Πέμπτη 9 Απριλίου 2015

Ακόμη δεν γνωρίζουμε ούτε το ποιοι ούτε το γιατί σκότωσαν τον Χριστό



Άρθρο της εφημερίδας Ελ Παϊς με θέμα το μυστήριο του θανάτου του Ιησού, αλλά και τη διαχρονική προσέγγιση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Ευχαριστώ την Ειρήνη Χατζηκουμή για την πολύτιμη βοήθειά της.

gr.forwallpaper.com

Από διάφορα εδάφια των τεσσάρων Ευαγγελίων προκύπτουν έως και 7 εκδοχές, διαφορετικές κι αντικρουόμενες, ως προς τη Σταύρωση
Κάθε φορά που πλησιάζουν οι εορτασμοί της Μεγάλης Εβδομάδας, οι χριστιανοί αναρωτιούνται ποιοι καταδίκασαν τον Χριστό και υπό ποιες συγκεκριμένες κατηγορίες. Ήταν οι Ιουδαίοι αυτοί που Τον έσυραν στον Σταυρό ή μήπως οι Ρωμαίοι, που τον καιρό εκείνο είχαν τον έλεγχο της Παλαιστίνης, θεωρώντας Τον απειλή για την τάξη;
 «Προσευχόμαστε για τους άπιστους Ιουδαίους»… «Άκουσε, Θεέ, τη δέησή μας για τον παραλογισμό του λαού εκείνου, ούτως ελευθερωθεί από το σκότος». Πρόκειται για την προσευχή που απαγγέλουν εκατομμύρια καθολικοί στη Λειτουργία της Μεγάλης Παρασκευής από το 1570, όταν ο πάπας Πίος Ε’ δημιούργησε τη Ρωμαιοκαθολική Σύνοψη.
Εκείνη η υβριστική για την ιουδαϊκή θρησκεία προσευχή -θρησκεία από την οποία γεννήθηκε ο χριστιανισμός- υπονοούσε, κι έτσι το εκλάμβαναν οι πιστοί, πως ήταν οι Ιουδαίοι αυτοί που σκότωσαν τον Χριστό. Ο ισραηλινός συγγραφέας Άμος Οζ το λέει ανοιχτά: «Για χιλιετίες ολόκληρες η Καθολική Εκκλησία αφιερώθηκε στο να χαρακτηρίζει τους Εβραίους ως δολοφόνους του Ιησού».
Ωστόσο, σήμερα οι ιστορικοί τείνουν να αναγνωρίσουν πως ήταν οι Ρωμαίοι κι όχι οι Ιουδαίοι αυτοί που καταδίκασαν τον επαναστάτη Προφήτη.
Βασίζονται σε δυο συγκεκριμένα επιχειρήματα: από τη μία, η σταύρωση ήταν άγνωστη ως μορφή θανατικής ποινής στους Ιουδαίους, οι οποίοι προτιμούσαν τον λιθοβολισμό, τον αποκεφαλισμό και την καρατόμηση ως ποινές. Η σταύρωση ήταν ειδικότητα των Ρωμαίων για την τιμωρία πολιτικών επαναστατών. Από την άλλη, τον καιρό του Ιησού, με τους Ρωμαίους να έχουν καταλάβει την Παλαιστίνη, οι ιουδαϊκές αρχές είχαν χάσει την δικαιοδοσία καταδίκης εις θάνατο. Η βλασφημία ήταν ο μοναδικός λόγος για τον οποίο μπορούσαν ίσως να το κάνουν, δηλαδή αυστηρά και μόνο για θρησκευτικούς λόγους.
Πιθανόν σε μία πρώτη φάση, ο Ιησούς να δικάστηκε στο δικαστήριο του Μεγάλου Σανχεντρίν[1] με την κατηγορία της βλασφημίας, έχοντας αμφισβητήσει την εξουσία του Ναού. Ωστόσο, αυτό που λένε τα Ευαγγέλια είναι ότι το δικαστήριο παρέπεμψε τον Ιησού στον ρωμαίο Πιλάτο για να Τον κρίνει, σημάδι του ότι δεν συνέτρεχαν θρησκευτικά κίνητρα για να Τον καταδικάσουν εις θάνατο, όπως εξηγεί ένας από τους βαθύτερους γνώστες του θέματος, ο Πολ Γουίντερ, στο έργο του On the Trial of Jesus.
Η σύγχυση αυτή μπορεί να πηγάζει από το γεγονός ότι μεταξύ των Ιουδαίων υπήρχε το συνήθειο να κρεμούν τα σώματα των νεκρών προς (περαιτέρω) λιθοβολισμό, εκθέτοντας τους έτσι στο λαϊκό όνειδος, κάτι όμως που απέχει από τη σταύρωση όπου οι κατάδικοι καρφώνονταν ζωντανοί στον σταυρό και αφήνονταν να ξεψυχήσουν από αιμορραγία, διαδικασία που μπορούσε να διαρκέσει μέρες ολόκληρες.
Οι ραβινικές πηγές αναφέρουν πως ο θάνατος επί του σταυρού γινόταν «σύμφωνα με την πρακτική των Ρωμαίων». Φτάνει να θυμηθούμε πως πηγές από την εποχή του Αντίοχου Δ’ αναφέρουν με αποστροφή τη ρωμαϊκή τακτική της «κρεμάλας ζωντανών ανθρώπων», η οποία όπως υπενθυμίζεται, «ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε στο Ισραήλ». 
Ο πάπας Ιωάννης ΚΓ’ ήταν αυτός που το 1959 επέβαλε την αφαίρεση από την προσευχή της Μεγάλης Παρασκευής των φράσεων «άπιστοι Ιουδαίοι» και «παραλογισμού εκείνου του λαού» που απαρνιόταν να αναγνωρίσει τη θεϊκή φύση του Ιησού.
Ο διάδοχος του Ιωάννη ΚΓ’, Παύλος ΣΤ’, προχώρησε ακόμη πιο πέρα κι αφαίρεσε και την προσευχή-δέηση όπως αλλαξοπιστήσουν οι «τυφλοί Ιουδαίοι».
Η αλλαγή έδωσε στην προσευχή έναν τόνο θετικό, κάνοντας επίκληση στους Ιουδαίους ως τον λαό που «ο Κύριος επέλεξε ως τους πρώτους μεταξύ των ανθρώπων για να ακούσουν τον Λόγο Του».
Ο γερμανός πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ’ ήταν αυτός που επέτρεψε στους καθολικούς συντηρητικούς, πηγαίνοντας κόντρα στη Β’ Βατικάνεια Σύνοδο, να επιστρέψουν στη χρήση των λατινικών στη Λειτουργία. Ήταν επίσης αυτός που επανέφερε στην προσευχή της Μεγάλης Παρασκευής την ιδέα της αλλαξοπιστίας των Εβραίων: «Ας προσευχηθούμε για τους Ιουδαίους. Να φωτίσει ο Θεός τις καρδιές τους και να αναγνωρίσουν τον Ιησού Χριστό». Ήταν ένα πισωγύρισμα και τώρα αναμένεται από τον Φραγκίσκο, τον πάπα που έχει εκφραστεί με τον μεγαλύτερο σεβασμό, φτάνοντας σε σημείο θαυμασμού, για την εβραϊκή θρησκεία, να αφαιρέσει εκ νέου από τις χριστιανικές προσευχές το όποιο κατάλοιπο σχετικά με την αναγκαιότητα των Ιουδαίων –της πρώτης μεγάλης μονοθεϊστικής θρησκείας της ιστορίας- να αλλαξοπιστήσουν σε άλλη θρησκεία που δεν είναι η δική τους.  
Στην πραγματικότητα, από τις πρώτες κιόλας διαμάχες των χριστιανών του 2ου αιώνα ξεκίνησε μια προσπάθεια να φορτωθεί στις πλάτες των Εβραίων το βάρος της καταδίκης εις θάνατον του μεγαλύτερου Αθώου στην ιστορία, για χάρη της εύνοιας των Ρωμαίων, οι οποίοι αφού στην αρχή κατεδίωξαν τους χριστιανούς, στη συνέχεια τους κέρδισαν, γεμίζοντας με προνόμια την Εκκλησία τους.
Εάν ήταν οι Ρωμαίοι εκείνοι που, σύμφωνα με τους σύγχρονους ιστορικούς, σταύρωσαν τον Χριστό, αυτό που δεν έχει αποσαφηνιστεί ακόμη είναι τα κίνητρα της τιμωρίας. Ωστόσο, εάν η σταύρωση ως ποινή θανάτου προοριζόταν για τους πολιτικούς ταραξίες, τότε δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο Πιλάτος και η ρωμαϊκή εξουσία ήταν πλέον πεπεισμένοι πως ο Προφήτης που προκαλούσε ανοιχτά τους ισχυρούς, που έφτασε να αποκαλέσει «αλεπού» τον Ηρώδη και που έσερνε πίσω του μια κοσμοσυρροή περιφρονημένων από την εξουσία, έπρεπε να σταυρωθεί ως πολιτικός επαναστάτης.
Θα το επιβεβαίωνε η επιγραφή που τοποθέτησαν στον Σταυρό: «Ιησούς Ναζωραίος Βασιλιάς Ιουδαίων», έτσι για να κοροϊδέψουν Αυτόν που αυτοανακηρύχθηκε, σύμφωνα με τους Ρωμαίους πάντα, ως ο νέος ηγέτης αυτού του λαού.
Έτσι όπως δεν γνωρίζουμε από τα επίσημα Ευαγγέλια ούτε το πού ούτε το πότε γεννήθηκε ο Ιησούς, άλλο τόσο δεν γνωρίζουμε με απόλυτη βεβαιότητα το ποιοι, πότε και γιατί σταύρωσαν Εκείνον τον περιπλανώμενο Προφήτη.
Ο Ιησούς ήταν ένας Ιουδαίος που «θεράπευε τους πάντες», που δήλωνε πάντα πιστός ακόλουθος της θρησκείας των γονιών του και, όντας ο ίδιος μπροστά από την εποχή Του, ήθελε η μεγάλη ιουδαϊκή θρησκεία να μην μένει καθηλωμένη σε έναν μόνο λαό, αλλά να ανοίξει τις πόρτες της σε εθνικούς και ειδωλολάτρες, σε όσους δεν είχαν κάνει περιτομή, για να έρθει έτσι η μέρα –όπως είπε στη Σαμαρείτισσα- στην οποία άνδρες και γυναίκες δεν θα χρειάζονται τους ναούς, ούτε των Ιουδαίων ούτε των Σαμαρειτών, για να εξασκούν τη λατρεία τους, παρά μόνο «τη δύναμη του πνεύματος που αποκαλύπτει πραγματικά την αλήθεια».
Εκεί εγκαινίασε ο Ιησούς τη σύγχρονη οικουμενικότητα που έβλεπε στην αφοσίωση της ίδιας της συνείδησης του ατόμου ως τον μοναδικό ναό όπου θα μπορούν να συγκεντρώνονται, δίχως διακρίσεις ή θρησκευτικούς πολέμους, όλα τα ανθρώπινα όντα.
Πιθανότατα σε καμιά άλλη στιγμή της ζωής του Ιησού, οι τέσσερις Ευαγγελιστές δεν επιμένουν τόσο όσο στη διήγηση των γεγονότων των παθών και του θανάτου Του. Κι από την άλλη, σε καμιά άλλη στιγμή της βιογραφίας Του δεν υπάρχουν τόσες διαφορές και διαφωνίες μεταξύ των τεσσάρων επίσημων Ευαγγελίων της Εκκλησίας.
Παρόλο που είναι σαφές πως οι Ευαγγελιστές δεν προσπάθησαν να γράψουν ιστορία με τη σύγχρονη έννοια του όρου, αλλά μάλλον να «επικοινωνήσουν ένα θρησκευτικό μήνυμα», όπως επεξηγεί ο Γουίντερ κι επιβεβαιώνει ένας άλλος ειδικός, ο Μάρτιν Ντιμπέλιους, γίνεται σαφές επίσης πως μέσα σε αυτές τις αφηγήσεις (και παρά τις όποιες ασυμφωνίες μεταξύ τους) κρύβεται μια ιστορική αλήθεια που απαιτεί ιδιαίτερη ερμηνευτική προσπάθεια για να αποκαλυφθεί.
Σε ορισμένα στιγμιότυπα της Σταύρωσης προκύπτουν έως κι επτά διαφορετικές εκδοχές, μεταξύ των τεσσάρων Ευαγγελιστών.
Το δίχως άλλο, από το υπόβαθρο εκείνων των γεγονότων που ακόμη παραμένουν στο σκοτάδι προέκυψε ένα μεγάλο κίνημα –όχι μόνο θρησκευτικό, μα και πολιτικό, ανθρωπιστικό, έως και νομικό- της ανθρώπινης ιστορίας. Και σε αυτήν την ιστορία συνεχίζει να ηχεί υπόκωφα, σαν προειδοποίηση ή προβληματισμός, η ερώτηση του Πιλάτου στον Ιησού κατά τη διάρκεια της ανάκρισης: «Ποια είναι η αλήθεια;»
Καλή Μεγάλη Εβδομάδα σε όλους, ανεξαρτήτου πίστεως και δίχως άλλες καταδίκες Ιεράς Εξέτασης.
Καλή Μεγάλη Εβδομάδα για αυτούς που υποφέρουν και μάχονται ενάντια στην απαξίωση και κακομεταχείριση των πιο αδύναμων της ιστορίας.
Καλή Μεγάλη Εβδομάδα για όλους τους εσταυρωμένους, φυσικά ή ηθικά, από μίσος προς τη θρησκεία, τη φυλή, το χρώμα του δέρματός τους.
Καλή Μεγάλη Εβδομάδα με την ευχή να σταματήσει στον κόσμο η θανατική ποινή για να μην (ξανά)έχουμε κανέναν άλλον αθώο για θύμα της, όπως ο Εσταυρωμένος Γαλιλαίος, σύμβολο όλων των άδικων καταδικών ανά τον κόσμο. 

Μετάφραση στα ελληνικά: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου


[1] Το ανώτατο εβραϊκό νομοθετικό και θρησκευτικό συμβούλιο που λειτουργούσε και ως δικαστήριο το οποίο είχε έδρα την Ιερουσαλήμ, και αποτελούσε τη μεγαλύτερη θρησκευτική αυθεντία του ιουδαϊσμού σε όλη την περιφέρεια της Γης του Ισραήλ, ιδιαίτερα κατά τους ελληνιστικούς χρόνους.

Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

Γκαρσία Μάρκες: Έτσι έγραψα τα "100 χρόνια μοναξιά"




 Απόσπασμα (που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ελ Παΐς) από τον λόγο που εκφώνησε ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες στο 4ο Διεθνές Συνέδριο της Ισπανικής Γλώσσας, το 2007, όταν το μυθιστόρημά του 100 χρόνια μοναξιά συμπεριελήφθη στη λίστα με τα 100 πιο σημαντικά έργα που έχουν γραφτεί στην ισπανική γλώσσα, με την επανέκδοση ενός εκατομμυρίου αντιτύπων. Ευχαριστώ την Ειρήνη Χατζηκουμή για την πολύτιμη βοήθειά της. 

"Gabriel Garcia Marquez 2". Licensed under CC BY-SA 3.0 nl via Wikimedia Commons - http://commons.wikimedia.org/wiki/File:Gabriel_Garcia_Marquez_2.jpg#/media/File:Gabriel_Garcia_Marquez_2.jpg



Ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα τις ημέρες που έγραφα τα 100 χρόνια μοναξιά δεν θα μπορούσα να φανταστώ ότι θα παραβρισκόμουν σε μια εκδήλωση με σκοπό την έκδοση ενός εκατομμυρίου αντιτύπων του. Και μόνο η σκέψη πως ένα εκατομμύριο άνθρωποι θα μπορούσαν να διαβάσουν κάτι που γράφτηκε στη μοναξιά του δωματίου μου με μοναδικά εφόδια τα δυο μου δάχτυλα και τα 28 γράμματα του αλφαβήτου, θα φάνταζε τρέλα. Σήμερα οι ακαδημίες της γλώσσας αποδεικνύουν την αναγνώρισή τους με μια χειρονομία τους για ένα μυθιστόρημα που πέρασε μπροστά από τα μάτια 50 εκατομμυρίων αναγνωστών κι από έναν άγρυπνο χειροτέχνη όπως εγώ, που δεν παύει να εκπλήσσεται από όλα αυτά που του έχουν συμβεί. Όμως εδώ δεν πρόκειται για την αναγνώριση ενός συγγραφέα.   

Αυτό το θαύμα είναι η ατράνταχτη απόδειξη του ότι υπάρχει ένας τεράστιος αριθμός ανθρώπων διατεθειμένων να διαβάσουν ιστορίες στα ισπανικά και, γι’ αυτόν τον λόγο, το ένα εκατομμύριο αντίτυπα δεν ισοδυναμεί με ένα εκατομμύριο αφιερώματα σε έναν συγγραφέα που σήμερα παραλαμβάνει, κοκκινίζοντας, το πρώτο αντίτυπο αυτού του τεράστιου τιράζ. Είναι η απόδειξη πως η ισπανική γλώσσα έχει πεινασμένους αναγνώστες που ψάχνουν για τροφή. Δεν γνωρίζω πότε έγινε όλο αυτό. Ξέρω μονάχα πως από τα 17 μου μέχρι και σήμερα το πρωί δεν κάνω άλλο πράγμα από το να σηκώνομαι κάθε μέρα νωρίς και να κάθομαι μπροστά από ένα πληκτρολόγιο για να γεμίσω μια λευκή σελίδα ή μια οθόνη υπολογιστή, με μοναδικό σκοπό το να γράψω μια ιστορία που ακόμη δεν την έχει πει κανείς και που θα κάνει πιο ευτυχισμένη τη ζωή ενός αναγνώστη που ακόμη δεν υπάρχει. Τίποτα δεν έχει αλλάξει από τότε στη ρουτίνα συγγραφής μου. [...]   

Οι αναγνώστες του 100 χρόνια μοναξιά αποτελούν σήμερα μια κοινότητα που αν συγκεντρωνόταν σε κοινό έδαφος θα αποτελούσε μια από τις 20 πολυπληθέστερες χώρες του κόσμου. Και δεν πρόκειται για έναν υπεροπτικό ισχυρισμό. Θέλω έτσι απλώς να δείξω ότι υπάρχει ένας γιγάντιος αριθμός ανθρώπων που με τις αναγνωστικές του συνήθειες έχει αποδείξει ότι η ψυχή του είναι ανοιχτή για να γεμίσει από μηνύματα στην ισπανική γλώσσα. Εναπόκειται σε μας τους συγγραφείς, ποιητές, αφηγητές το να ικανοποιήσουμε αυτή τους τη δίψα και να αυγατίσουμε ακόμη περισσότερο αυτό το πλήθος που αποτελεί τον πραγματικό μας λόγο ύπαρξης. 

Στα 38 μου και με τέσσερα βιβλία ήδη δημοσιευμένα από την ηλικία των 20, κάθισα στη γραφομηχανή και ξεκίνησα: «Πολλά χρόνια αργότερα, με το εκτελεστικό απόσπασμα απέναντι, ο συνταγματάρχης Αουρελιάνο Μπουεντία θα θυμόταν εκείνο το μακρινό βράδυ που ο πατέρας του τον πήγε να γνωρίσει τον πάγο». Δεν είχα την παραμικρή ιδέα του τι σήμαινε ή από πού προερχόταν εκείνη η πρόταση ούτε το πού θα με οδηγούσε. Αυτό που ξέρω σήμερα είναι πως από τότε δεν σταμάτησα να γράφω για 18 μήνες, ώσπου να τελειώσω το βιβλίο. [...] Η Εσπεράνσα Αράισα, η αξέχαστη Πέρα, ήταν μια δακτυλογράφος ποιητών και κινηματογραφιστών που είχε καθαρογράψει μεγάλα έργα μεξικάνων συγγραφέων [...]. Όταν της πρότεινα να μου καθαρογράψει το έργο μου, το μυθιστόρημα αποτελούσε ένα πρόχειρο κατατρυπημένο από μπαλώματα [...]. Λίγα χρόνια αργότερα η Πέρα μου εξομολογήθηκε πως, όταν πήγαινε στο σπίτι της την βερσιόν που μόλις είχα διορθώσει, σκόνταψε κατεβαίνοντας από το λεωφορείο, μέσα σε καταρρακτώδη βροχή, και οι σελίδες σκόρπισαν κι επέπλεαν στη λίμνη που είχε σχηματιστεί στο δρόμο. Τις μάζεψε όλες έτσι όπως ήταν μουσκεμένες -και σχεδόν μη αναγνώσιμες- με τη βοήθεια των άλλων επιβατών, και τις στέγνωσε στο σπίτι της φύλλο-φύλλο με το σίδερο για τα ρούχα.

Ένα άλλο βιβλίο ακόμη καλύτερο θα ήταν το πώς επιβιώσαμε η Μερσέδες κι εγώ, με τα δυο μας παιδιά, εκείνο τον καιρό που εγώ δεν έβγαλα ούτε φράγκο. Ούτε καν ξέρω πώς τα βόλεψε η Μερσέδες εκείνους τους μήνες για να μην λείψει ούτε μια μέρα φαγητό από το σπίτι.

Έπειτα από κάποιες σποραδικές ανάσες που πήραμε από κάτι ευτελούς αξίας αντικείμενα, δεν μας έμενε άλλο από το να καταφύγουμε στα κοσμήματα που είχαν δωρίσει στη Μερσέδες οι συγγενείς της όλα αυτά τα χρόνια. Ο ειδικός που τα εξέτασε με σχολαστικότητα χειρουργού πέρασε και ξαναπέρασε με τα μαγικά του μάτια τα σμαράγδια του κολιέ, τα ρουμπίνια των δαχτυλιδιών [...]. Και στο τέλος γύρισε με μια επιδέξια κίνηση ταυρομάχου που κρατά την κάπα του: «Όλα αυτά είναι καθαρό γυαλί» [...].

Τελικά, στις αρχές Αυγούστου του 1966, η Μερσέδες κι εγώ πήγαμε στο ταχυδρομείο του Μεξικού για να στείλουμε στο Μπουένος Άιρες το τελειωτικό κείμενο του 100 χρόνια μοναξιά, ένα πακέτο 590 δακτυλογραφημένων σελίδων με διπλό διάκενο και σε απλό χαρτί, στη διεύθυνση του λογοτεχνικού διευθυντή του εκδοτικού Σουραμερικάνα, Φρανσίσκο Πορούα. Ο υπάλληλος του ταχυδρομείου έβαλε το πακέτο στη ζυγαριά, έκανε τους υπολογισμούς του και απεφάνθη: «Είναι 82 πέσος». Η Μερσέδες μέτρησε τα χαρτονομίσματα και τα σκόρπια κέρματα που είχε στο πορτοφόλι, και ήρθε αντιμέτωπη με την πραγματικότητα: «Έχουμε μόνο 53». Ανοίξαμε το πακέτο, το μοιράσαμε σε δύο ίσα μέρη και στείλαμε το ένα στο Μπουένος Άιρες, δίχως καν να αναρωτηθούμε πώς θα καταφέρναμε να στείλουμε το υπόλοιπο μισό. Μονάχα αργότερα υπέπεσε στην αντίληψή μας ότι δεν είχαμε στείλει το πρώτο μέρος, αλλά το τελευταίο. Όμως πριν καν εξασφαλίσουμε τα χρήματα για να το στείλουμε στον άνθρωπό μας στον εκδοτικό, αυτός μας είχε ήδη στείλει προκαταβολή για να το κάνουμε, από τη λαχτάρα του να διαβάσει το πρώτο μέρος. Έτσι επιστρέψαμε στη ζωή που είμαστε σήμερα.

Απόδοση στα ελληνικά: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου


Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2015

Ούγο Σάντσες: «Δεν υπάρχουν πια «εννιάρια» σαν κι εμένα»



Συνέντευξη του σούπερ-σταρ των 80’ς, Ούγο Σάντσες, στην Ελ Παΐς, με αφορμή το ντέρμπυ της Μαδρίτης, Ρεάλ-Ατλέτικο. Μιλάει για το σύγχρονο ποδόσφαιρο και τους επιθετικούς του, τη σχέση του με το γκολ, τον νέο του ρόλο ως προπονητής, την εθνική ομάδα της χώρας του και το επερχόμενο Κόπα Αμέρικα.

sportige.com
 
Ο Ούγο Σάντσες νιώθει ότι σε αυτόν οφείλεται η παρουσία ενός μεξικανού ποδοσφαιριστή σε κάθε μία από τις ομάδες της Μαδρίτης που αγωνίστηκε[1]: Τσιτσαρίτο στη Ρεάλ, Ραούλ Χιμένες στην Ατλέτικο και Ακίνο στη Ράγιο Βαγεκάνο. «Αυτό αποδεικνύει και το σημάδι που άφησα», υποστηρίζει. Σήμερα του λείπει το ισπανικό ποδόσφαιρο, ενώ αναμένει πρόταση για να καθίσει σε κάποιον πάγκο. Η νοσταλγία του για το γκολ: «Ήταν η τροφή μου».

Πώς βλέπεις τη Ρεάλ και την Ατλέτικο;
Απάντηση: Η Ρεάλ είναι πολύ συμπαγής, πολύ ισορροπημένη. Το παιχνίδι της είναι πολύ αποτελεσματικό. Από το κέντρο και μπροστά είναι πολύ γρήγορη και σε αυτές τις γραμμές υπάρχει μεγάλος ανταγωνισμός μεταξύ των παικτών. Η Ατλέτικο είναι πολύ δουλεμένη τακτικά. Φαίνεται το χέρι του Σιμεόνε. Οι ομάδες αντανακλούν τον χαρακτήρα των προπονητών τους.

Μοιάζουν με τις ομάδες που εσύ γνώρισες;
Απάντηση: Αυτή που έχει αλλάξει περισσότερο κι έχει μεγαλύτερη δυναμική είναι η Ατλέτικο. Η Ρεάλ είχε πάντα τους καλύτερους στον κόσμο, και τώρα ακόμη περισσότερο, με την ελεύθερη διακίνηση των ποδοσφαιριστών και τους ισπανοποιημένους. Το ποδόσφαιρο έχει παγκοσμιοποιηθεί. Πρώτα ήμασταν μόνο τρεις ξένοι σε κάθε ομάδα και είχαμε μεγαλύτερη πίεση. Υπήρχε απαίτηση να αποδείξουμε το γιατί παίρναμε τη θέση ενός ισπανού.

Εσύ μπορούσες να αποκτήσεις ισπανική υπηκοότητα;
Απάντηση: Ποτέ δεν μου το ζήτησαν. Με εκθείαζαν οι ομοσπονδιακοί προπονητές που έλεγαν: «Τι κρίμα που ο Ούγο έχει παίξει με την Εθνική της χώρας του». Η γυναίκα μου είναι από τη Μαδρίτη, οι κόρες μου έχουν και τις δύο εθνικότητες και για συναισθηματικούς λόγους δεν αποκλείω το ενδεχόμενο της υπηκοότητας, αλλά δεν έχω κινήσει τις διαδικασίες.

Πόσο έχει αλλάξει το ποδόσφαιρο για έναν ποδοσφαιριστή;
Απάντηση: Αρκετά. Τα αυθεντικά σέντερ-φορ περιοχής, όλο και λιγοστεύουν. Σήμερα οι επιθετικοί είναι πιο κινητικοί. Λίγοι ποδοσφαιριστές έχουν τα στοιχεία για να είναι εννιάρια. Σήμερα τα εννιάρια έχουν εκλείψει γιατί οι επιθετικοί βγαίνουν από πίσω ή από τα πλάγια. Λίγοι είναι αυτοί που μένουν στατικοί μέσα στη μεγάλη περιοχή, στη γραμμή πυρός. Γι αυτό και αντιμετωπίζουν προβλήματα προσαρμογής σε αυτή την αλλαγή του παιχνιδιού ο Σουάρες στη Μπαρτσελόνα, όπως συνέβη και με τον Ιμπραΐμοβιτς, και ο Ντιέγο Κόστα στην Ισπανία. Υπέφεραν τόσο που έπρεπε να διαφοροποιήσουν το παιχνίδι τους κι έπειτα να αλλάξουν και ομάδα. Ούτε η Ισπανία ούτε η Γερμανία, οι τελευταίοι πρωταθλητές κόσμου, δεν είχαν καθαρό εννιάρι. Υπήρξε μια αλλαγή, λόγω της έλλειψης παικτών περιοχής. Δεν υπάρχουν πια εννιάρια σαν κι εμένα. Υπάρχει ακόμα ο Ντρογκμπά. Είναι από τους λίγους που διατηρεί τα στοιχεία του κλασικού σέντερ-φορ.

Γιατί δεν υπάρχουν τέτοιοι παίκτες;
Απάντηση: Ανέκαθεν οι πιο καλοπληρωμένοι ήταν οι γκολτζήδες, τα εννιάρια, οι σπεσιαλίστες. Ήταν οι πιο ακριβοί. Σήμερα έχουν βγει γκολτζήδες, χωρίς όμως τέτοια χαρακτηριστικά. Το παράδειγμα είναι ο Μέσι κι ο Ρονάλντο. Ξεκινούν πάντα από πίσω ή από τα πλάγια. Ο Φερνάντο Τόρες είναι ένα εννιάρι μοντέρνο, με κίνηση στον χώρο, δεν είναι καθαρός παίκτης περιοχής.

Ρονάλντο ή Μέσι;
Απάντηση: Μου αρέσει η φιλοδοξία τους, ο επαγγελματισμός τους, η αφοσίωσή τους. Ήμουν κι εγώ σαν κι αυτούς. Είχα κι εγώ τη δίψα τους. Σαν προπονητής, θα υπέγραφα τον γιο τους.

Πώς εξηγείται η εμμονή ενός επιθετικού για το γκολ;
Απάντηση: Για μένα το γκολ ήταν η τροφή μου. Χρειαζόμουν να τρώω, να βάζω γκολ, για να ικανοποιήσω την ανάγκη μου. Ήταν θέμα επιβίωσης. Χρειαζόμουν το γκολ για να είμαι προσωπικά εντάξει, να είμαι ευχαριστημένος. Εάν σκόραρα και κερδίζαμε ήμουν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο. Όταν δεν σκόραρα ή έχανα, ήμουν διαφορετικός. Η ψυχική μου κατάσταση άλλαζε. Δεν ήμουν ικανοποιημένος. Ήταν σαν να τρώω και να μην χορταίνω.

Υπάρχει κάποιος ικανός να σημειώσει 38 γκολ με μία επαφή, όπως έκανες εσύ;
Απάντηση: Αυτό σίγουρα το βλέπω δύσκολο. Είναι ένα ρεκόρ δύσκολο να καταρριφθεί. Εγώ ήμουν γεννημένος σέντερ-φορ. Σκόραρα με όλα τα μέρη του σώματος. Ήμουν καθαρά παίκτης περιοχής που δεν έβγαινε από τον χώρο ασφαλείας του.

Ονειρεύεσαι ότι βάζεις γκολ;
Απάντηση: Ονειρεύομαι πολλές φορές ότι παίζω. Και όταν ξυπνάω, με πιάνει απογοήτευση. Όταν η Ρεάλ έκανε το παιχνίδι προς τιμήν μου κόντρα στην Παρί Σεν Ζερμέν, ήταν καλύτερα κι από ταινία. Όταν την επόμενη μέρα ξύπνησα, είδα τη σύζυγό μου και της είπα: «Πόσο θα μου άρεσε να μην είχα ξυπνήσει από αυτό το υπέροχο όνειρο».

Πώς αισθάνεσαι σαν προπονητής στον πάγκο;
Απάντηση: Όταν απολαμβάνεις όσο δεν πάει την αδρεναλίνη, την ατμόσφαιρα, είναι σαν να παίζεις. Ως προπονητής έχεις πιο πολλή ευθύνη παρά απόλαυση. Ως παίκτης, τα παιχνίδια που μου άρεσαν περισσότερο ήταν αυτά με τη μεγαλύτερη ένταση. Ως προπονητής, έχω συνηθίσει στην πίεση, στις δύσκολές αποφάσεις. Μου αρέσει αυτό.

Ποιον προπονητή της καριέρας σου εκτιμάς περισσότερο;
Απάντηση: Αυτός που με επηρέασε περισσότερο ήταν ο Λουίς Αραγονές, με τον χαρακτήρα του, τη νοοτροπία του, το στυλ του. Οι Τζον Τόσακ και Μπόρα Μιλουτίνοβιτς, επίσης. Προτού ξεκινήσω την καριέρα μου ως προπονητής, ταξίδεψα ανά τον κόσμο για να γνωρίσω τις συνταγές μεγάλων προπονητών. Το έκανα με τον Αραγονές, τον Τόσακ, τον Κλεμέντε, τον Καμάτσο, τον Καπέλο· μέχρι ο Γιόχαν Κρόιφ με έβαλε στο σπίτι του. Είναι ευχάριστο σαν στρατηγός να μαθαίνεις από όλους.

Πώς βλέπεις την εθνική ομάδα του Μεξικό;
Απάντηση: Δεν είναι στο καλύτερο επίπεδο. Χρόνια τώρα υπάρχουν άστοχοι διοικητικοί χειρισμοί και αποφάσεις, κι αυτό έχει βλάψει την εθνική ομάδα. Στο Μεξικό συνεχίζει να υπάρχει το καθεστώς πολυϊδιοκτησίας ομάδων, το ίδιο αφεντικό έχει δύο ή τρεις ομάδες, κι αυτό επηρεάζει την αξιοπιστία. Η Ομοσπονδία, η διαιτησία, η Λίγκα, όλα τα κουμαντάρουν οι ιδιοκτήτες των ομάδων, που οι ίδιοι επηρεάζονται από τα μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα, την Τελεβίσα και την Τελεβισιόν Αζτέκα. Είναι μονοπώλιο. Οι ποδοσφαιριστές δεν είναι ανεξάρτητοι, δεν υπάρχει το όργανο που θα τους υπερασπιστεί. Ούτε οι διαιτητές είναι ανεξάρτητοι. Το επίπεδο της εθνικής επηρεάζεται από αυτό. Κοντέψαμε να μείνουμε έξω από το Μουντιάλ της Βραζιλίας.

Τι πιστεύεις για τον Τσιτσαρίτο;
Απάντηση: Με προβληματίζει που δεν έχει διάρκεια. Ήταν χρήσιμος στη Ρεάλ, επανενεργοποίησε τον Μπενζεμά. Είχε αράξει κάπως στη θέση του και η άφιξη του Τσιτσαρίτο τον πίεσε να αναλάβει τις ευθύνες του στο να σημειώνει και να δημιουργεί γκολ. Έχει λειτουργήσει αυτή η πίεση.

Καταλαβαίνεις την άρνηση ενός παίκτη, όπως ο Κάρλος Βέλα, να παίξει με την εθνική του ομάδα;
Απάντηση: Είναι προσωπικό θέμα. Ούτε εγώ δεν θέλησα να παίξω στην εθνική ομάδα κάποια στιγμή, λόγω κακής συμπεριφοράς ενός Προέδρου της Ομοσπονδίας. Είχα την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα να αντιμετωπίσω αυτή την κατάσταση. Ο Κάρλος κάτι είχε για να πάρει αυτή την απόφαση, που κανείς δεν το ξέρει, μόνο αυτός. Τώρα επέστρεψε κι έχει αποδείξει το ταλέντο του.

Ένα προγνωστικό για το Κόπα Αμέρικα;
Απάντηση: Με εμένα στον πάγκο, το 2007, ήμασταν τρίτοι. Είναι η θέση που μας αρμόζει, κάτω από τη Βραζιλία και την Αργεντινή. Τώρα η Ουρουγουάη, η Χιλή και η Κολομβία κάνουν δύσκολο το να είσαι σε αυτή τη θέση.   

Μετάφραση στα ελληνικά: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου   


[1] Στην Ατλέτικο Μαδρίτης αγωνίστηκε από το 1981 έως το 1985, στη Ρεάλ Μαδρίτης από το 1985 έως το 1990 και στη Ράγιο Βαγεκάνο την περίοδο 1993-94. Με τη Ρεάλ κατέκτησε 5 συνεχόμενες φορές τον τίτλο του πρώτου σκόρερ στο ισπανικό πρωτάθλημα (βραβείο Πιτσίτσι), ενώ κατέχει και το ακατάρριπτο, έως σήμερα, ρεκόρ (1989-90)  των 38 γκολ με μία επαφή.