Σάββατο 9 Μαΐου 2020

La prenda (Το ρούχο) de Katerina Panaguiotopulu

La versión castellana del relato "Το ρούχο" de Katerina Panagiotopulu. Mis más sinceros agradecimientos a Eirini Chatzikoumi por su gran aportación.

La prenda

Katerina Panaguiotopulu


Era solo un pedazo de tela, y siendo blanco, evocaba una sábana. De aquellas bordadas, tendidas por las novias como adorno, que al desgastarse se cortan en trapos. Cuántos cuerpos lo habían regado ya no importaba. Dote, ajuar. Había ahogado muchos gemidos. Al tenderse por primera vez, fue regado de sangre. Y no de virginidad, sino de odio. Cuatro cicatrices, las dos en el pecho y otras dos en las piernas lo habían manchado.


“Te marco”, le dijo él en su primera noche “ya no te vas acostar con otro”.


No se le abrió de piernas otra vez. Por nueve meses llevaba la prenda manchada por encima como guardián, hasta que dio a luz al macho. Al asomarse su naturaleza, ella observó los ojos jubilosos de su hombre y soltó una carcajada salvaje.


“De esto te agarro”, le gritó “mi hijo se va a desquitar de ti”. Y ni le volvió a dirigir la palabra.


Atrajo al niño, lo secó, lo cubrió con la prenda manchada de sangre, como si lo estuviera regando con su propia sangre amarga.


“Que te vengues”, le dictó. Y como si él se diera cuenta, se rio dentro de las fajas.


Y a medida que él crecía, se iba enganchando a ella y convirtiéndose en posesión de ella. Y el hombre ni lo miraba, como si no se sintiera padre. Pese a que fuera macho.


Al olfatear la sangre materna, el hijo se volvió salvaje. Aun las calidades del amo le caían muy mal. Y a medida que el tiempo pasaba y se hacía hombre el corazón se le fue endureciendo. Hasta que terminó viendo al padre como padrastro. Todo el día mantenía la rabia para sus adentros y al anochecer rugía en las manadas de bestias para gastarla.


En aquel día de lo malo, el sol no se había asomado, y el padre se levantó pesado y exigió café para quitar la borrachera de la noche anterior. Tenía los ojos opacos y el alma ennegrecida por la soledad. Madre e hijo se miraron.


“Que te comportes”, dijo el hijo al amo.

“Que te calles”, mugió aquel.


Así empezaron las amenazas y se calentó la pelea. Y al llamarlo “bastardo” al hijo el padre, le dio coraje para que se le lanzara. Dos cuchilladas cosió la rabia del hijo en el pecho del padre. Igual que las huellas que veía en la madre al amamantarse. Y cuando sus ojos se volvieron nítidos lo enterró en la orilla del cañaveral. Allí mismo cubrió con tierra la prenda y su odio también. Nadie lloró la muerte del amo. Solo la lluvia.


Años después, unos obreros que cavaban desenterraron un pedazo de la prenda
podrida.


“Debe de ser ajena. Yo ya he enterrado mi rabia”, dijo el jefe y lo tiró a la orilla en que
se quemaba las cañas. Ya se había desteñido la sangre de la venganza.


Versión castellana: Giorgos Hatzitriantafillou

Παρασκευή 17 Απριλίου 2020

Ρομπ. Μπολάνιο: Detecives Salvajes



Μεταφρασμένο απόσπασμα από το μυθιστόρημα Detecives Salvajes (Εκδ. Debolsillo, σελ. 596-597) του χιλιανού συγγραφέα Ρομπέρτο Μπολάνιο.


ΠΑΜΠΛΟ ΝΤΕΛ ΒΑΓΕ, ΕΚΘΕΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ, ΜΑΔΡΙΤΗ, ΙΟΥΛΙΟΣ 1994.
Θα σας διηγηθώ κάτι σχετικά με την υπόληψη των ποιητών. Υπήρξε μια εποχή στην οποία δεν είχα χρήματα ούτε και το όνομα που τώρα έχω: ήμουν άνεργος και λεγόμουν Πέδρο Γκαρθία Φερνάντεθ. Είχα όμως ταλέντο και ήμουν αξιαγάπητος. Γνώρισα μία γυναίκα. Γνώρισα πολλές γυναίκες, αλλά κυρίως γνώρισα μία γυναίκα. Αυτή η γυναίκα, το όνομά της θα ήταν προτιμότερο να το αφήσουμε στην ανωνυμία, με ερωτεύτηκε. Δούλευε στο ταχυδρομείο. Είναι ταχυδρομική υπάλληλος, έλεγα όταν με ρωτούσαν οι φίλοι τι κάνει η γυναίκα μου. Στην πραγματικότητα αυτό ήταν μονάχα κατ’ ευφημισμό, καθότι δεν έλεγα πως είναι ταχυδρόμος. Για κάποιον καιρό ζούσαμε μαζί. Τα πρωινά η γυναίκα μου έφευγε για δουλειά και δεν επέστρεφε πριν από τις πέντε το απόγευμα. Σηκωνόμουν όταν άκουγα τον ανάλαφρο θόρυβο της πόρτας που έκλεινε (ήταν πολύ διακριτική με την ανάπαυσή μου) κι έπιανα να γράψω. Έγραφα για πράγματα βαθυστόχαστα. Κήπους, χαμένα κάστρα, τέτοια πράγματα. Έπειτα, όταν κουραζόμουν, διάβαζα. Πίο Μπαρόχα, Ουναμούνο, Αντόνιο και Μανουέλ Ματσάδο, Αθορίν. Την ώρα του φαγητού, έβγαινα έξω, σε ένα εστιατόριο που με ήξεραν. Όταν εκείνη γύριζε από τη δουλειά συνηθίζαμε να μιλάμε για λίγο, αλλά και τι μπορεί να πει ένας λογοτέχνης με μια ταχυδρόμο; Εγώ μιλούσα για αυτά που είχα γράψει, για αυτά που σχεδίαζα να γράψω: ένα σχόλιο σχετικά με τον Μανουέλ Ματσάδο, ένα  ποίημα σχετικά με το Άγιο Πνεύμα, ένα δοκίμιο το οποίο θα ξεκινούσε έτσι: κι εμένα με πληγώνει η Ισπανία. Εκείνη μιλούσε για τους δρόμους που είχε διασχίσει και για τα γράμματα που είχε παραδώσει. Μιλούσε για τα γραμματόσημα, ορισμένα σπανιότατα, και για τα πρόσωπα που είχε έρθει αντιμέτωπη μες στη μακρά της ημέρα ως διανομέας φακέλων. Έπειτα, όταν πια δεν άντεχα άλλο, της έλεγα αντίο και πήγαινα να σουλατσάρω στα μπαρ της Μαδρίτης. Κάποιες φορές παραβρέθηκα σε παρουσιάσεις βιβλίων. Πιο πολύ για το δωρεάν ποτό και τα καναπεδάκια. Πήγαινα στην Κάσα ντε Αμέρικα κι άκουγα τους ευτραφείς λατινοαμερικάνους συγγραφείς. Πήγαινα στο Ατενέο κι άκουγα τους επαναπαυμένους ισπανούς συγγραφείς. Πιο αργά συναντούσα φίλους και μιλούσαμε για τα έργα μας ή πηγαίναμε όλοι μαζί να επισκεφθούμε τον Δάσκαλο. Όμως πάνω από το λογοτεχνικό κουσκούς εγώ συνέχιζα να ακούω τον θόρυβο από τα ίσια παπούτσια της γυναίκας μου που διέσχιζε την περιοχή διανομής της ξανά και ξανά, σιωπηλή, σέρνοντας την κίτρινη τσάντα της ή το κίτρινο καροτσάκι της, αυτό εξαρτιόταν από τον όγκο της αλληλογραφίας που είχε να παραδώσει, και τότε έχανα τη συγκέντρωσή μου, η γλώσσα μου, τόσο ευρηματική, αιχμηρή δευτερόλεπτα πριν, ξάφνου γινόταν παιδιάστικη και με βύθιζε σε μια παγερή κι αθέλητη σιωπή που οι υπόλοιποι, του Δασκάλου μας συμπεριλαμβανομένου, συνήθως ερμήνευαν, για καλή μου τύχη, ως δείγμα του συλλογιστικού, αφαιρετικού και φιλοσοφικού μου ταλέντου. Κάποιες φορές, όταν γυρνούσα σπίτι τις πρώτες πρωινές ώρες, σταματούσα στη γειτονιά όπου εκείνη συνήθως δούλευε και παρίστανα, υποκρινόμουν και μιμούμουν με χειρονομίες ανάμεσα σε στρατιωτικούς και φαντάσματα, την καθημερινή της ρουτίνα. Στο τέλος κατέληγα να κάνω εμετό και να κλαίω κάτω από ένα δέντρο, αναρωτώμενος πώς ήταν δυνατόν να συμβιώνω εγώ με τη γυναίκα εκείνη. Ποτέ δεν βρήκα απάντηση ή αυτές που βρήκα δεν έβγαζαν νόημα, όμως το σίγουρο είναι ότι δεν την παράτησα. Ζήσαμε μαζί για πολύ καιρό. Κάποιες φορές, σε ένα διάλειμμα από τη συγγραφή και για να παρηγορηθώ, έλεγα στον εαυτό μου πως υπάρχουν και χειρότερα, να ήταν χασάπισσα. Εγώ θα προτιμούσα, πιο πολύ λόγω μόδας, να ήταν αστυνομικός. Αστυνομικός ήταν καλύτερο από ταχυδρόμος. Ταχυδρόμος, από την άλλη, ήταν καλύτερο από χασάπισσα. Έπειτα συνέχιζα να γράφω και να γράφω, τσαντισμένος ή στα πρόθυρα λιποθυμίας, και κάθε φορά έκανα κτήμα μου όλο και περισσότερο τα μυστικά του επαγγέλματος. Έτσι περνούσαν τα χρόνια και όλο εκείνο το διάστημα εγώ χρησιμοποιούσα τη γυναίκα μου. Στο τέλος κέρδισα το βραβείο Νέες Φωνές του Δήμου της Μαδρίτης κι από τη μία στιγμή στην άλλη βρέθηκαν στην κατοχή μου τρία εκατομμύρια πεσέτες και μια προσφορά να δουλέψω σε μία από τις ξακουστές εφημερίδες της πρωτεύουσας. Ο Ερνάντο Γκαρθία Λεόν έγραψε μία εγκωμιαστικότατη κριτική του βιβλίου μου. Η πρώτη και η δεύτερη έκδοση εξαντλήθηκαν σε λιγότερο από τρεις μήνες. Έχω εμφανιστεί σε δύο τηλεοπτικές εκπομπές, μολονότι έχω την εντύπωση πως στη μία από αυτές με κάλεσαν για να κάνω τον καραγκιόζη. Τώρα γράφω το δεύτερο μυθιστόρημά μου. Και παράτησα τη γυναίκα μου. Της μίλησα περί ασυμφωνίας χαρακτήρων και απροθυμίας να της κάνω κακό και πως της ευχόμουν ό,τι το καλύτερο και πως μπορούσε να βασίζεται πάνω μου οποιαδήποτε στιγμή, για το οτιδήποτε. Έπειτα έβαλα τα βιβλία μου σε χαρτόκουτα, τα ρούχα μου σε μια βαλίτσα κι έφυγα. Ο έρωτας, δεν θυμάμαι ποιανού σπουδαίου είναι τα λόγια, χαμογελάει στους νικητές. Δεν άργησα να συζήσω με άλλη γυναίκα. Έχω νοικιάσει ένα διαμέρισμα στο Λαβαπιές, διαμέρισμα που πληρώνω εγώ, στο οποίο νιώθω ευτυχισμένος και παραγωγικός. Η τωρινή μου γυναίκα σπουδάζει Αγγλική Φιλολογία και γράφει ποίηση. Συνήθως μιλάμε για βιβλία. Και κάποιες φορές της έρχονται πολύ ωραίες ιδέες. Πιστεύω ότι μαζί κάνουμε ένα υπέροχο ζευγάρι: ο κόσμος μάς κοιτά κι επικροτεί, κατά κάποιον τρόπο προσωποποιούμε το μέλλον και την αισιοδοξία στο πλάι της σύνεσης και της περισυλλογής. Κάποιες νύχτες, ωστόσο, όταν είμαι στο γραφείο μου και προσθέτω τις τελευταίες πινελιές στην εβδομαδιαία στήλη μου ή διορθώνοντας μερικές σελίδες του βιβλίου μου, ακούω βήματα στον δρόμο κι έχω την εντύπωση, σχεδόν βεβαιότητα, ότι πρόκειται για την ταχυδρόμο που έχει βγει να μοιράσει την αλληλογραφία σε ώρα ακατάλληλη. Βγαίνω στο μπαλκόνι και δεν βλέπω κανέναν ή ίσως δω τον μεθύστακα της γειτονιάς που γυρίζει σπίτι κι έχει χάσει τον δρόμο. Δεν τρέχει τίποτα. Δεν υπάρχει κανείς. Όταν γυρνώ στο γραφείο μου, ωστόσο, τα βήματα επαναλαμβάνονται και τότε ξέρω πως είναι η ταχυδρόμος που δουλεύει, πως ακόμη κι αν δεν την βλέπω η ταχυδρόμος είναι που διασχίζει την περιοχή της τη χειρότερη για μένα στιγμή. Και τότε αφήνω την εβδομαδιαία στήλη μου κι αφήνω το κεφάλαιο του βιβλίου μου και προσπαθώ να γράψω ένα ποίημα ή να αφιερώσω το υπόλοιπο της νύχτας στα προγραμματισμένα ραντεβού μου, αλλά δεν μπορώ. Ο θόρυβος από τα ίσια παπούτσια της αντηχεί μες στο κεφάλι μου. Ήχος οριακά αντιληπτός που ωστόσο ξέρω πώς να τον ξορκίσω: σηκώνομαι, περπατώ ως το υπνοδωμάτιο, γδύνομαι, πέφτω στο κρεβάτι όπου και συναντώ το αρωματισμένο κορμί της γυναίκας μου, του κάνω έρωτα, κάποιες φορές γλυκά, κάποιες φορές με βίαιο τρόπο, κι έπειτα με παίρνει ο ύπνος κι ονειρεύομαι ότι γίνομαι δεκτός στην Ακαδημία. Ή όχι. Τρόπος του λέγειν. Κάποιες φορές, στην πραγματικότητα, ονειρεύομαι ότι γίνομαι δεκτός στην Κόλαση. Ή δεν ονειρεύομαι τίποτα. Ή ονειρεύομαι ότι με έχουν ευνουχίσει και με το πέρασμα του χρόνου δυο όρχεις τόσο δα μικρούλικοι, όπως δυο άχρωμες ελίτσες, μου ξαναφυτρώνουν από τον καβάλο, και πως εγώ τους πασπατεύω με ένα μίγμα από αγάπη και φόβο και τους κρατώ μυστικούς. Ασφαλώς και δεν μιλώ σε κανέναν για αυτό. Πρέπει να φαίνεσαι δυνατός. Ο κόσμος της λογοτεχνίας είναι ζούγκλα. Εγώ πληρώνω τη σχέση μου με την ταχυδρόμο με μερικούς εφιάλτες, με μερικά ηχητικά φαινόμενα. Δεν είναι κι άσχημα, το αποδέχομαι. Αν είχα λιγότερη ευαισθησία, σίγουρα ούτε που θα την θυμόμουν πια. Κάποιες φορές κάνω κέφι ακόμη και να την πάρω τηλέφωνο, να την ακολουθήσω στην καθημερινή διαδρομή της και να την δω, για πρώτη φορά, να δουλεύει. Κάποιες φορές κάνω κέφι να συναντηθώ μαζί της σε κάποιο από τα μπαρ της γειτονιάς της που πια δεν είναι δική μου και να την ρωτήσω για τη ζωή της: αν έχει ήδη εραστή, αν έχει παραδώσει κάποιο γράμμα από τη Μαλαισία ή την Τανζανία, αν ακόμη λαμβάνει, ως ταχυδρόμος, τον χριστουγεννιάτικο μποναμά. Αλλά δεν το κάνω. Συμβιβάζομαι με το να ακούω τον ήχο από τα βήματά της, κάθε φορά και πιο αδύναμα. Συμβιβάζομαι με το να σκέφτομαι την απεραντοσύνη του σύμπαντος. Ό,τι αρχίζει ως κωμωδία καταλήγει ως ταινία τρόμου.

Απόδοση στα ελληνικά: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2020

Ο θρύλος της Τατουάνα (Μιγκέλ Άνχελ Αστούριας)


Ο Μιγκέλ Άνχελ Αστούριας (1899-1974) θεωρείται μια από τις κορυφαίες μορφές του λατινοαμερικάνικου μυθιστορήματος. Του έχει απονεμηθεί το Βραβείο Λένιν (1966) και το Νόμπελ (1967). Στους Θρύλους του, που αποτελούν πιστή απεικόνιση της μυθολογίας των Μάγια, τα όρια μεταξύ πραγματικού και φανταστικού δεν υφίστανται.



Ο θρύλος της Τατουάνα
Γύρος από το Σπίτι-Θάνατος η Τατουάνα

Ο Πυγμαλίων Αμυγδαλής έχει γενειάδα ροζακιά, ήταν ένας από τους ιερείς που οι λευκοί αγγίζανε νομίζοντάς τους από χρυσό, τόσος ήταν ο πλούτος που φορούσαν, και γνωρίζει τα μυστικά των φυτών που όλα τα γιατρεύουν, το λεξικό του οψιδιανού -πέτρα που μιλά- και να διαβάζει τα ιερογλυφικά των αστερισμών.

Είναι το δέντρο που ξημερώθηκε μια μέρα στο δάσος που είναι φυτεμένο, δίχως κανείς να το 'χει σπείρει, λες και το είχαν φέρει τα φαντάσματα. Το δέντρο που περπατά… το δέντρο που μετρά τα χρόνια των τετρακοσίων ημερών με τα φεγγάρια που 'χει δει, κι έχει δει πολλά φεγγάρια, όπως όλα τα δέντρα, και που ήρθε γέρικο πια από τον Τόπο της Αφθονίας.  

Με την πανσέληνο της Κουκουβάγιας της Ψαρούς (όνομα ενός από τους είκοσι μήνες του χρόνου των τετρακοσίων ημερών), ο Πυγμαλίων Αμυγδαλής μοίρασε την ψυχή του στους δρόμους. Τέσσερις ήταν οι δρόμοι και τράβηξαν σε διαφορετικές κατευθύνσεις προς τις τέσσερις άκρες  του ουρανού. Η μαύρη άκρη: Νύχτα μαγική. Η πράσινη άκρη: Ανοιξιάτικη καταιγίδα. Η κόκκινη άκρη: Παπαγάλος ή τροπική έκσταση. Η λευκή άκρη: Υπόσχεση νέων τόπων. Τέσσερις ήταν οι δρόμοι

-Δρομάκι! Δρομάκο!... -είπε στον Λευκό τον Δρόμο ένα λευκό περιστέρι, όμως ο Δρομάκος ο Λευκός δεν το άκουσε. Ήθελε να του δώσουν την ψυχή του Πυγμαλίωνα, που γιατρεύει από τα όνειρα. Τα περιστέρια και τα παιδιά υποφέρουν από τούτο το κακό. 

-Δρομάκι! Δρομάκο!... -είπε στον Κόκκινο τον Δρόμο μια κόκκινη καρδιά, όμως ο Κόκκινος ο Δρόμος δεν την άκουσε. Ήθελε να του αποσπάσει την προσοχή για να ξεχάσει την ψυχή του Πυγμαλίωνα. Οι καρδιές, σαν τους κλέφτες, δεν επιστρέφουν τα πράγματα που έχουν ξεχαστεί. 

-Δρομάκι! Δρομάκο!... -είπε στον Πράσινο τον Δρόμο μια πράσινη κληματαριά, όμως ο Πράσινος ο Δρόμος δεν την άκουσε. Ήθελε με την ψυχή του Πυγμαλίωνα να αποπληρώσει λίγο από το χρέος του σε φυλλωσιά και ίσκιο.

Πόσα φεγγάρια πέρασαν περπατώντας οι δρόμοι;


Πόσα φεγγάρια πέρασαν περπατώντας οι δρόμοι;

Ο πιο ταχύς, ο Δρόμος ο Μαύρος, ο δρόμος που δεν μίλησε σε κανέναν στον δρόμο, σταμάτησε στην πόλη, διέσχισε την πλατεία και στη γειτονιά των πραματευτάδων, με μια στάλα ξεκούρασης, έδωσε την ψυχή του Πυγμαλίωνα στον Πραματευτή Κοσμημάτων ανεκτίμητων. 

Ήταν η ώρα των λευκών γατιών. Πήγαιναν από τη μια άκρη στην άλλη. Τι ωραίες τριανταφυλλιές! Τα σύννεφα έμοιαζαν ρούχα απλωμένα στον ουρανό.

Με το που έμαθε ο Πυγμαλίων αυτό που είχε κάνει ο Δρόμος ο Μαύρος, πήρε ανθρώπινη μορφή και πάλι, ξεβγάζοντας το φύλλωμά του σ’ ένα ρυάκι που πήγαζε κάτω από το φεγγάρι, κοκκινωπό σαν τον ανθό της αμυγδαλιάς, και πήρε τον δρόμο για την πόλη.

Έφτασε στην κοιλάδα ύστερα από μιας μέρας ταξίδι, στο πρώτο σκίτσο του δειλινού, την ώρα που τα κοπάδια γυρίζανε, συνομιλώντας με τους βοσκούς, που απαντούσαν μονολεκτικά στις ερωτήσεις του, παραξενευμένοι, ωσάν εμπρός σε φανέρωση, λόγω του πράσινου χιτώνα  του και της ροζακιάς του γενειάδας. 

Μέσα στην πόλη τράβηξε δυτικά. Άνδρες και γυναίκες περιτριγύριζαν τις δημόσιες στέρνες. Ο ήχος του νερού θύμιζε φιλιά έτσι όπως γέμιζε τα κανάτια. Κι ακολουθώντας τις σκιές, στη γειτονιά των πραματευτάδων βρήκε το κομμάτι της ψυχής του πουλημένο από τον Δρόμο τον Μαύρο στον Πραματευτή Κοσμημάτων ανεκτίμητων. Το φύλαγε στο βάθος σ’ ένα κρυστάλλινο κουτί με κλειδωνιές από χρυσό. 

Δίχως να χάσει χρόνο πλησίασε τον Πραματευτή, που κάπνιζε σε μια γωνιά, να του προσφέρει χίλιες οκάδες μαργαριτάρια.

Ο Πραματευτής χαμογέλασε με την τρέλα του Πυγμαλίωνα. Χίλιες οκάδες μαργαριτάρια; Όχι, τα κοσμήματά του δεν είχαν τιμή!


Ο Πυγμαλίων ανέβασε την προσφορά. Για τους πραματευτάδες όλα έχουν την τιμή τους. Θα του ‘δινε σμαράγδια, μεγάλα σαν καλαμπόκι, κατοστάρα κατοστάρα οι ούγιες, μέχρι να φτιάξει μια λίμνη από σμαράγδια. 

Ο Πραματευτής χαμογέλασε με την τρέλα του Πυγμαλίωνα. Μια λίμνη σμαράγδια; Όχι, τα κοσμήματά του δεν είχαν τιμή!

Θα του ‘δινε φυλαχτά, μάτια ελαφιού να καλεί το νερό, φτερά για την καταιγίδα, μαριχουάνα για την πίπα του...

Ο Πραματευτής αρνήθηκε. 


Θα του ‘δινε πολύτιμους λίθους να χτίσει, καταμεσής της λίμνης από σμαράγδια, ένα παραμυθένιο παλάτι! 

Ο Πραματευτής αρνήθηκε. Τα κοσμήματά του δεν είχαν τιμή. Κι επιπλέον, προς τι η όλη κουβέντα; Αυτό το κομματάκι ψυχής το ήθελε ως αντάλλαγμα, σε ένα σκλαβοπάζαρο, για την πιο όμορφη σκλάβα του κόσμου. 

Κι όλα πήγαν στον βρόντο, στον βρόντο ό,τι κι αν προσέφερε κι έλεγε ο Πυγμαλίων, τόσο όσο το ‘πε, με τη θέληση να αποκτήσει την ψυχή του ξανά. Οι πραματευτάδες δεν έχουν καρδιά.

Μια κλωστή καπνού χώριζε την πραγματικότητα από τ’ όνειρο, τα μαύρα γατιά από τα λευκά γατιά και τον Πραματευτή από τον παράξενο αγοραστή, που βγαίνοντας τίναξε τα σανδάλια του στην εξώπορτα. Η σκόνη έχει γκαντεμιά

Έπειτα από έναν χρόνο τετρακοσίων ημερών -συνεχίζει ο θρύλος- διέσχιζε τους δρόμους της οροσειράς ο Πραματευτής. Γυρνούσε από χώρες μακρινές, με τη συνοδεία της σκλάβας που είχε αγοράσει με την ψυχή του Πυγμαλίωνα, του πουλιού ανθού, του οποίου το ράμφος αντάλλασσε με υάκινθους τις σταγονίτσες μέλι, και μιας κουστωδίας από τριάντα έφιππους υπηρέτες.

-Δεν φαντάζεσαι -έλεγε ο Πραματευτής στη σκλάβα, περνώντας το χαλινάρι στ' άλογα- πώς θα ‘ναι η ζωή σου στην πόλη! Το σπίτι σου θα είναι ένα παλάτι και στις διαταγές σου θα είναι όλοι μου οι υπηρέτες, εγώ τελευταίος, έτσι και το προστάξεις!

-Εκεί πέρα -συνέχιζε με το πρόσωπο μισολουσμένο από τον ήλιο- όλα θα ‘ναι δικά σου. Είσαι ένα κόσμημα, κι εγώ ο Πραματευτής Κοσμημάτων ανεκτίμητων! Αξίζεις ένα κομματάκι ψυχής που δεν αντάλλαξα με μια λίμνη μαργαριτάρια!... Σε μιαν αιώρα θα βλέπουμε αγκαλιά το ηλιοβασίλεμα και το ξημέρωμα, μην κάνοντας τίποτα, ακούγοντας τα παραμύθια μια γριάς μάγισσας που γνωρίζει το ριζικό μου. Το ριζικό μου, λέει, είναι στα δάχτυλα ενός γιγάντιου χεριού, και θα γίνει και δικό σου, έτσι και το ζητήσεις.

Η σκλάβα γυρνούσε στο τοπίο από χρώματα που ξηλώνονταν στα γαλανά που η απόσταση ξήλωνε με τη σειρά της. Τα δέντρα έπλεκαν στις άκρες του δρόμου ένα σκαμπρόζικο ντεκόρ σαν σε πόντσο. Τα πουλιά έδιναν την εντύπωση πως πετούν κοιμισμένα, χωρίς φτερά, και μέσα στη γρανιτένια σιωπή, το λαχάνιασμα των ζωών, ανάσκελα, αποκτούσε ανθρώπινο τόνο. 

Η σκλάβα πήγαινε γυμνή. Πάνω στα στήθια της, μέχρι τα πόδια, κυλούσαν τα μαύρα της μαλλιά τυλιγμένα σε μια μονάχα τούφα, σαν ένα φίδι. Ο Πραματευτής ήταν ντυμένος στα χρυσά, καλυμμένες οι πλάτες με μια κουβέρτα από μαλλί τράγου. Πυρωμένος κι ερωτευμένος, στο ρίγος της αρρώστιας του να σμίγει το τρέμουλο της καρδιάς του. Και οι τριάντα έφιπποι υπηρέτες να καθρεφτίζονται στο μάτι σαν τις φιγούρες ενός ονείρου. 

Στα ξαφνικά, χοντρές ψιχάλες πιτσίλισαν τον δρόμο διακρίνοντας πολύ μακρυά, πέρα στις χαράδρες, τις φωνές των βοσκών που μαζεύαν τα κοπάδια, σκιαγμένοι από την καταιγίδα. Τα υποζύγια άνοιξαν βήμα να βρουν καταφύγιο, αλλά δεν είχαν χρόνο: μετά τις ψιχάλες, ο άνεμος μαστίγωνε τα σύννεφα, ασελγώντας σε δάση μέχρι να φτάσει στην κοιλάδα, και στην πορεία ριχνόταν πάνω στις βρεμένες κουβέρτες της καταχνιάς, και οι πρώτες αστραπές φώτισαν το τοπίο, όπως τα φλας τρελού φωτογράφου που τραβάει ενσταντανέ της καταιγίδας.

Ανάμεσα στα άλογα που ‘τρέχαν σαν αλαφιασμένα, σπασμένα τα χαλινάρια, φτερά στα πόδια, αναμαλλιασμένες οι χαίτες στον αέρα και τα αυτιά γυρισμένα πίσω, ένα σκουντούφλημα του αλόγου έριξε τον Πραματευτή στη ρίζα ενός δένδρου που, εμβρόντητο από τον κεραυνό εκείνη τη στιγμή, τον έπιασε με τις ρίζες όπως το χέρι που μαζεύει μια πέτρα, και τον πέταξε στην άβυσσο. 

Στο μεταξύ, ο Πυγμαλίων Αμυγδαλής, που είχε απομείνει στην πόλη χαμένος, τριγυρνούσε σαν τρελός στους δρόμους, τρομάζοντας τα παιδιά, μαζεύοντας σαβούρα κι απευθύνοντας τον λόγο στα γαϊδούρια, στα βόδια και στα αδέσποτα σκυλιά, που κατ’ αυτόν συνέθεταν μαζί με τον άνθρωπο τη συνομοταξία ζώων με θλιμμένο βλέμμα. 

-Πόσα φεγγάρια πέρασαν περπατώντας οι δρόμοι; -ρωτούσε από πόρτα σε πόρτα τους ανθρώπους, που έκλειναν χωρίς να απαντήσουν, παραξενευμένοι, ωσάν εμπρός σε φανέρωση, λόγω του πράσινου χιτώνα  του και της ροζακιάς του γενειάδας.

Κι αφού πέρασε καιρός πολύς, ρωτώντας τους πάντες, σταμάτησε στην πόρτα του Πραματευτή Κοσμημάτων ανεκτίμητων να ρωτήσει τη σκλάβα, μοναδική επιζώντα της καταιγίδας εκεινής: 

- Πόσα φεγγάρια πέρασαν περπατώντας οι δρόμοι;…


Ο ήλιος, που έβγαζε σιγά-σιγά το κεφάλι απ’ το λευκό πουκάμισο της μέρας, έσβηνε στη πόρτα, καρφωμένη με χρυσό κι ασήμι, η πλάτη του Πυγμαλίωνα και το μελαμψό πρόσωπο αυτηνής που ήταν ένα κομματάκι της ψυχής του, κόσμημα που δεν αγόρασε με μια λίμνη σμαράγδια. 

- Πόσα φεγγάρια πέρασαν περπατώντας οι δρόμοι;…

Ανάμεσα στα χείλη της σκλάβας η απάντηση κουλουριάστηκε και σκλήρυνε όπως τα δόντια της. Ο Πυγμαλίων σίγησε με επιμονή μυστηριώδους λίθου. Ερχόταν η πανσέληνος της Κουκουβάγιας της Ψαρούς. Σιωπηλοί έπλυναν το πρόσωπο με τα μάτια, ταυτόχρονα, σαν δυο εραστές που λείπανε και συναντιούνται ξαφνικά.  

Η σκηνή αναστατώθηκε από θορύβους ασυνήθιστους. Έρχονταν να τους πάρουν εις το όνομα του Θεού και του Βασιλέως, για μάγο εκείνον και για δαιμονισμένη εκείνην. Ανάμεσα σε σταυρούς και σπαθιά κατέβηκαν στη φυλακή, ο Πυγμαλίων με τη ροζακιά γενειάδα και τον πράσινο χιτώνα, κι η σκλάβα με το κορμί της να λάμπει και τόσο σφιχτό σαν να ‘ναι από χρυσάφι.

Επτά μήνες αργότερα, καταδικάσθηκαν σε θάνατο δια πυρός στην Μεγάλη Πλατεία. Την παραμονή της εκτέλεσης, ο Πυγμαλίων πλησίασε τη σκλάβα και με το νύχι τής χάραξε ένα βαρκάκι στο μπράτσο, λέγοντάς της:  

- Χάρις σε αυτό το τατουάζ, Τατουάνα, θα ξεφεύγεις πάντοτε που θα βρίσκεσαι σε κίνδυνο, όπως θα ξεφύγεις σήμερα. Θέλημά μου είναι να είσαι ελεύθερη όπως η σκέψη μου. Σχεδίασε αυτό το βαρκάκι στον τοίχο, στο πάτωμα, στον αέρα, όπου θες, κλείσε τα μάτια, μπες μέσα και φύγε… 

Φύγε, αφού η σκέψη μου είναι πιο δυνατή και από άγαλμα από λάσπη ανακατεμένη με σκορδόχορτο! 

Αφού η σκέψη μου είναι πιο γλυκιά κι απ' το μέλι της μέλισσας που πιπιλά τον ανθό του σουκινάι!

Αφού η σκέψη μου είναι που γίνεται αόρατη! 

Δίχως να χάσει δευτερόλεπτο η Τατουάνα έκανε ό,τι της είπε ο Πυγμαλίων: σχεδίασε το βαρκάκι, έκλεισε τα μάτια και μπαίνοντας σε αυτό, το βαρκάκι έβαλε μπρος, δραπέτευσε απ' τη φυλακή κι απ' τον θάνατο. 

Και την επόμενη μέρα, τη μέρα της εκτέλεσης, οι αρχές βρήκαν στη φυλακή ένα δέντρο ξεραμένο που είχε ανάμεσα στα κλαδιά δυο τρία λουλουδάκια αμυγδαλιάς, ροζακιά ακόμα. 


Απόδοση στα ελληνικά: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου