, και το αξιοθρήνητο φθινοπωρινό παλτό που δεν της είχε κόψει να αλλάξει επειδή σκέφτοταν τον θάνατο. 

Σαν έφτασαν στη συνοικία της Γκράσια είχε αρχίσει να ανοίγει ο καιρός, είχε νυχτώσει κι είχαν ανάψει τα φώτα στους δρόμους. Η Μαρία ντος Πρασέρες υπέδειξε στον οδηγό της να την αφήσει σε μια κοντινή γωνία, αλλά αυτός επέμεινε να την πάει ως την πόρτα του σπιτιού της, και όχι μόνο το έκανε αλλά και στάθμευσε πάνω στο πεζοδρόμιο για να μπορέσει να κατεβεί χωρίς να βραχεί. Αυτή έλυσε το σκυλάκι, προσπάθησε να βγει από το αυτοκίνητο με όση αξιοπρέπεια της επέτρεπε το σώμα, κι όταν γύρισε για να πει ευχαριστώ συνάντησε ένα ανδρικό βλέμμα που της έκοψε την ανάσα.
   Να ανεβώ;
Η Μαρία ντος Πρασέρες ένιωσε ταπεινωμένη.
   Σας ευχαριστώ πολύ που μου κάνατε τη χάρη να με φέρετε, είπε, αλλά δεν σας επιτρέπω να με κοροϊδεύετε.
    Δεν έχω κανέναν λόγο να κοροϊδεύω κανέναν, είπε αυτός στα καστιγιάνικα με μια σοβαρότητα αδιαπραγμάτευτη. Και πολύ περισσότερο μια γυναίκα όπως εσείς.
Η Μαρία ντος Πρασέρες είχε γνωρίσει πολλούς άντρες σαν εκείνον, είχε σώσει από την αυτοκτονία άλλους πιο θαρραλέους από εκείνον, όμως ποτέ στην μακρά ζωή της δεν είχε φοβηθεί τόσο πολύ να αποφασίσει. Τον άκουσε να επιμένει δίχως την παραμικρή ένδειξη αλλαγής στη φωνή:
   Να ανεβώ;
Αυτή απομακρύνθηκε χωρίς να κλείσει την πόρτα του αυτοκίνητου και του απάντησε στα καστιγιάνικα για να είναι σίγουρη ότι θα γίνει αντιληπτή.
      Κάντε όπως θέλετε.
Μπήκε στην είσοδο η οποία ίσα που φωτιζόταν από τη χλωμή λάμψη του δρόμου κι άρχισε να ανεβαίνει το πρώτο κομμάτι της σκάλας με κομμένα τα γόνατα, πνιγμένη μέσα σε έναν τρόμο που θα μπορούσε να πιστέψει πιθανό μόνο την ώρα του θανάτου. Όταν σταμάτησε μπροστά στην πόρτα του ημιώροφου, τρέμοντας από το άγχος να βρει τα κλειδιά στη τσέπη, άκουσε να κλείνουν οι δυο πόρτες του αυτοκίνητου στον δρόμο. Ο Νόι, που είχε περάσει μπροστά, έκανε να γαυγίσει. «Σώπα», τον διέταξε με αγωνιώδες ψιθύρισμα. Σχεδόν αμέσως άκουσε τα πρώτα βήματα στα  φαρδιά σκαλοπάτια και φοβήθηκε πως η καρδιά της πήγαινε να σπάσει. Σε κλάσματα δευτερολέπτου ανέλυσε ξανά ολόκληρο το προφητικό όνειρο που της είχε αλλάξει τη ζωή εδώ και τρία χρόνια και κατάλαβε το λάθος στην ερμηνεία του.
 «Θεέ μου», είπε έκπληκτη. «Ώστε δεν ήταν ο θάνατος!»
Βρήκε τελικά την κλειδαριά, ακούγοντας τα μετρημένα βήματα μες στο σκοτάδι, ακούγοντας να δυναμώνει η αναπνοή κάποιου που πλησίαζε τόσο τρομαγμένος όσο κι αυτή μες στο σκοτάδι, και τότε κατάλαβε πως άξιζε τον κόπο να περιμένει τόσα και τόσα χρόνια, να υποφέρει τόσο πολύ μες στο σκοτάδι, παρότι θα ήταν μόνο για να ζήσει τη στιγμή εκείνη.

Μάιος 1979.

Απόδοση στα ελληνικά: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου

Σάββατο 30 Δεκεμβρίου 2017

Χουάν Χ. Μιγιάς: El orden alfabético

Μεταφρασμένο απόσπασμα από το μυθιστόρημα El orden alfabético (Suma de Letras, 2000, pp.283-285) του Juan José Millás, μιας από τις σημαντικότερες μορφές των σύγχρονων ισπανικών γραμματων.

Rincón_del_Vago


Σουλάτσαρε στο σπίτι μερικά λεπτά, στη φαντασίωση πως ήταν η φιγούρα ενός  σεμιναρίου καταναλωτικών συνηθειών που, αφού είχε μάθει για την απώλεια του γονέα του, όφειλε να επιδείξει στους συμμετέχοντες μιας παρόμοιας κατάστασης τον τύπο συγκινήσεων που η αγορά των συναισθημάτων έθετε στη διάθεσή τους. Ήταν μια πλατιά γκάμα  που εξαρτιόταν με τη σειρά της από τις καταναλωτικές συνήθειες πολιτιστικών αγαθών του ορφανού. Θύμισε, για παράδειγμα, διάφορες ταινίες εγνωσμένου κυρούς, των οποίων το σενάριο περιελάμβανε τον θάνατο του πατέρα, και στις οποίες ο πόνος των παιδιών ήταν ένας πόνος στεγνός, χωρίς δάκρυα, μια μορφή στενοχώριας περισσότερο που περιελάμβανε το αγαθό που ονομαζόταν ακεραιότητα χαρακτήρα: μια ψυχική συμπεριφορά ιδιαιτέρως εκτιμητέα στο εμπόριο της  τρυφερότητας. Αν κατανάλωνες ακεραιότητα, δεν μπορούσες να χαραμίσεις και δάκρυα, το ένα ήταν ασύμβατο με το άλλο, σαν να γυρεύεις ένα αυτοκίνητο που να 'ναι και σπορ και οικογενειακό ταυτόχρονα. Ωστόσο, ήταν εξίσου βέβαιο πως η αγορά συνιστούσε στους καταναλωτές και μια σειρά αριστοκρατικής ζημίας, που περιελάμβανε μια ελαφρά ύγρανση των οφθαλμικών βολβών, πολύ διαδεδομένη στις υψηλές τάξεις για τις κηδείες των πιο κοντινών τους πρόσωπων.     
   
Ο Χούλιο επέλεξε το τελευταίο αυτό μοντέλο γιατί του φάνηκε το πιο καθωσπρέπει, αν και το πιο ακριβό εξίσου, μιας και προϋπέθετε την απόρριψη συναισθηματικών αποφορτίσεων, μιας πρακτικής πιο κοντινής στη δική του οικονομία πνεύματος. Όμως η φιλοδοξία του ορθωνόταν πάνω κι από τις δυνατότητές του, και τη φορά ετούτη στάθηκε ικανός να συγκρατήσει τα δάκρυά του, δίνοντας, συνεπώς, ένα καλό μάθημα καταναλωτικών συνηθειών συναισθηματικών αγαθών στους συμμετέχοντες του σεμιναρίου που φανταζόταν ότι εργάζεται. Και είναι που είχε φτάσει στο συμπέρασμα πως και αυτός ο ίδιος μπορούσε να περιβάλλεται από παρουσίες αόρατες, πραγματικές ωστόσο, με τον ίδιο τρόπο που και ο Πήτερ και οι υπόλοιποι των μαθημάτων των αγγλικών συνοδεύονταν  αβίαστα από εκείνον, από τον Χούλιο, χωρίς να νιώθουν την παρουσία του, προτού το συμπάν εκείνο λουφάξει σε μια σαρωτική σύσπαση.

Με τα μάτια υγρά, λοιπόν, από εκείνη τη γαλήνια θλίψη, βγήκε στη μπαλκονόπορτα και είδε στο φως των φαναριών πώς οι ομπρέλες πετούσαν στα πεζοδρόμια, με τα φτερά τους ανοιγμένα στο όριο, σε αναζήτηση πιθανόν των ύστατων ερειπίων ενός κόσμου που γίνηκε κομμάτια. Άνοιξε την πόρτα του μπαλκονιού για να αντιληφθεί τους εξωτερικούς θορύβους, και του 'ρθε από τον δρόμο μια ανάσα ασθμαίνουσα, παρόμοια με αυτή που υπέφερε ο πατέρας του, σαν να έπασχε και ο κόσμος από την πλευρική παράλυση που προηγείται ενός σαρωτικού σοκ, ίδιου τύπου με αυτό που είχε διαλύσει αβίαστα την κασέτα των μαθημάτων των αγγλικών. Τότε, έκλεισε την πόρτα νιώθοντας ένα σύγκρυο, χάζεψε την εγκυκλοπαίδεια και είδε πως μονάχα η τάξη που απεικονιζόταν σ’ εκείνο το σύνολο από σκουρόχρωμους τόμους, η αλφαβητική, συνέχιζε ανέπαφη.   


Αποφασισμένος να καταφύγει σε αυτήν, μπήκε στην εγκυκλοπαίδεια από το Ε και διέσχισε, χωρίς να σταματήσει, τις περιοχές των εγκάτων, των εκπτώσεων, των εκστρατειών, των εκτελωνιστών και των εκτομών, μέχρι που έφτασε στον νομό των εκτρώσεων. Ήταν χρόνια που δεν είχε πάει εκεί πέρα, από την εφηβεία, όμως θυμόταν τη διάταξή του. Τις χώριζε σε αυτόματες και τεχνητές, πέραν των εκτρώσεων με μεταφορική σημασία. Η αδελφή του βρισκόταν στο Θ των θεραπευτικών, κι έτσι διέσχισε με βήμα γοργό την περιοχή των επαναλαμβανόμενων, των επιδημιολογικών, των ηθικών, φτάνοντας σε μια γειτονιά που του ήταν οικεία, όπου βασίλευε μια γαλήνη ατελής. Η πλειονότητα των εκτρώσεων αναπαυόταν στο εσωτερικό εκείνων των γυάλινων δοχείων που του είχαν ήδη τραβήξει την προσοχή από την προηγούμενη φορά, επιπλέοντας μέσα σε οινόπνευμα, λες κι είχαν αφεθεί να αναδεύονται σ’ εκείνο το είδος διαχρονικότητας που τους παρείχε το αλφάβητο. Παρά την πάροδο του χρόνου, αναγνώρισε την αδελφή του να ξεκουράζεται στον πάτο του δοχείου της με τα μάτια κλειστά, όχι με έκφραση κοιμισμένου, αλλά με τη χαρακτηριστική γκριμάτσα ονειροπόλου, λες κι εκείνο το συντηρητικό υγρό, που μέσα του περνούσε τη ζήση της, της θύμιζε το αμνιακό υγρό μες στο οποίο είχε γεννηθεί πριν την πετάξουν στο εσωτερικό της εγκυκλοπαιδικής πραγματικότητας. Χτύπησε το δοχείο με σύνεση κάποιου που ζητά άδεια για να εισέλθει, όπως έκανε με τις κούκλες με τα τέσσερα δάχτυλα, κι αυτή άνοιξε τα πελώρια κι ατελή μάτια της μέσα στο υγρό. Και παρόλο που αναγνώρισε τον αδελφό της, έκανε μια χειρονομία «παράτα με», σαν να ‘θελε να δείξει πως βαριόταν να βγει από το δοχείο. Σε κάθε περίπτωση, κολύμπησε μέχρι το στόμιο και ξεπρόβαλε από αυτό σαν σε μπαλκόνι, ακουμπώντας τα χέρια στο χείλος του. 

Απόδοση στα ελληνικά: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου 

Τρίτη 11 Απριλίου 2017

Ένας υπέργηρος κύριος με κάτι φτερά τεράστια, του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες



Το διήγημα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Un señor muy viejo con unas alas enormes (1968), αποτέλεσε έμπνευση για χορογραφικές και κινηματογραφικές δημιουργίες, όπως και για το video clip του Losing my religion των REM  

Ένας υπέργηρος κύριος με κάτι φτερά τεράστια,

του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες    

Την τρίτη ημέρα βροχής είχαν σκοτώσει τόσα καβούρια μες στο σπίτι, που ο Πελάγιο αναγκάστηκε να διασχίσει την  πλημυρισμένη τους αυλή για να τα πετάξει στη θάλασσα, μιας και το νεογέννητο μωρό τους είχε περάσει τη νύχτα μέσα στον πυρετό, κι έκαναν τη σκέψη πως ήταν λόγω της δυσωδίας. Ο κόσμος είχε μια θλίψη από την Τρίτη. Ο ουρανός κι η θάλασσα είχαν γίνει ένα και μόνο σταχτί πράγμα, και η άμμος στην παραλία, που τον Μάρτη  αστραποβολούσε ως άλλο  σύννεφο από σπίθες, τώρα είχε μετατραπεί σε χυλό από λάσπη και μουχλιασμένα θαλασσινά. Είχε ένα φως τόσο γαλήνιο το μεσημέρι, που όταν ο Πελάγιο γυρνούσε στο σπίτι, έχοντας πετάξει τα καβούρια, του πήρε ώρα για να δει τι ήταν αυτό που κουνιόταν και βογκούσε στο βάθος της αυλής. Αναγκάστηκε να πλησιάσει αρκετά για να ανακαλύψει πως ήταν ένας ηλικιωμένος άνδρας, ξαπλωμένος μπρούμυτα μέσα στον βούρκο, που παρά τη μεγάλη του προσπάθεια δεν μπορούσε να σηκωθεί γιατί τον εμπόδιζαν τα τεράστια φτερά του.

Τρομαγμένος από τον εφιάλτη εκείνον, ο Πελάγιο  έψαξε τρέχοντας την Ελισέντα, τη γυναίκα του, που εκείνη την ώρα έβαζε κομπρέσες στο άρρωστο μωρό, και την πήγε ως το βάθος της αυλής. Και οι δυο τους παρατηρούσαν το πεσμένο κορμί με μια βουβή κατάπληξη. Ήταν ντυμένος σαν ρακοσυλλέκτης. Ίσα που του απέμεναν κάτι ξεθωριασμένα ξέφτια στο καραφλιασμένο του κρανίο και κάτι λίγα δόντια στο στόμα, κι αυτή η λυπηρή του όψη, ενός παππούλη που ‘ναι μούσκεμα, του είχε αφαιρέσει κάθε ίχνος μεγαλοπρέπειας. Τα μεγάλου γύπα φτερά του, βρώμικα και μισό-ξεπουπουλιασμένα, είχαν κολλήσει μια για πάντα μες στον βούρκο. Τον παρατήρησαν τόσο και με τόση προσοχή, που ο Πελάγιο και η Ελισέντα συνήλθαν πολύ σύντομα από την κατάπληξη και κατέληξαν να τους φαίνεται οικείος. Τότε πήραν το θάρρος να του μιλήσουν, κι αυτός τους απάντησε σε μια διάλεκτο ακαταλαβίστικη αλλά και με μια ωραία φωνή θαλασσοπόρου. Με τούτο προσπέρασαν το άτοπο με τα φτερά του και κατέληξαν με σύνεση στο συμπέρασμα πως επρόκειτο για έναν μοναχικό ναυαγό κάποιου καραβιού ξένου που είχε παρεκκλίνει λόγω της  καταιγίδας. Ωστόσο, φώναξαν να τον δει και μια γειτόνισσα που γνώριζε όλα τα πράγματα για τη ζωή και τον θάνατο, κι εκεινής της έφτασε μια ματιά για να τους βγάλει από την πλάνη.

-Είναι ένας άγγελος, τους είπε. Σίγουρα ερχόταν για το μωρό, αλλά ο καημένος είναι τόσο γέρος που η βροχή τον ξάπλωσε χάμω.

Την επομένη, όλος ο κόσμος ήξερε πως σπίτι του Πελάγιο είχαν αιχμάλωτο έναν άγγελο με σάρκα και οστά. Αντίθετα με το κριτήριο της σοφής γειτόνισσας, για την οποία οι άγγελοι των καιρών αυτών ήταν επιζώντες δραπέτες μιας ουράνιας συνωμοσίας, δεν τους πήγαινε η καρδιά να τον σκοτώσουν στο ξύλο. Ο Πελάγιο έκατσε να τον φυλάει όλο το βράδυ απ’ την κουζίνα, οπλισμένος μ’ ένα μπαστούνι κλητήρα, και πριν πλαγιάσει τον έβγαλε σέρνοντας από τον βούρκο και τον έκλεισε με τις κότες στο κατάφωτο κοτέτσι. Τα μεσάνυχτα, όταν και τέλειωσε η βροχή, ο Πελάγιο και η Ελισέντα συνέχιζαν να σκοτώνουν καβούρια. Λίγο αργότερα το μωρό ξύπνησε χωρίς πυρετό και με όρεξη να φάει. Ένιωσαν τότε μεγαλοψυχία κι αποφάσισαν να βάλουν τον άγγελο σε μια σχεδία με πόσιμο νερό και προμήθειες τριών ημερών, και να τον εγκαταλείψουν στην τύχη του μεσοπέλαγα. Όμως σαν βγήκαν στην αυλή με το πρώτο φως του ηλίου, βρήκαν ολάκερη τη γειτονιά μπρος στο κοτέτσι, να σπάει πλάκα με τον άγγελο δίχως την παραμικρή ευλάβεια, πετώντας του πράγματα να φάει από τις τρύπες του συρματοπλέγματος, λες και δεν ήταν πλάσμα υπερφυσικό παρά ένα ζώο του τσίρκου.

Ο πάτερ Γκονσάγκα έφτασε πριν τις εφτά αναστατωμένος από τη δυσαναλογία της είδησης. Εκείνη την ώρα παρευρίσκονταν ήδη εκεί περίεργοι λιγότερο απερίσκεπτοι από τους πρωινούς κι έκαναν κάθε λογής εικασίες ως προς το μέλλον του αιχμαλώτου. Οι πιο αδαείς έκαναν σκέψεις πως θα τον διορίσουν παγκόσμιο δήμαρχο. Άλλοι, με πιο δηκτική διάθεση, υπέθεταν πως θα τον προήγαγαν σε πεντάστερο στρατηγό, ούτως ώστε να κερδίσει όλους τους πολέμους. Ορισμένοι ονειροπόλοι εύχονταν να διατηρηθεί ως επιβήτορας για την εγκαθίδρυση επί γης μιας γενιάς φτερωτών και σοφών ανδρών που θα έπαιρναν τα ηνία της Οικουμένης. Όμως ο πάτερ Γκονσάγκα, πριν γίνει ιερέας, ήταν γερός ξυλοκόπος. Προβάλλοντας από τα συρματοπλέγματα, έκανε ένα σύντομο πέρασμα τις κατηχητικές του γνώσεις, μέχρι που ζήτησε να του ανοίξουν την πόρτα για να εξετάσει από κοντά εκείνον τον οικτρό άνδρα που περισσότερο έμοιαζε με μια τεράστια υπερήλικη κότα ανάμεσα στις απορροφημένες στα δικά τους κότες. Βρισκόταν πεσμένος σε μια γωνιά, στεγνώνοντας στον ήλιο τα απλωμένα φτερά του, ανάμεσα σε φλούδια από φρούτα και υπολείμματα φαγητού που του είχαν πετάξει οι πρωινοί. Μακριά από τις απρέπειες του κόσμου, ίσα που σήκωσε το βλέμμα παλαιοπώλη που είχε, και μουρμούρισε κάτι στη γλώσσα του όταν ο πάτερ Γκονσάγκα τον καλημέρισε στα λατινικά. Ο παπάς είχε την πρώτη υποψία περί κοροϊδίας με το που διαπίστωσε πως ούτε καταλάβαινε τη γλώσσα του Θεού μήτε και γνώριζε πώς χαιρετούν τους αντιπροσώπους του. Ύστερα παρατήρησε πως από κοντά έμοιαζε υπερβολικά ανθρωπινός: είχε μια αβάσταχτη μυρωδιά κακοπέρασης, η ανάποδη των φτερών κατάσπαρτη από παρασιτικές λειχήνες και οι μεγαλύτερες φτερούγες κακοποιημένες από επίγειους ανέμους, και τίποτε στην αξιολύπητη φύση του δεν θύμιζε επιφανή προσωπικότητα αγγέλων. Τότε εγκατέλειψε το κοτέτσι και με ένα σύντομο κήρυγμα προειδοποίησε τους περιέργους ως προς τους κινδύνους της αφελείας. Τους θύμισε πως οι δαίμονες είχαν το κακό συνήθειο να καταφεύγουν σε αποκριάτικα τεχνάσματα για να προκαλούν σύγχυση στους απερίσκεπτους. Είχε δε το επιχείρημα πως αφού τα φτερά δεν ήταν ικανή συνθήκη για να διακρίνεις ένα πουλί από ένα αεροπλάνο, πόσο μάλλον δεν ήταν για να αναγνωρίσεις έναν άγγελο. Ωστόσο, υποσχέθηκε να γράψει του αρχιεπισκόπου, ώστε αυτός να γράψει στην Αγία Έδρα, ούτως ώστε η τελική ετυμηγορία να έρθει από πιο υψηλά κλιμάκια. 

Η σύνεσή του συνάντησε σφαλισμένες πόρτες. Η είδηση του αιχμάλωτου αγγέλου διαδόθηκε με τέτοια ταχύτητα, που μέσα σε λίγες ώρες γινόταν στην αυλή τέτοιο πανηγύρι, που χρειάστηκε να έρθει ο στρατός με τις ξιφολόγχες για να κατευνάσει τον σάλο που ήταν πια έτοιμος να γκρεμίσει το σπίτι. Η Ελισέντα, με τη ραχοκοκαλιά τσακισμένη απ’ το σκούπισμα τόσης πανηγυριώτικης σαβούρας, είχε τότε τη φαεινή ιδέα να περιφράξουν την αυλή και να παίρνουν ένα τάλιρο απ’ τον καθένα που μπαίνει να δει τον άγγελο.

Ήρθαν περίεργοι μέχρι κι από τη Μαρτινίκα. Ήρθε μια πλανόδια εμποροπανήγυρη μ’ έναν ιπτάμενο ακροβάτη που ζουζούνισε αρκετές φορές πάνω από το πλήθος, αλλά κανείς δεν του ’δωσε σημασία επειδή τα φτερά του δεν ήταν αγγέλου παρά αστρικής νυχτερίδας. Ήρθαν για να βρουν γιατρειά οι πιο δύσμοιροι ασθενείς της Καραϊβικής: μια κακομοίρα που από μικρή μετρούσε τους χτύπους της καρδιάς της και δεν της έφταναν πια οι αριθμοί, ένας τζαμαϊκανός που δεν μπορούσε να κοιμηθεί γιατί τον βασάνιζε ο θόρυβος των αστεριών, ένας υπνοβάτης που σηκωνόταν τη νύχτα να χαλάσει κοιμισμένος όσα είχε φτιάξει ξύπνιος, και πολλοί άλλοι ελάσσονος βαρύτητας. Εν μέσω εκείνου του χάους ναυαγίου που έκανε το σπίτι να σείεται, βρίσκονταν και ο Πελάγιο με την Ελισεντα ευτυχισμένοι από κούραση, γιατί σε λιγότερο από βδομάδα είχαν γιομίσει παραδάκι τα υπνοδωμάτια, με την ουρά των προσκυνητών που περίμεναν τη σειρά τους ακόμα να φτάνει ως την άλλη άκρη του ορίζοντα.

Ο άγγελος ήταν ο μόνος που δεν συμμετείχε στο ίδιο του το επεισόδιο. Έχανε τον καιρό του να ψάχνει βολή μες στη φωλιά που του ’χαν παραχωρήσει, ζαλισμένος από την κολασμένη ζέστη που προκαλούσαν οι λυχνίες λαδιού και οι λαμπάδες που του εναπόθεταν στα συρματοπλέγματα. Στην αρχή δοκίμασαν να φάει κρυστάλλους ναφθαλίνης που, σύμφωνα με τη σοφία της σοφής γειτόνισσας, ήταν η ειδική τροφή των αγγέλων. Όμως αυτός τους περιφρονούσε, όπως περιφρονούσε δίχως να τα δοκιμάσει και τα λουκούλλεια γεύματα που του ’φέρναν οι μετανοούντες, και ποτέ δεν έμαθαν αν ήταν από αγγελικότητα ή από γηρατειά που κατέληξε να μην τρώει τίποτε άλλο από αλεσμένες μελιτζάνες. Η μοναδική υπερφυσική του αρετή έμοιαζε να ’ναι η υπομονή. Κυρίως τον πρώτο καιρό, όταν και τον τσιμπολογούσαν οι κότες, ψάχνοντας αστρικά παράσιτα που ευδοκιμούσαν στα φτερά του, και οι ανάπηροι τού τραβούσαν φτερούγες για να καλύψουν με δαύτες τα ψεγάδια τους, και μέχρι και οι πιο ευσεβείς τού πετάγανε πέτρες, επιδιώκοντας να σηκωθεί για να τον δούνε ολόσωμο. Η μοναδική φορά που καταφέρανε να τον εκνευρίσουν ήταν και όταν του τσουρούφλισαν το πλευρό με το πυρωμένο σίδερο που μαρκάρουν τα δαμάλια, επειδή ήταν τόσες ώρες ακίνητος που τον πέρασαν για πεθαμένο. Ξύπνησε αλαφιασμένος, αναθεματίζοντας σε μια γλώσσα ερμητική και με τα μάτια δακρυσμένα, κι έδωσε δυο φτεροκοπήματα που προκάλεσαν έναν ανεμοστρόβιλο από κοπριά  κοτετσιού και σεληνόσκονη, και μια θύελλα πανικού που δεν έμοιαζε του κόσμου ετούτου. Αν και πολλοί πίστεψαν πως η αντίδραση του δεν ήταν από θυμό αλλά από πόνο, από τότε πρόσεχαν να μην τον πειράζουν, επειδή η πλειονότητα κατάλαβε ότι η παθητικότητά του δεν ήταν ενός ήρωα εν αποστρατεία αλλά ενός κατακλυσμού εν αδράνεια.

Ο πάτερ Γκονσάγκα αντιμετώπισε την απερισκεψία του πλήθους με συνταγές οικιακής έμπνευσης, όσο δεν έφτανε στα χέρια του μια τελεσίδικη απόφαση σχετικά με τη φύση του αιχμάλωτου. Όμως η αλληλογραφία με τη Ρώμη είχε χάσει την έννοια του κατεπείγοντος. Έχαναν τον καιρό τους να διαπιστώσουν εάν ο κρατούμενος είχε αφαλό, εάν η διάλεκτός του είχε κάποια σχέση με την αραμαϊκή, εάν μπορούσε να χωρέσει πολλές φορές στην άκρη μιας καρφίτσας, ή εάν δεν ήταν απλά ένας νορβηγός με φτερά. Εκείνα τα νωχελικά γράμματα θα πηγαινοέρχονταν ως και το τέλος του κόσμου, εάν ένα θεόσταλτο γεγονός δεν έβαζε τέλος στα βάσανα του ιερέα.

Έτυχε λοιπόν τις μέρες εκείνες, μεταξύ πολλών άλλων θεαμάτων των περιοδευόντων θιάσων της Καραϊβικής, να έρθει στο χωριό η θλιβερή παράσταση της γυναίκας που είχε μεταμορφωθεί σε αράχνη λόγω ανυπακοής προς τους γονείς της. Το εισιτήριο για να την δεις όχι μόνο κόστιζε λιγότερο από το εισιτήριο για να δεις τον άγγελο, αλλά σου επιτρεπόταν και να της κάνεις  κάθε είδους ερωτήσεις σχετικά με την ασυνάρτητη κατάστασή της, και να την εξετάσεις απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη, έτσι ώστε κανείς να μην έχει αμφιβολίες ως προς το αληθές της φρίκης. Ήταν μια τρομακτική ταραντούλα στο μέγεθος κριαριού με κεφάλι λυπημένης κοπέλας. Όμως το πιο σπαρακτικό δεν ήταν το εκτός τόπου και χρόνου παρουσιαστικό της, παρά ο ειλικρινής καημός με τον οποίο εξιστορούσε τις λεπτομέρειες της δυστυχίας της: όντας σχεδόν μικρό κορίτσι το είχε σκάσει από το πατρικό της για να πάει σε έναν χορό, και όταν επέστρεφε σπίτι αφού είχε χορέψει όλη νύχτα χωρίς άδεια, μια φοβερή βροντή άνοιξε τον ουρανό στη μέση, κι από εκείνη τη σχισμή βγήκε η αστραπή από θειάφι που την μετέτρεψε σε αράχνη. Τη μοναδική τροφή της αποτελούσαν οι σβόλοι από αλεσμένο κρέας που οι φιλεύσπλαχνες ψυχές ήθελαν να της ρίξουν στο στόμα. Ένα τέτοιο θέαμα, γεμάτο τόση ανθρωπινή αλήθεια και τόσο τρομερό παραδειγματισμό, όφειλε να κατατροπώσει με άνεση εκείνο ενός περιφρονητικού αγγέλου που μόλις και καταδεχόταν να ρίξει μια ματιά στους θνητούς. Επιπλέον, τα λιγοστά θαύματα που είχαν αποδώσει σε αυτόν αποκάλυπταν μια κάποια ψυχική διαταραχή, όπως αυτό του τυφλού που δεν ανέκτησε την όραση μεν αλλά του βγήκαν τρία καινούρια δόντια δε, ή όπως αυτό του παραλύτου που δεν μπόρεσε να περπατήσει μεν αλλά παραλίγο να κερδίσει το λαχείο δε, ή όπως αυτό του λεπρού που του φύτρωσαν ηλιοτρόπια στις πληγές. Εκείνα τα θαύματα της παρηγοριάς που έμοιαζαν πιο πολύ με πλάκα, είχαν κλονίσει την υπόληψη του αγγέλου όταν η γυναίκα μεταμορφωμένη σε αράχνη ήρθε να την αποτελειώσει. Έτσι έγινε και ο πάτερ Γκονσάγκα γιατρεύτηκε δια παντός από τις αϋπνίες, και η αυλή του Πελάγιο ξανάγινε τόσο μοναχική όσο τον καιρό που έβρεχε για τρεις μέρες και τα καβούρια τριγυρνούσαν στα δωμάτια. 

Οι οικοδεσπότες δεν είχαν τίποτα για να κλάψουν. Με το χρήμα που μάζεψαν έκτισαν μια βίλα διώροφη, με βεράντες και κήπους, και τοιχώματα πολύ ψηλά ώστε να μην μπαίνουν καβούρια τον χειμώνα, και σιδερένιες μπάρες στα παράθυρα ώστε να μην χώνονται αγγέλοι. Ο Πελάγιο άνοιξε επιπλέον ένα εκτροφείο κουνελιών πολύ κοντά στο χωριό και παράτησε δια παντός τη δυσάρεστη απασχόληση του κλητήρα, και η Ελισέντα αγόρασε κάτι γυαλιστερά ψηλοτάκουνα παπούτσια και πολλά φουστάνια από ιριδίζον μετάξι, τα οποία και χρησιμοποιούσαν οι πιο αξιοζήλευτες κυρίες τις Κυριακές των καιρών εκείνων. Το κοτέτσι ήταν και το μόνο που δεν έτυχε προσοχής. Κι αν καμιά φορά το πλύνανε με αντισηπτικό κι έκαψαν μέσα του σταγόνες μύρου, δεν ήταν για να αποδώσουν τιμές στον άγγελο, παρά για να ξορκίσουν τη δυσωδία απ’ το σκουπιδαριό που τριγυρνούσε πια σαν το φάντασμα παντού, παλιώνοντας το καινούριο σπίτι. Στην αρχή, όταν ο μικρός άρχισε να περπατάει, πρόσεχαν να μην είναι κοντά στο κοτέτσι. Όμως αργότερα ξεχνούσαν σιγά-σιγά τον φόβο συνηθίζοντας και την μπόχα, και πριν καλά-καλά ο μικρός βγάλει δόντια, είχε χωθεί κι έπαιζε στο κοτέτσι, του οποίου το σαπισμένο συρματόπλεγμα γινότανε κομμάτια. Ο άγγελος δεν ήταν λιγότερο απαθής με αυτόν απ’ ό,τι με τους υπόλοιπους θνητούς, αλλά ανεχόταν τις πιο ευφυείς ζαβολιές  με μια υπακοή σκυλού χωρίς αυταπάτες. Κόλλησαν και οι δυο τους ανεμοβλογιά ταυτόχρονα. Ο γιατρός που εξέτασε τον μικρό δεν άντεξε τον πειρασμό να μην ακροαστεί τον άγγελο, και βρήκε τόσα φυσήματα στην καρδιά και τόσους θορύβους στα νεφρά, που του φάνηκε αδιανόητο να είναι ζωντανός. Αυτό που τον εντυπωσίασε περισσότερο, ωστόσο, ήταν η λογική των φτερών του. Ταίριαζαν τόσο φυσικά σε εκείνον τον ολοκληρωτικά ανθρώπινο οργανισμό, που δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί δεν τα είχαν και οι υπόλοιποι άνθρωποι.

Όταν ο μικρός πήγε σχολείο, ήταν καιρός που ο ήλιος και η βροχή είχαν ρημάξει το κοτέτσι. Ο άγγελος σερνότανε από κει κι από δω σαν αδέσποτος ετοιμοθάνατος. Τον πέταγαν με τις κλωτσιές από το ένα υπνοδωμάτιο, και μια στιγμή αργότερα τον συναντούσαν στην κουζίνα. Έμοιαζε να βρίσκεται σε τόσα μέρη ταυτόχρονα, που έφτασαν να σκέφτονται πως διχαζόταν, πως επαναλάμβανε τον εαυτό του σε ολόκληρο το σπίτι, με την αγανακτισμένη Ελισέντα να φωνάζει έξω φρενών πως ήταν δυστυχία να ζεις σ’ εκείνη την κόλαση γεμάτη αγγέλους. Ίσα που έτρωγε, με τα παλαιοπώλη μάτια του να έχουν καταντήσει τόσο θολά που έπεφτε πάνω στις κολώνες του σπιτιού, και δεν του έμεναν πια παρά οι τελευταίες ξεπουπουλιασμένες φτερούγες. Ο Πελάγιο του ’ριξε πάνω του μια κουβέρτα και του έκανε τη χάρη να τον αφήσει να κοιμηθεί στο υπόστεγο, και μόνο τότε κατάλαβαν πως περνούσε τη νύχτα μέσα σε παραλήρημα από τον πυρετό, με γλωσσοδέτες νορβηγού γέροντα. Ήταν εκείνη μια απ’ τις λίγες φορές που πραγματικά ανησύχησαν, γιατί σκεφτήκαν πως θα πέθαινε, και ούτε καν η σοφή γειτόνισσα δεν μπορούσε να τους πει τι κάνανε τους πεθαμένους αγγέλους.

Παρά ταύτα, όχι μόνο επέζησε του χειρότερου χειμώνα του, αλλά φάνηκε να παίρνει τα πάνω του  με τις πρώτες ηλιοφάνειες. Έμεινε ακίνητος πολλές μέρες στην πιο απόμερη γωνιά της αυλής, ώστε κανείς να μην τον βλέπει, και στις αρχές του Δεκέμβρη άρχισαν να του βγαίνουν στα φτερά κάτι μεγάλες και γερές φτερούγες, φτερούγες ηλικιωμένου πτηνού, που περισσότερο έμοιαζαν με νέο σύμπτωμα παρακμής. Όμως αυτός πρέπει να γνώριζε τον λόγο των αλλαγών αυτών, γιατί πρόσεχε πάρα πολύ να μην τις αντιληφθεί κανείς, και κανείς να μην ακούει τα τραγούδια των θαλασσοπόρων που τραγουδούσε μερικές φορές κάτω από τα αστέρια. Ένα πρωί, εκεί που η Ελισέντα έκοβε ροδέλες το κρεμμύδι για το μεσημεριανό, ένας άνεμος που έμοιαζε να ’ναι απ’ το πέλαγος χώθηκε μες στην κουζίνα. Τότε ξεπρόβαλε απ’ το παράθυρο κι έμεινε έκπληκτη από τις πρώτες απόπειρες απογείωσης του αγγέλου. Ήταν τόσο άγαρμπες που έσκαψε με τα νύχια του ένα αυλάκι στο χώμα με τα λαχανικά, και ήταν έτοιμος να διαλύσει το υπόστεγο μ’ εκείνα τα αδέξια φτεροκοπήματα που γλίστραγαν στο φως και δεν έβρισκαν αντίσταση στον αέρα. Όμως κατάφερε να κερδίσει ύψος, και η Ελισέντα έβγαλε μιαν ανάσα ανακούφισης, για κείνη και για κείνον, όταν τον είδε να περνά πάνω κι από τα τελευταία σπίτια, να κρατιέται με οποιονδήποτε τρόπο μ’ ένα φτεροκόπημα γέρο-γύπα στην τύχη. Συνέχισε να τον βλέπει μέχρι που τελείωσε το κρεμμύδι που έκοβε, και συνέχισε να τον βλέπει ακόμη και όταν πια δεν ήταν δυνατόν να τον βλέπει, επειδή τότε πια δεν ήταν ένα εμπόδιο στη ζωή της, παρά ένα φανταστικό σημείο στον ορίζοντα της θάλασσας.

Απόδοση στα ελληνικά: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου