Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016

Χουάν Ρούλφο: Δεν ακούς τα σκυλιά που γαβγίζουνε (1953)



Το έργο του Χουάν Ρούλφο, το οποίο αναδύεται από μια εκ βαθέων ταυτοποίηση με τη γη και τη λαλιά του μεξικάνου αγρότη, είναι –ταυτόχρονα- η έκφραση ενός καινοτόμου συγγραφέα, με πλήρη αίσθηση του σκοπού του, ο οποίος έδωσε στη θεματολογία και το περιβάλλον της χώρας του μια πλατιά και οικουμενική μάτια. Τα στοιχεία του μαγικού ρεαλισμού που συνθέτουν τον κόσμο που δημιούργησε, και η υποκειμενικότητα και δυναμικότητα του έργου του τον τοποθετούν μεταξύ των πρωτοπόρων του νέου τρόπου γραφής του δευτέρου μισού του 20ου αιώνα. (Raquel Chang-Rodríguez, Malva E. Filer, Voces de Hispanoamérica, 2004, σελ. 402)
 
tanea.gr

Δεν ακούς τα σκυλιά που γαβγίζουνε (1953)
του Χουάν Ρούλφο
 
-Συ που είσαι κει δα πάνω, Ιγνάσιο, πες μου μπας κι ακούς τίποτα ή βλέπεις κάνα φως από πουθενά.
-Δεν φαίνεται τίποτα.
-Πρέπει πια να κοντεύουμε.
-Ναι, αλλά δεν ακούγεται τίποτα.
-Κοίτα καλά.
-Δεν φαίνεται τίποτα.
-Καημένε Ιγνάσιο.  

Η στενόμακρη και μαυριδερή σκιά των ανδρών εξακολουθούσε να πηγαίνει πάνω-κάτω, να σκαρφαλώνει στις πέτρες, να μικραίνει και να μεγαλώνει καθώς προχωρούσε στην όχθη του ρέματος. Ήταν μία και μόνη σκιά,  ανερμάτιστη.

Και το φεγγάρι να βγαίνει απ’ το χώμα, σαν ολοστρόγγυλο αναψοκοκκίνισμα. 

-Πρέπει να φτάνουμε σε κείνο το χωριό, Ιγνάσιο. Συ που δεν είσαι και περήφανος στ’ αυτιά, κοιτά να δεις μπας κι ακούσεις τίποτα σκυλιά να γαβγίζουνε. Θυμήσου που μας είπανε πως η Τονάγια είν’ ακριβώς πίσω απ’ τον λόφο. Κι είναι ώρα που αφήσαμε πίσω μας τον λόφο εκείνο. Θυμήσου το, Ιγνάσιο.
-Ναι, αλλά δεν βλέπω σημάδι από πουθενά.
-Αρχίζω να κουράζομαι.
-Άσε με κάτω.

Ο γέρος έκανε πίσω σιγά-σιγά ώσπου να βρει στον τοίχο κι εκεί αφέθηκε, δίχως ν’ αφήσει το φορτίο απ’ τους ώμους του. Παρόλο που τα πόδια του λυγίζανε , δεν ήθελε να κάτσει, γιατί μετά δεν θα μπορούσε να πάρει πάνω του το σώμα του γιου του, και το οποίο εκεί πίσω, πριν από ώρες, τον είχαν βοηθήσει να ρίξει στην πλάτη του. Κι έτσι τον κουβαλούσε από τότε.

-Πώς νιώθεις;
-Άσχημα.
Μιλούσε λίγο. Ολοένα και λιγότερο. Κάτι στιγμές φαινότανε να κοιμάται. Κάτι στιγμές φαινότανε να κρυώνει. Έτρεμε. Ήξερε πότε έπιανε τρέμουλο τον γιο του από τα τινάγματα που του ’κανε, και γιατί τα πόδια του χωνόντουσαν στα πλευρά του σαν σουβλιές. Έπειτα, τα χέρια του γιου του, που κρέμονταν σταυρωμένα στον λαιμό του, του ταρακουνούσανε το κεφάλι λες κι ήτανε κουδουνίστρα. Έσφιγγε τα δόντια μη και δαγκώσει τη γλώσσα, κι όταν σταμάταγε εκείνο το άλλο τον ρώταγε:
-Πονάς πολύ;
-Κατιτίς, απάνταγε αυτός.

Προηγουμένως του είχε πει: «Παράτα με δω… Άσε με δω… Φύγε μόνος σου.  Θα σε φτάσω αύριο ή μόλις συνέλθω κάπως. Του το ’χε πει καμιά πενηνταριά φορές. Τώρα, ούτε αυτό δεν έλεγε. Να σου εκεί και το φεγγάρι. Απέναντι τους. Ένα φεγγάρι μεγάλο και χρωματιστό να τους γεμίζει τα μάτια φως, και ν’ απλώνει και να σκοτεινιάζει πιο πολύ τη σκιά τους απάνω στο χώμα.

-Δεν βλέπω πια πού πατάω, έλεγε αυτός.
Καμία απάντηση ωστόσο.

Ο άλλος να είναι κει πάνω, κατάφωτος απ’ το φεγγάρι, με το πρόσωπό του ξεθωριασμένο, δίχως αίμα, αναδίδοντας ένα φως χλωμό. Κι αυτός εδώ κάτω.

-Με άκουσες, Ιγνάσιο; Σου λέω πως δεν βλέπω.

Κι ο άλλος να μένει σιωπηλός.

Συνέχιζε να περπατά, σκοντάφτοντας. Μάζευε τα κομμάτια του και μετά ερχότανε στα ίσια του για να ξανασκοντάψει και πάλι.

-Τούτο δεν είναι μονοπάτι με τίποτα. Μας είπανε πως πίσω απ’ την κορφή βρισκότανε η Τονάγια. Και την κορφή την έχουμε περάσει. Κι ούτε Τονάγια φαίνεται, μήτε κι ακούγεται τίποτα που να λέει πως είμαστε κοντά. Γιατί δεν θες να μου πεις τι βλέπεις, συ που είσαι κει δα πάνω, Ιγνάσιο;
-Άσε με κάτω, πατέρα.
-Νιώθεις άσχημα;
-Ναι.
-Θα σε πάω στην Τονάγια όπως και να ’χει. Εκεί θα βρω κάποιον να σε φροντίσει. Λένε πως εκεί έχει έναν γιατρό. Θα σε πάω σ’ αυτόν. Σε κουβαλάω στις πλάτες μου εδώ και ώρες και δεν θα σ’ αφήσω δω χάμω να σε αποκάνει όποιος κι όποιος.
Τρίκλισε λιγουλάκι. Έκανε δυο τρία βήματα στο πλάι και ξανάρθε στα ίσια του. 

-Θα σε πάω στην Τονάγια.
-Άσε με κάτω.

Η φωνή του σιγόσβηνε. Ίσα που ψέλλισε:
-Θέλω να ξαπλώσω λίγο.
-Κοιμήσου κει πάνω. Έτσι κι αλλιώς σε βαστάω γερά.

Το φεγγάρι ν’ ανεβαίνει, γαλάζιο σχεδόν, απάνω σ’ έναν ξάστερο ουρανό. Το πρόσωπο του γέρου, μούσκεμα στον ιδρώτα, γέμισε φως. Έκρυψε τα μάτια να μην κοιτάει εμπρός, μιας και δεν μπορούσε να σκύψει το κεφάλι, εγκλωβισμένο ανάμεσα στα χέρια του γιου του.

-Όλα αυτά που κάνω, δεν τα κάνω για χάρη σου. Τα κάνω για τη συχωρεμένη τη μάνα σου. Γιατί ήσουν ο γιος της. Γι’ αυτό τα κάνω. Θα με κατσάδιαζε έτσι και σ’ είχα αφήσει κει χάμω, κει που σε βρήκα, και δεν σ’ είχα μαζέψει για να σε πάω να σε γιατρέψουνε, όπως το κάνω τώρα. Αυτή είναι που μου δίνει κουράγιο, όχι εσύ. Και για να ξέρεις, γιατί εσένα δεν σου χρωστάω τίποτα πέρα από δυσκολίες, πέρα από ζόρια, πέρα από ντροπή.  

Ίδρωνε που μιλούσε. Αλλά το νυχτερινό αεράκι τού στέγνωνε τον ιδρώτα. Κι απάνω στον στεγνό τον ιδρώτα, ίδρωνε και πάλι.

- Μπορεί και να σκεβρώσω, αλλά στην Τονάγια θα φτάσουμε μαζί, για να σου γιάνουνε τις πληγές που σου κάνανε. Κι είμαι σίγουρος πως, όταν νιώσεις καλυτέρα, θα επιστρέψεις στις κακοτοπιές. Αλλά αυτό πια δεν με νοιάζει. Φτάνει να φύγεις μακριά, κάπου που να μην ξανακούσω τίποτα για του λόγου σου. Μου φτάνει αυτό… Γιατί για μένα εσύ δεν είσαι πια γιος μου. Ανάθεμα στο αίμα μου που κουβαλάς! Ό,τι έχεις πάρει από μένα το ’χω καταραστεί. Το ’χω πει: «Να σου σάπιζε στα σπλάχνα το αίμα που σου έδωσα!» Το είπα από την πρώτη τη στιγμή που έπιασες τις βρομοδουλειές σου στους δρόμους, να ζεις απ’ την κλεψιά και να σκοτώνεις κόσμο… Και κόσμο καλό. Μην πεις όχι, μάρτυρας ο κουμπάρος μου ο Τρανκιλίνο. Αυτός που σε βάφτισε. Αυτός που σου ’δωσε το όνομά σου. Κι αυτουνού του ’λαχε η αναποδιά να βρεθεί στον δρόμο σου. Από τότε το ’πα: «Αυτός δεν μπορεί να ’ναι γιος μου.»   
  
-Κοίτα να δεις μήπως βλέπεις τίποτα τώρα. Ή αν ακούς κάτι. Συ που μπορείς να το κανείς από κει πάνω, γιατί εγώ σα να κουφάθηκα.
 -Δεν βλέπω τίποτα.
-Τόσο το χειρότερο για σένα, Ιγνάσιο.
-Διψάω.
- Κρατήσου! Πρέπει να κοντεύουμε. Το θέμα είναι πως έχει πια βραδιάσει για τα καλά και μάλλον έχουνε σβήσει τα φώτα στο χωριό. Όμως, θα έπρεπε τουλάχιστον να άκουγες αν γαβγίζουνε τα σκυλιά. Για κοίτα ν’ ακούσεις.
-Δώσ’ μου νερό.
-Εδώ δεν έχει νερό. Δεν έχει τίποτα παρά μόνο πέτρες. Κρατήσου. Ακόμη και να είχε, σιγά μην σε κατέβαζα να πιεις. Κανείς δεν θα με βοηθούσε να σε ξανανεβάσω, και μονάχος μου δεν μπορώ.
-Διψάω και νυστάζω πολύ.
-Θυμάμαι κι όταν γεννήθηκες. Έτσι ήσουν και τότε. Ξυπνούσες με πείνα κι έτρωγες για να ξανακοιμηθείς. Κι η μάνα σου σου ’δινε νερό γιατί το γάλα τής το ’χες τελειώσει. Σταματημό δεν είχες. Κι έκανες πάντα σαν λυσσασμένος. Ποτέ δεν μου πέρασε απ’ το μυαλό πως εκείνη η λύσσα θα σου ανέβαινε στο κεφάλι… Κι όμως έτσι έγινε. Η μάνα σου, Θεός σχωρέστην, ήθελε να γίνεις μεγάλος και τρανός. Πίστευε πως όταν θα γινόσουνα, θα ’σουν το στήριγμά της. Δεν είχε άλλον από εσένα. Το άλλο το παιδί που ήτανε να κάνει την σκότωσε. Κι εσύ θα την είχες σκοτώσει και πάλι, αν ήτανε ζωντανή στις μέρες μας. 
    
Ένιωσε πως ο άντρας εκείνος που κουβαλούσε στους ώμους του σταμάτησε να σφίγγει τα γόνατα και αρχινούσε ν’ αφήνει τα πόδια λυτά, ταλαντεύοντάς τον από δω κι από κει. Και του φάνηκε πως το κεφάλι –κει ψηλά- ταρακουνιότανε, σάμπως να ’κλαιγε με λυγμούς. 

Στο κεφάλι του ένιωσε να πέφτουν χοντρές σταγόνες, σαν από δάκρυα. 

-Ιγνάσιο, κλαις; Σε κάνει να κλαις η θύμηση της μάνας σου, έτσι; Όμως δεν έκανες ποτέ σου τίποτα για κείνη. Ωραία ανταπόδοση, ρε συ. Θαρρείς πως αντί για αγάπη, σου είχαμε γιομίσει το σώμα με κακία. Τα βλέπεις τώρα; Σε λαβώσανε. Τι απόγιναν οι φίλοι σου; Τους φάγανε όλους τους. Αλλά εκείνοι δεν είχανε και κανέναν. Εκείνοι θα μπορούσαν και να πούνε: «Να δούμε σε ποιον θα πούμε τον πόνο μας». Αλλά εσύ, Ιγνάσιο;   

Να σου πια εκεί και το χωριό. Είδε τις στέγες να γυαλίζουνε υπό το φως του φεγγαριού. Είχε την αίσθηση ότι θα τον τσακίσει το βάρος του γιου του, σαν ένιωσε τα γόνατά του να λυγάνε στην ύστατη προσπάθεια. Σαν έφτασε στο πρώτο το καλύβι, έγειρε πάνω στο πεζούλι του πεζοδρομίου κι εκεί άπλωσε το κορμί του, εξουθενωμένο, λες και του το ’χανε παραμορφώσει.

Ξέμπλεξε με δυσκολία τα δάχτυλα με τα οποία ο γιος του κρατιότανε απ’ το λαιμό του, και σαν απελευθερώθηκε, άκουσε τα σκυλιά να γαβγίζουνε από παντού. 

-Συ δεν τ’ άκουγες, Ιγνάσιο; είπε. Ούτε καν σ’ αυτό να μην μου δώσεις ελπίδα.

Μετάφραση στα ελληνικά: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου


Τρίτη 3 Μαΐου 2016

Ο Ντιέγκο Σιμεόνε, ball-boy



Άρθρο της Ελ Παϊς για τη μεθοδολογία του Ντιέγκο Σιμεόνε ως προπονητή, αλλά και όχι μόνο…

Ο Σιμεόνε, στις εξέδρες του Β. Καλδερόν μετά την αποβολή του κόντρα στη Μάλαγα. Φωτο: Χουάν Μεδίνα, Ρόιτερς.


Ο Ντιέγκο Σιμεόνε, ball-boy

Το 1982, στο στάδιο Λίνιερς της Βελέζ Σάρφιλντ, ένα από τα παιδιά που μάζευαν τη μπάλα, προσβλέποντας σε ποδοσφαιρική καριέρα, αποβλήθηκε που μία δεύτερη μπάλα επέτρεψε στη γηπεδούχο ομάδα να εκδηλώσει μια γρήγορη επίθεση. Το τερτίπι του είχε ως αποτέλεσμα ένα γκολ εις βάρος της Μπόκα Τζούνιορς που είχε κάτω από τα δοκάρια τον Λόκο Γκάτι, αποσβολωμένο από τις δύο μπάλες στο γήπεδο. Το νεαρό μπουμπούκι, που εν συνεχεία αποβλήθηκε από τον διαιτητή, δεν ήταν άλλο από τον Ντιέγκο Πάμπλο Σιμεόνε.    
  
Το ευτράπελο διηγήθηκε με χαλαρή διάθεση ο ίδιος ο Σιμεόνε λίγες μόνο ημέρες από την ανακοίνωση τού τέλους της καριέρας του ως ποδοσφαιριστής, σε συνέντευξη που παραχώρησε τον Δεκέμβριο του 2005 στην εφημερίδα της χώρας του, Λα Νασιόν: «Ο Λόκο Γκάτι βγήκε από την εστία του, έκανε λάθος εκτίμηση και χρειάστηκε να διώξει την μπάλα όπως-όπως… αλλά εκείνη βρήκε στα κάγκελα του γηπέδου και γύρισε στον αγωνιστικό χώρο. Εγώ βρισκόμουν ακριβώς εκεί, να μαζεύω μπάλες, και πέταξα γρήγορα μιαν άλλη στον Βανεμεράκ που ερχόταν με φόρα. Ο Λόκο δεν κοιτούσε, παρά μόνο την μπάλα που είχε γυρίσει στο γήπεδο, κι έτσι του κάνανε ένα σουτ με την άλλη που πήγε και καρφώθηκε στο τέρμα του. Διαιτητής ήταν ο Χουάν Κάρλος Λουστάου… που πλησίασε προς το μέρος μου και μου είπε να βγω έξω. Απίστευτο! Μ’ έχουν πετάξει έξω ακόμη και ως ball-boy   

Τριάντα τέσσερα χρόνια μετά, ο Σιμεόνε θα πρέπει να απουσιάσει από τον πάγκο της Ατλέτικο στα τρία παιχνίδια που της απομένουν για να ολοκληρώσει το πρωτάθλημα, λόγω της εντολής του σε κάποιον κοντά στον πάγκο του να πετάξει μέσα μια μπάλα για να ανακόψει μια αντεπίθεση της Μάλαγα κοντά στο τέλος του ημίχρονου. Ύστερα κι απ’ την απόφαση της Επιτροπής Εφέσεων να διατηρηθεί η ποινή των τριών αγωνιστικών στον προπονητή, αφού δεν ήταν δυνατό να προσδιοριστεί επακριβώς ο υπαίτιος της πράξης, ο Σιμεόνε θα ξεκινήσει την έκτισή της στις εξέδρες του Βιθέντε Καλδερόν στο παιχνίδι με τη Ράγιο Βαγεκάνο, την επόμενη εβδομάδα σε αυτές του γηπέδου της Λεβάντε και θα την ολοκληρώσει στο εντός έδρας ματς με τη Θέλτα. Τρία παιχνίδια που για την ομάδα του παίζεται ολόκληρο το πρωτάθλημα. Τρία παιχνίδια που η εικόνα του στις εξέδρες θα θυμίζει το αντιποδοσφαιρικό και αντιαθλητικό τρικ που σκαρφίστηκε.    
   
Ο Σιμεόνε υπέδειξε ένα από τα ball-boys της Ατλέτικο στη συνέντευξη τύπου μετά το παιχνίδι με τη Μάλαγα, όμως αυτό δεν ήταν αρκετό για να του δοθεί άφεση αμαρτιών. Οι εικόνες δεν δείχνουν κανέναν μικρό να ρίχνει μέσα τη δεύτερη μπάλα, κι υπάρχουν βάσιμες υποψίες ότι μπορεί αυτή να έφυγε από το χέρι κάποιου κοντά στον πάγκο. Ο Σιμεόνε δέχτηκε την ποινή αδιαμαρτύρητα, έχοντας συνείδηση της υπαιτιότητάς του και των προβλεπομένων από τον κανονισμό, όμως η πράξη αποτελεί μια κηλίδα που δίνει τροφή στον διάλογο περί των αξιών που αναδεικνύονται, ο οποίος φούντωσε αμέσως μετά τον αποκλεισμό της Μπαρτσελόνα στα προημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ.  

Για όσους έχουν διατελέσει ball-boys, η δουλειά τους αυτή ξεπερνά το να δίνουν απλώς την μπάλα πίσω. Πρωταρχικό μέλημα του Σιμεόνε, όταν η Ατλέτικο έπαιζε στον τελικό Κυπέλλου με τη Ρεάλ στο Μπερναμπέου το 2013, ήταν ακριβώς το να μοιραστούν εξίσου τα δώδεκα παιδιά που θα μάζευαν την μπάλα: έξι της Ρεάλ, έξι και της Ατλέτικο. Δεν έκανε πίσω μέχρι να του περάσει.   

Η Ατλέτικο και ο Σιμεόνε, όπως και η μεγάλη πλειοψηφία των συλλογών, παίζουν με τα ball-boys αναλόγως του σκορ και των συνθηκών στο παιχνίδι. Έχουμε δει τον προπονητή της Ατλέτικο να τα παροτρύνει να δώσουν την μπάλα γρήγορα, σπουδή που μάλλον έχει βάλει κι αυτή το χεράκι της στην επίτευξη κάποιου γκολ της ομάδας του στο Βιθέντε Καλδερόν. Αυτό που δεν τον είχαμε δει ποτέ να κάνει ήταν να επιχειρεί να ανακόψει το παιχνίδι τού αντιπάλου με έναν τρόπο τόσο μπαγαπόντικο.

Μετάφραση: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου

Παρασκευή 22 Απριλίου 2016

Άνα Μαρία Ματούτε: Κρίμα εξ αμελείας (Pecado de omisión)



Η ισπανίδα συγγραφέας Άνα Μαρία Ματούτε (1925-2014) υπήρξε μία από τις σημαντικότερες φωνές μεταπολεμικά της ιβηρικής χώρας. Μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας της Ισπανίας, έγινε η τρίτη μόλις γυναίκα που βραβεύτηκε με το Βραβείο Θερβάντες το 2010.



Κρίμα εξ αμελείας
Στα δεκατρία του χρόνια τού πέθανε κι η μάνα, που ’ταν και το τελευταίο που του ’χε απομείνει. Όταν έμεινε ορφανός είχε ήδη τρία χρόνια που δεν πήγαινε σχολείο, αφού έπρεπε να ψάχνει για μεροκάματο από ’δω κι από κει. Ο μοναδικός συγγενής του ήταν ένας ξάδελφος της μάνας του, με τ’ όνομα Εμετέριο Ρουίθ Ερεδία.

Ο Εμετέριο ήταν ο δήμαρχος κι είχε ένα σπίτι διώροφο που δέσποζε στην πλατεία του χωριού, στρόγγυλο και ροδοκόκκινο κάτω απ’ τον αυγουστιάτικο ήλιο. Ο Εμετέριο είχε ένα κοπάδι από διακόσια κεφαλιά να βοσκάνε στις πλαγιές του Σαγράδο, και μια παρακόρη, κοντά στα είκοσι, μελαχρινή, εύσωμη, γελαστή και κάπως αφελή. 


Η γυναίκα του, ξερακιανή και τραχιά όπως η λεύκα, ήταν μια γλωσσού που ’χε μάθει να προστάζει. Ο Εμετέριο Ρουίθ δεν τα πήγαινε καλά μ’ εκείνον τον μακρινό του ξάδελφο και, από υποχρέωση, βοήθησε τη χήρα του, βρίσκοντάς της δουλειές αλλόκοτες. Έπειτα, τον μικρό, παρότι τον μάζεψε ορφανό, δίχως επάγγελμα ή περιουσία, δεν τον έβλεπε και με καλό μάτι, όπως άλλωστε και οι υπόλοιποι μέσα στο σπίτι.   


Την πρώτη νύχτα που ο Λόπε έμεινε στο σπίτι του Εμετέριο, κοιμήθηκε στον αχυρώνα. Του προσέφεραν φαγητό και μια κούπα κρασί. Την άλλη μέρα, καθώς ο Εμετέριο έβαζε ακόμα το πουκάμισο μέσα απ’ το παντελόνι, με τον ήλιο να ’χει μόλις ξεμυτίσει μέσα στο λάλημα των πετεινών, του φώναξε από τη σκάλα, τρομάζοντας τις κότες που κοιμόντουσαν ανάμεσα στα  κουφώματα:

-Λόπε!

Ο Λόπε κατέβηκε ξυπόλητος, με τα μάτια κολλημένα απ’ τη τσίμπλα. Ήταν μικροκαμωμένος για τα δεκατρία του χρόνια κι είχε ένα μεγάλο, ξυρισμένο κεφάλι.

- Θα πας βοσκός στο Σαγράδο.

Ο Λόπε έψαξε τις μπότες του και τις φόρεσε. Στην κουζίνα, η Φρανθίσκα, η κόρη, είχε ζεστάνει πατάτες πιπεράτες. Ο Λόπε τις καταβρόχθισε γρήγορα, μετρώντας με το κουτάλι την κάθε τους μπουκιά που έβαζε στο στόμα.

-Την ξέρεις τη δουλειά, νομίζω είχες πάει μιαν άνοιξη στις κορφές της Σάντα Άουρεα, με τις κατσίκες του Αουρέλιο Μπερνάλ. 

-Μάλιστα, κύριε.

-Δεν θα πας μόνος σου. Κάπου εκεί τριγυρνά κι ο Ρόκε ο Μεσαίος. Μαζί θα πηγαίνετε.

-Μάλιστα, κύριε.

Η Φρανθίσκα του ’βαλε ένα καρβέλι στο ταγάρι, κι ένα μικρό αλουμινένιο δοχείο, κατσικίσιο λίπος και κρέας παστό.

-Μπρος, είπε ο Εμετέριο Ρουίθ Ερεδία.

Ο Λόπε τον κοίταξε. Ο Λόπε είχε μάτια στρογγυλά και μαύρα, γυαλίζανε.

-Τι κοιτάς; Τράβα!

Ο Λόπε βγήκε, το ταγάρι στον ώμο του. Προηγουμένως, μάζεψε τη γκλίτσα, χοντροκομμένη και γυαλιστερή από τη χρήση, που ήταν σ’ επιφυλακή, σαν το σκυλί, ακουμπισμένη  στον τοίχο.

Αφού πια σκαρφάλωνε σιγά-σιγά προς την κορφή του Σαγράδο, τον είδε ο δον Λορένθο, ο δάσκαλος. Το βραδάκι, στην ταβέρνα, ο δον Λορένθο κάπνισε ένα τσιγάρο στο πλάι του Εμετέριο που πήγε να κοπανήσει ένα ποτηράκι.

-Είδα τον Λόπε, είπε. Ανέβαινε για το Σαγράδο. Κρίμα για το παιδί. 

-Ναι, είπε ο Εμετέριο, σκουπίζοντας τα χείλια με τη ράχη του χεριού. Πάει για βοσκός. Να το ξέρει: πρέπει να βγάζεις το ψωμί σου. Η ζωή είναι σκληρή. Ο «καομοίρης» ο Αρουραίος δεν του άφησε μήτε ένα αποκούμπι, να στηριχτεί και να πάρει τα πάνω του.

-Το άσχημο, είπε ο δον Λορένθο, ξύνοντας το αυτί με το μακρύ και κιτρινωπό του νύχι, είναι ότι ο μικρός αξίζει. Θα μπορούσα να τον εκμεταλλευτώ, αν είχα τη δυνατότητα. Είναι ξύπνιος. Πολύ ξύπνιος. Στο σχολείο

Ο Εμετέριο τον έκοψε, φέρνοντας το χέρι μπροστά στα μάτια:
-Καλά, καλά! Εγώ δεν λέω όχι. Όμως πρέπει να βγάζεις το ψωμί σου. Η ζωή όσο πάει και γίνεται χειρότερη.

Παρήγγειλε κι άλλο ποτηράκι. Ο δάσκαλος έγνεψε ναι, με το κεφάλι. Ο Λόπε έφτασε στο Σαγράδο, και φωνάζοντας βρήκε τον Ρόκε τον Μεσαίο. Ο Ρόκε ήταν κάπως σαν καθυστερημένος κι εδώ και δεκαπέντε χρόνια βοσκούσε τα ζωντανά του Εμετέριο. Θα ’ταν γύρω στα πενήντα και δεν μιλούσε σχεδόν ποτέ. Κοιμήθηκαν μέσα στο ίδιο πλινθόκτιστο καλυβάκι, κάτω απ’ τις βελανιδιές, απολαμβάνοντας την αγκάλη που έφτιαναν οι ρίζες. Στο καλυβάκι χωράγανε μονάχα ξαπλωμένοι κι έπρεπε να μπαίνουν μπουσουλώντας, σχεδόν σερνόντουσαν. Ωστόσο, είχε δροσιά το καλοκαίρι και μπόλικη ζεστασιά τον χειμώνα.  

Το καλοκαίρι πέρασε. Έπειτα το φθινόπωρο κι ο χειμώνας. Οι βοσκοί δεν κατέβαιναν στο χωριό, παρά μονάχα για το πανηγύρι. Κάθε δεκαπέντε, ένας τσοπανάκος τούς ανέβαζε το «κολάρο»: ψωμί, κατσικίσιο λίπος, παστό κρέας, σκόρδα. Μερικές φορές, κρασί μες στο ασκί. Οι κορφές του Σαγράδο ήταν απόλαυση, μ’ ένα βαθύ μπλε, τρομακτικό, εκτυφλωτικό. Ο ήλιος, αψηλός και στρόγγυλος, σαν μία κόρη ματιού απτόητη, εκεί να βασιλεύει. Στην απαλή θολούρα της αυγής, όταν ακόμη δεν ακουγόταν μύγα να πετά μήτε και θρόισμα κανένα, ο Λόπε συνήθιζε να ξυπνά, με την πλίθινη οροφή πάνω από τα μάτια. Έμενε ακίνητος για λίγο, νιώθοντας το κορμί του Ρόκε στο πλευρό, ένας σωρός που ανέπνεε. Έπειτα, σερνόταν προς τα έξω, να κινήσει για τον στάβλο. Στον ουρανό, διασταυρούμενα,  σαν άστρα φευγαλέα, τα ουρλιαχτά χανόντουσαν, ανώφελα, μεγάλα. Ένας Θεός ήξερε το κατά πού θα πέφταν. Όπως οι πέτρες. Όπως τα χρόνια. Ένας χρόνος, δύο, πέντε.

Πέντε χρόνια αργότερα, μια φορά, ο Εμετέριο του μήνυσε με τον τσοπανάκο να κατεβεί. Έβαλε τον γιατρό να εξετάσει τον Λόπε κι είδε πως ήταν γερός και δυνατός, ψήλος σαν κυπαρίσσι.

-Λεβέντης! Είπε ο γιατρός. Ο Λόπε κοκκίνισε και δεν ήξερε τι ν’ απαντήσει.

Η Φρανθίσκα είχε παντρευτεί κι είχε τρία παιδιά που παίζανε στην είσοδο της πλατείας. Ένας σκύλος τον πλησίασε, με τη γλώσσα έξω. Ίσως και να τον θυμόταν. Τότε είδε τον Μανουέλ Ενρίκεθ, τον συμμαθητή του που στο σχολείο έμενε πάντα στη σκιά του Λόπε. Ο Μανουέλ φορούσε γκρι κοστούμι και γραβάτα. Πέρασε δίπλα τους και τους χαιρέτησε μ’ ένα του νεύμα.   

Η Φρανθίσκα σχολίασε:

-Πήγε μπροστά αυτός. Ο πατέρας του τον έστειλε να σπουδάσει, και πάει για δικηγόρος.

Φτάνοντας στο σιντριβάνι, τον συνάντησε και πάλι. Του ’ρθε να του φωνάξει, έτσι ξαφνικά. Αλλά η φωνή δεν του βγήκε, κόλλησε σαν κόμπος, στον λαιμό.

-Ε! είπε μονάχα. Ή κάτι παρόμοιο.

Ο Μανουέλ γύρισε να τον κοιτάξει, και τον γνώρισε. Έμοιαζε ψέμα: τον γνώρισε. Χαμογελούσε.

-Λόπε! Βρε, ο Λόπε…!

Ποιος μπορούσε να καταλάβει αυτά που έλεγε; Πόσο περίεργη προφορά έχουν οι άνθρωποι, τι παράξενες κουβέντες βγαίνουν από αυτή τη σκοτεινή τρυπούλα του στόματός τους! Ένιωθε το αίμα στις φλέβες του να βράζει, όσο άκουγε τον Μανουέλ Ενρίκεθ.

Ο Μανουέλ άνοιξε μια κασετίνα πλακέ, χρώματος ασημί, με τα πιο λευκά, τα πιο τέλεια τσιγάρα που ’χε δει στη ζωή του. Ο Μανουέλ την έτεινε προς το μέρος του, χαμογελώντας.

Ο Λόπε άπλωσε το χέρι. Τότε συνειδητοποίησε πως ήταν άγριο, χοντροκομμένο. Όπως ένα κομμάτι παστό κρέας. Τα δάχτυλα ήταν άκαμπτα, παράταιρα. Τι περίεργο χέρι, εκείνο του αλλουνού: ένα χέρι εκλεπτυσμένο, με κάτι δάχτυλα μακριά σαν σκουλήκια, ευκίνητα, λευκά, εύκαμπτα. Τι χέρι και τούτο, στο χρώμα του κεριού, με κάτι νύχια που ’λαμπαν, πεντακάθαρα. Τι χέρι παράξενο: ούτε γυναίκες δεν είχαν όμοιό του.

Το χέρι του Λόπε ψαχούλεψε, αδέξιο. Στο τέλος, έπιασε το τσιγάρο, εύθραυστο και λευκό, αφύσικο, μες στα ατσούμπαλα δάχτυλά του: άχρηστο, αταίριαστο, μέσα στα δάχτυλά του. Ο Λόπε ένιωσε να του ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. 

Ένας σβώλος αίματος είχε μαζευτεί και κατακάτσει στα βλέφαρα ανάμεσα, εκεί, να ωριμάζει. Διέλυσε το τσιγάρο με τα δάχτυλα κι έκανε μεταβολή. Δεν μπορούσε να σταματήσει, μπροστά στην έκπληξη του Μανουέλ που συνέχιζε να του φωνάζει:

-Λόπε! Λόπε!

Ο Εμετέριο ήτανε καθισμένος στο περιστύλιο, με το πουκάμισο, χαζεύοντας τα εγγόνια. Χαμογελούσε βλέποντας τον μεγάλο του εγγονό, ξαποσταίνοντας απ’ τη δουλειά, και το ασκί με το κρασί πιο δίπλα απ’ το χέρι.

Ο Λόπε πήγε κατευθείαν στον Εμετέριο κι είδε τ’ απορημένα και γκρίζα μάτια του.
  -Άντε, παλικάρι, πίσω στο Σαγράδο, ώρα είναι πια…

Στην πλατεία υπήρχε μια τετράγωνη, κοκκινωπή κοτρώνα. Μία από εκείνες τις κοτρώνες, μεγάλες σαν πεπόνια, που τα παιδιά κουβαλάνε από καμιά μάντρα γκρεμισμένη. Αργά-αργά, ο Λόπε την έπιασε στα χέρια του. Ο Εμετέριο τον κοιτούσε, αμέριμνος, με μιαν ελαφρά περιέργεια. Είχε το δεξί του χέρι χωμένο ανάμεσα στη ζώνη και το στομάχι. Δεν του άφησε χρόνο ούτε καν να το βγάλει: ο υπόκωφος γδούπος, οι πιτσιλιές πάνω στο στήθος απ’ το ίδιο του το αίμα, ο θάνατος κι ο αιφνιδιασμός, σαν δυο αδέλφια, ανεβήκαν έτσι κατά πάνω του, χωρίς δεύτερη σκέψη.

Όταν τον πήραν με τις χειροπέδες, ο Λόπε έκλαιγε. Κι όταν οι κυράδες, στριγκλίζοντας σαν λύκαινες, να τον χτυπήσουν ήθελαν, πηγαίναν στο κατόπι του, με τις μαντίλες υψωμένες πάνω από τα κεφαλιά, σημάδι αγανάκτησης, «Θεέ μου, αυτόν, που τον είχε μαζέψει. Θεέ μου, αυτόν, που τον έκανε άνθρωπο. Θεέ μου, που θα ’χε πεθάνει της πείνας αν δεν ήταν αυτός…», ο Λόπε μονάχα έκλαιγε κι έλεγε:

-Ναι, ναι, ναι

Μετάφραση: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου