Τρίτη 26 Αυγούστου 2014

Χούλιο Κορτάσαρ: Η κατάληψη του σπιτιού (La casa tomada, 1951)


adeodo.blogspot.com

Επ’ ευκαιρίας του εορτασμού των εκατό χρόνων από την γέννηση του αργεντινού συγγραφέα Χούλιο Κορτάσαρ, γεννηθείς σαν σήμερα το 1914, σας παραθέτω μεταφρασμένο ένα από τα πιο γνωστά του μικροδιηγήματα την Κατάληψη του σπιτιού (La casa tomada, 1951), μέρος της συλλογής Bestiario. Σε αυτό, γίνονται αισθητά ορισμένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της γραφής του όπως το μυστήριο, οι σαφείς ιδεολογικές του καταβολές, η κριτική στην (μεγάλο)αστική τάξη, το αγαπημένο του Μπουένος Άιρες. Ελπίζω να το απολαύσετε, καλή ανάγνωση!



Το σπίτι μας άρεσε, γιατί εκτός από ευρύχωρο και παλαιό, σήμερα που τα παλιά σπίτια υποκύπτουν στην πιο επικερδή εκποίηση των υλικών τους, διατηρούσε ζωντανές τις αναμνήσεις των προπάππων, του παππού, από τη μεριά του πατέρα, των γονιών και όλης της παιδικής μας ηλικίας.

oscuridadoculta.blogspot.com


Η Ιρένε κι εγώ συνηθίσαμε να μένουμε μόνοι σε αυτό, πράγμα το οποίο ήταν μια τρέλα, μιας και στο σπίτι εκείνο μπορούσαν να ζουν άνετα οκτώ άτομα. Σηκωνόμασταν στις επτά, το καθαρίζαμε και κατά τις έντεκα πήγαινα στην κουζίνα, αφήνοντας την Ιρένε να κάνει ένα πέρασμα τα τελευταία δωμάτια. Γευματίζαμε στις δώδεκα, πάντα με ακρίβεια. Μετά από αυτό δεν υπήρχε κάτι άλλο για να γίνει, πέρα από κάτι βρώμικα πιάτα. Μας φαινόταν ευχάριστο να γευματίζουμε ενώ σκεφτόμασταν το μεγάλο και σιωπηλό σπίτι το οποίο μας αρκούσε να διατηρούμε καθαρό. Μερικές φορές φτάναμε να πιστέψουμε πως λόγω εκείνου δεν είχαμε παντρευτεί. Η Ιρένε απέρριψε δυο μνηστήρες χωρίς προφανή λόγο κι εμένα μου πέθανε η Μαρία Εστέρ πριν προλάβουμε να αρραβωνιαστούμε. Μπαίναμε στα σαράντα μας με την ανείπωτη ιδέα ότι ο αδελφικός μας γάμος, απλός και ήσυχος, ήταν μια γενεαλογική συνθήκη απαραίτητη κι απαράλλαχτη από τα χρόνια των προπάππων μας σε αυτό το σπίτι. Εκεί θα πεθαίναμε μια μέρα, με το σπίτι να περνά στα χέρια άσχετων και αναίσθητων ξαδέλφων που θα το γκρέμιζαν για να πλουτίσουν από το οικόπεδο και τα τούβλα. Ή καλύτερα, εμείς οι ίδιοι θα το φέρναμε τούμπα, δικαιωματικά, πριν να είναι πολύ αργά.

charolaisart.blogspot.com

Η Ιρένε ήταν μια κοπέλα γεννημένη να μην ενοχλεί κανέναν. Πέρα από τις πρωινές της ασχολίες, περνούσε το υπόλοιπο της μέρας πλέκοντας στον καναπέ του υπνοδωματίου της. Δεν γνωρίζω γιατί έπλεκε τόσο, εγώ πιστεύω ότι οι γυναίκες πλέκουν όταν έχουν βρει σε αυτή την εργασία μια σπουδαία δικαιολογία για να μην κάνουν τίποτα. Η Ιρένε δεν ήταν έτσι, πάντα έπλεκε πράγματα που χρησίμευαν, πουλόβερ για το χειμώνα, κάλτσες για μένα, καζάκες και γιλέκα για την ίδια. Κάποιες φορές έπλεκε ένα γιλέκο και το ξέπλεκε στη στιγμή επειδή κάτι δεν την ευχαριστούσε. Ήταν κάπως κωμικό να βλέπεις αυτό τον σωρό από μαλλί να αντιστέκεται στο να χάσει την φόρμα του για μερικές ώρες. Τα Σάββατα  πήγαινα εγώ στο κέντρο να της αγοράσω μαλλί, καθώς η Ιρένε εμπιστευόταν το γούστο μου, έβρισκε ικανοποιητικά τα χρώματα κι έτσι δεν χρειάστηκε να επιστρέψω ποτέ κουβάρια. Εκμεταλλευόμουν εκείνες τις βόλτες για να περάσω από τα βιβλιοπωλεία και να ρωτήσω για νέες κυκλοφορίες γαλλικής λογοτεχνίας. Από το 1939 είχε να έρθει κάτι αξιόλογο στην Αργεντινή.



Όμως, είναι το σπίτι αυτό για το οποίο θέλω να μιλήσω, για το σπίτι και την Ιρένε, γιατί εγώ δεν έχω σημασία. Αναρωτιέμαι τι θα έκανε η Ιρένε χωρίς το πλέξιμο. Κάποιος μπορεί να ξαναδιαβάσει ένα βιβλίο, αλλά όταν ένα πουλόβερ τελειώσει είναι σκάνδαλο να το επαναλάβεις. Μια μέρα βρήκα το κάτω συρτάρι της σιφονιέρας γεμάτο φουλάρια λευκά, πράσινα, λιλά. Ήταν στη ναφθαλίνη, στοιβαγμένα όπως στα είδη ραπτικής. Δεν θεώρησα σκόπιμο να ρωτήσω την Ιρένε τι σκόπευε να κάνει με αυτά. Δεν χρειαζόταν να δουλεύουμε για τα προς το ζην, κάθε μήνα ερχόταν παραδάκι από τα αγροκτήματα και η τσέπη μας φούσκωνε. Όμως την Ιρένε την διασκέδαζε μόνο το πλέξιμο, επεδείκνυε μια μοναδική δεξιοτεχνία κι εμένα οι ώρες μου περνούσαν βλέποντας τα χέρια της σαν άλλους ασημόχρωμους σκαντζόχοιρους, με τις βελόνες να πηγαινοέρχονται και ένα δυο καλαθάκια στο πάτωμα, όπου χοροπηδούσαν ανήσυχα τα κουβάρια. Ήταν υπέροχο.

www.cafeteradeletras.com


Πώς να μην θυμάμαι την διαρρύθμιση του σπιτιού. Η τραπεζαρία, ένα σαλόνι με ταπετσαρία Γκομπλέν, η βιβλιοθήκη και τρία υπνοδωμάτια μεγάλα βρίσκονταν στην πιο απόμακρη πλευρά του, προς την Ροντρίγκες Πένια. Μονάχα ένας διάδρομος με τη δρύινη, στιβαρή του πόρτα χώριζε εκείνη την πλευρά από την μπροστινή πτέρυγα, όπου υπήρχε ένα μπάνιο, η κουζίνα, τα υπνοδωμάτια μας και η κυρίως σάλα, με την οποία επικοινωνούσαν τα υπνοδωμάτια και ο διάδρομος. Στην είσοδο του σπιτιού υπήρχε ένα χολ με διακοσμητικά πλακάκια στον τοίχο και μια μεσόπορτα οδηγούσε στο σαλόνι. Έτσι, όταν κάποιος έμπαινε από το χολ, άνοιγε την πόρτα και βρισκόταν στο σαλόνι, έχοντας στα πλάγια τα δυο υπνοδωμάτια και απέναντι τον διάδρομο που οδηγούσε στην πιο απόμακρη πλευρά του σπιτιού. Προχωρώντας στον διάδρομο άνοιγε τη δρύινη πόρτα και πιο κεί άρχιζε η άλλη πλευρά του σπιτιού. Αν ήθελε, μπορούσε να στρίψει αριστερά ακριβώς πριν την πόρτα και να ακολουθήσει ένα διάδρομο πιο στενό που οδηγούσε στην κουζίνα και το μπάνιο. Όταν η πόρτα ήταν ανοικτή, καταλάβαινες ότι το σπίτι ήταν πολύ μεγάλο, εάν όχι, έδινε την εντύπωση ενός διαμερίσματος από αυτά που κατασκευάζουν τώρα, τέτοια που ίσα-ίσα μπορείς να κινηθείς... Η Ιρένε κι εγώ ζούσαμε πάντα σε αυτή την πλευρά του σπιτιού, σχεδόν ποτέ δεν πηγαίναμε πέρα από την δρύινη πόρτα, παρά μόνο για να καθαρίσουμε. Είναι απίστευτο το πόση σκόνη μαζεύεται στα έπιπλα. Το Μπουένος Άιρες είναι μια πόλη μάλλον καθαρή, όμως αυτό οφείλεται στους κατοίκους του και όχι σε κάτι άλλο. Έχει πάρα πολύ χώμα στην ατμόσφαιρα και μόλις φυσήξει μια ριπή ανέμου η σκόνη γίνεται αισθητή στα μαρμάρινα τραπέζια και στα ανοίγματα των καλυμμάτων από μακραμέ. Δεν είναι εύκολο να τη βγάλεις εντελώς με το φτερό ξεσκονίσματος, πετάει και διασκορπίζεται στον αέρα και στη στιγμή ξανακάθεται στα έπιπλα και στα πιάνα.

www.taringa.net

Το θυμάμαι πάντοτε με σαφήνεια γιατί συνέβη απλά και απέριττα… Η Ιρένε έπλεκε στο υπνοδωμάτιο της, ήταν οκτώ το βράδυ και ξαφνικά μου ήρθε να φτιάξω μάτε. Προχώρησα στον διάδρομο μέχρι που συνάντησα τη δρύινη πόρτα μισόκλειστη και στρίβοντας στη γωνία που οδηγούσε στην κουζίνα, άκουσα κάτι στην τραπεζαρία ή στη βιβλιοθήκη. Ο θόρυβος ήταν ακαθόριστος και υπόκωφος, κάτι σαν αναποδογύρισμα καρέκλας πάνω στο χαλί ή σαν ένα πνιχτό μουρμουρητό συζήτησης. Επίσης το άκουσα, ταυτόχρονα ή ένα δευτερόλεπτο μετά, στο βάθος του διαδρόμου που ερχόταν προς την πόρτα. Ρίχτηκα πίσω από την πόρτα πριν να είναι πολύ αργά, την έκλεισα με δύναμη στηρίζοντας την με το σώμα. Ευτυχώς το κλειδί ήταν από τη δική μας πλευρά κι έκλεισα και τον σύρτη για μεγαλύτερη σιγουριά.


Πήγα στην κουζίνα, ζέστανα το σκεύος για το ρόφημα κι όταν επέστρεψα με τον δίσκο του μάτε στα χέρια, είπα στην Ιρένε:

-Χρειάστηκε να κλείσω την πόρτα. Έχουν καταλάβει το μέρος στο βάθος.

Άφησε να πέσει το πλεκτό και με κοίταξε με τα σοβαρά της μάτια κουρασμένα.
-Είσαι σίγουρος;

Έγνεψα πως ναι.

-Οπότε, είπε μαζεύοντας τις βελόνες, πρέπει να μείνουμε σε αυτή την πλευρά.

Έπινα το μάτε με πολλή προσοχή αλλά εκείνη άργησε λιγάκι να ξαναρχίσει την ασχολία της. Θυμάμαι ότι έπλεκε ένα γιλέκο γκρι, μου άρεσε εκείνο το γιλέκο.

Τις πρώτες μέρες δυσκολευτήκαμε κάπως, καθώς και οι δύο είχαμε αφήσει στην κατειλημμένη πλευρά πράγματα που αγαπούσαμε. Για παράδειγμα, τα βιβλία μου της γαλλικής λογοτεχνίας ήταν όλα στην βιβλιοθήκη. Στην Ιρένε έλειπαν κάποια καλύμματα κι ένα ζευγάρι παντόφλες που τόσο την ζέσταιναν τον χειμώνα. Εγώ ήθελα την πίπα μου, μια πίπα από αγριοκυπαρισσιά και η Ιρένε ένα μπουκάλι λικέρ Εσπεριδίνα πολλών ετών. Συχνά (όμως αυτό συνέβη μόνο τις πρώτες μέρες) κλείναμε κάποιο συρτάρι της σιφονιέρας και κοιταζόμασταν με θλίψη.
-Δεν είναι εδώ.
Κι επρόκειτο για ακόμη ένα πράγμα από όλα όσα είχαμε χάσει στην άλλη πλευρά του σπιτιού.

Παρ’ όλα αυτά υπήρχαν και πλεονεκτήματα. Η καθαριότητα απλοποιήθηκε τόσο που ακόμη κι αν σηκωνόμασταν πολύ αργά, για παράδειγμα στις εννιάμιση, ήμασταν με τα χέρια σταυρωμένα πριν καλά-καλά πάει έντεκα. Η Ιρένε συνήθισε να έρχεται μαζί μου στην κουζίνα για να ετοιμάσει το γεύμα. Το σκεφτήκαμε καλά και αποφασίστηκε αυτό: ενόσω εγώ ετοίμαζα το γεύμα, η Ιρένε θα ετοίμαζε το δείπνο που θα τρώγαμε κρύο το βράδυ. Μας ικανοποίησε αυτό, γιατί πάντα αποδεικνυόταν δυσάρεστο το να πρέπει να εγκαταλείψουμε τα υπνοδωμάτια το απόβραδο και να πιάσουμε το μαγείρεμα. Τώρα αρκούμασταν στο τραπέζι στο υπνοδωμάτιο της Ιρένε και τα κρύα πιάτα.

Η Ιρένε ήταν ευχαριστημένη, γιατί της έμενε περισσότερος χρόνος για πλέξιμο. Εγώ ένιωθα λιγάκι χαμένος, λόγω των βιβλίων, αλλά για να μην κακοκαρδίσω την αδελφή μου, βάλθηκα να εξερευνήσω τη συλλογή γραμματοσήμων του μπαμπά και αυτό για να σκοτώσω τον χρόνο μου. Διασκεδάζαμε πολύ, ο καθένας με τα δικά του, σχεδόν πάντα μαζευόμασταν στο υπνοδωμάτιο της Ιρένε, που ήταν πιο άνετο. Κάποιες φορές η Ιρένε έλεγε:

-Για δες καλά αυτό που μου βγήκε. Δεν μοιάζει με τριφύλλι;

Μια στιγμή μετά ήμουν εγώ που της έφερνα εγώ μπροστά στα μάτια ένα χάρτινο τετραγωνάκι για να δει την αξία ενός γραμματοσήμου του καντονιού Έουπεν-Μαλμέντυ. Ήμασταν καλά και σιγά-σιγά αρχίσαμε να μην σκεφτόμαστε. Μπορείς να ζήσεις χωρίς να σκέφτεσαι.

(Όταν η Ιρένε παραμιλούσε στον ύπνο της, ξυπνούσα αμέσως. Ποτέ δεν κατάφερα να συνηθίσω αυτή τη φωνή αγάλματος ή παπαγάλου, φωνή που βγαίνει από τα όνειρα και όχι από το λαρύγγι. Η Ιρένε έλεγε ότι ο δικός μου ύπνος ήταν γεμάτος βίαια ταρακουνήματα, που κάποιες φορές έριχναν μέχρι και την κουβέρτα. Τα υπνοδωμάτια μας είχαν στη μέση το σαλόνι, αλλά τη νύχτα ακουγόταν το καθετί μέσα στο σπίτι. Ακούγαμε την αναπνοή του άλλου, τον βήχα του, διαισθανόμασταν την κίνησή του προς το κλειδί του κομοδίνου, τις συχνές και αμοιβαίες αϋπνίες.

rcasatomada.blogspot.com

Πέρα από αυτό το σπίτι ήταν βουβό. Κατά τη διάρκεια της ημέρας ακούγονταν οι θόρυβοι των οικιακών, ο μεταλλικός ήχος από τις βελόνες, το θρόισμα από το ξεφύλλισμα του φιλοτελικού άλμπουμ. Η δρύινη πόρτα, μάλλον το έχω πει, ήταν στιβαρή. Στην κουζίνα και το μπάνιο, που συνόρευαν με την κατειλημμένη πλευρά, προσπαθούσαμε να μιλάμε πιο δυνατά ή η Ιρένε τραγουδούσε παραδοσιακά τραγούδια. Σε μια κουζίνα έχει πάρα πολύ θόρυβο, από τα σκεύη και τα γυαλικά, για να μπορέσουν άλλοι ήχοι να εισβάλλουν σε αυτήν. Μονάχα λίγες φορές επιτρέπαμε εκεί την σιωπή, όμως όταν επιστρέφαμε στα υπνοδωμάτια και το σαλόνι, τότε το σπίτι επέστρεφε στη σιωπή και το ημίφως, μέχρι που πατούσαμε πιο σιγά για να μην ενοχλούμαστε. Εγώ πιστεύω ότι ήταν γι’ αυτό που, κατά την διάρκεια της νύχτας κι όταν η Ιρένε άρχιζε να παραμιλάει στον ύπνο της, ξυπνούσα αμέσως.

Ήταν σχεδόν το ίδιο, εξαιρουμένων των συνεπειών. Τα βράδια με πιάνει δίψα και πριν ξαπλώσουμε είπα στην Ιρένε ότι θα πήγαινα μέχρι την κουζίνα να βάλω ένα ποτήρι νερό. Από την πόρτα του υπνοδωματίου (εκείνη έπλεκε) άκουσα θόρυβο στην κουζίνα, ίσως στην κουζίνα, ίσως στο μπάνιο, επειδή η γωνία του διαδρόμου έκοβε τον ήχο. Της Ιρένε της κίνησε την προσοχή ο απότομος τρόπος που κοντοστάθηκα και ήρθε στο πλάι μου χωρίς να πει λέξη. Μείναμε να ακούμε τους θορύβους, παρατηρώντας ότι σαφώς προέρχονταν από την δική μας πλευρά της δρύινης πόρτας, στην κουζίνα και το μπάνιο ή στον διάδρομο, στη γωνία, σχεδόν στη δική μας πλευρά.

Ούτε καν κοιταχτήκαμε. Άρπαξα το μπράτσο της Ιρένε κάνοντας την να τρέξει μαζί μου ως τη μεσόπορτα, χωρίς να κοιτάξουμε πίσω. Οι ήχοι ακούγονταν πιο δυνατά, όμως πάντα υπόκωφοι, στην πλάτη μας. Έκλεισα με μιας την μεσόπορτα και μείναμε στο χολ. Τώρα, δεν ακουγόταν τίποτα.

-Κατέλαβαν κι αυτήν την πλευρά, είπε η Ιρένε. Το πλεκτό της κρεμόταν από τα χέρια και οι κλωστές έφταναν ως την μεσόπορτα και χάνονταν από κάτω. Όταν είδε ότι τα κουβάρια είχαν μείνει στην άλλη πλευρά, πέταξε το πλεκτό χωρίς να το κοιτάξει.

-Είχες χρόνο να φέρεις τίποτα; την ρώτησα άσκοπα.

-Όχι, τίποτα.

Είχαμε μείνει με ό,τι είχαμε πάνω μας. Θυμήθηκα τις δεκαπέντε χιλιάδες πέσος στο ντουλάπι του υπνοδωματίου μου. Ήταν πια αργά.

Μιας και μου είχε μείνει το ρολόι μου, είδα ότι είχε πάει έντεκα το βράδυ. Πέρασα το χέρι μου στη μέση της Ιρένε (νομίζω ότι έκλαιγε) και βγήκαμε έτσι στον δρόμο. Πριν απομακρυνθούμε ένιωσα μια πίκρα, έκλεισα καλά την πόρτα και πέταξα το κλειδί στον υπόνομο. Μην τύχει κι έρθει σε κανέναν φτωχοδιάβολο να κλέψει και μπει στο σπίτι, τέτοιες ώρες και με το σπίτι κατειλημμένο.


Απόδοση στα ελληνικά: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου                                        

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

Καλοκαιρινή ανάγνωση: Η σιέστα της Τρίτης, του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες




Σε πρόσφατο άρθρο της η εφημερίδα El País συμπεριέλαβε το μικρό-διήγημα La siesta del martes, του κολομβιανού Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, στις προτεινόμενες αναγνώσεις γι αυτό το καλοκαίρι. Σε αυτό το μικρό-διήγημα, μέρος της συλλογής Los funerales de la Mamá Grande (1962), αποτυπώνονται κάποια από τα βασικά χαρακτηριστικά  του πατέρα του μαγικού ρεαλισμού, όπως το πυκνό, διφορούμενο και γεμάτο νοήματα λεξιλόγιο. Διαβάζεται –αυστηρά- κάτω από αυγουστιάτικη φεγγαράδα! Καλή ανάγνωση και καλές διακοπές, όπου κι αν είναι αυτές, ακόμη και στην βεράντα του σπιτιού σας. Σημασία –μεγαλύτερη- έχει να ταξιδεύει το μυαλό και η καρδιά…  

 
lasiestadelmartes.blogspot
Το τρένο άφησε πίσω μια φρενήρη διαδρομή μέσα από βράχους ροδοκόκκινους, διεισδύοντας μέσα στη μπανανοφυτεία, συμμετρική κι απέραντη, και ο αέρας έγινε υγρός, κάνοντας τη θαλάσσια αύρα μακρινή ανάμνηση. Ένα αποπνικτικό σύννεφο καπνού μπήκε από το παραθυράκι του βαγονιού. Στο στενό μονοπάτι, παράλληλο με τις ράγες του τρένου, υπήρχαν βοϊδάμαξες φορτωμένες με πράσινα τσαμπιά. Στην άλλη πλευρά του μονοπατιού, σε χώρους ακατάλληλους για σοδειά, υπήρχαν γραφεία με ηλεκτρικούς ανεμιστήρες, καταυλισμοί με κόκκινα τούβλα και κατοικίες με καρέκλες και τραπεζάκια λευκά στις βεράντες, ανάμεσα σε σκονισμένους φοίνικες και τριανταφυλλιές. Ήταν έντεκα το πρωί και ακόμη δεν είχε πιάσει ζέστη.


-Καλύτερα να σηκώσεις το τζάμι, -είπε η γυναίκα- θα γεμίσουν τα μαλλιά σου κάρβουνο.


Η μικρή προσπάθησε να το κάνει, όμως η περσίδα είχε κολλήσει από τη σκουριά.

Ήταν οι μοναδικοί επιβάτες αυτού του λιτού βαγονιού τρίτης θέσης. Όπως ο καπνός της ατμομηχανής συνέχιζε να μπαίνει από το παραθυράκι, η μικρή εγκατέλειψε τη θέση της, βάζοντας εκεί τα μοναδικά αντικείμενα που είχαν: μια πλαστική τσάντα με φαγώσιμα κι ένα μπουκέτο λουλούδια τυλιγμένο σε χαρτί εφημερίδας. Κάθισε στο απέναντι κάθισμα, μακριά από το παραθυράκι, αντικριστά από την μητέρα της. Και οι δυο κουβαλούσαν ένα πένθος αυστηρό και στενάχωρο.
 
www.carmesolevendrell.com
Η μικρή ήταν δώδεκα χρονών και ήταν η πρώτη φορά που ταξίδευε. Η γυναίκα έμοιαζε αρκετά μεγάλη για μητέρα της, μικροκαμωμένη με μπλε φλέβες στα βλέφαρα, με ένα κορμί μαλθακό και άμορφο, μέσα σε ένα φουστάνι κομμένο σαν ράσο. Ταξίδευε με τη σπονδυλική στήλη κολλημένη στην πλάτη του καθίσματος, κρατώντας στην αγκαλιά και με τα δυο της χέρια μια τσάντα από λουστρίνι ξεφτισμένο. Είχε την ευσυνείδητη γαλήνη ενός ανθρώπου συνηθισμένου στην φτώχεια.

Στις δώδεκα είχε ήδη αρχίσει η ζέστη. Το τρένο σταμάτησε σε ένα σταθμό χωρίς κόσμο για να εφοδιαστεί νερό. Έξω, στην μυστηριώδη σιωπή της φυτείας, η σκιά είχε μια όψη καθάρια. Όμως ο στάσιμος αέρας μέσα στο βαγόνι μύριζε σαν ακατέργαστο δέρμα. Το τρένο δεν επιτάχυνε ξανά. Σταμάτησε σε δυο χωριά ίδια, με σπίτια ξύλινα, βαμμένα με ζωντανά χρώματα. Η γυναίκα έγειρε το κεφάλι και βυθίστηκε στον λήθαργο. Η μικρή έβγαλε τα παπούτσια. Έπειτα πήγε στις τουαλέτες για να βάλει σε νερό το μπουκέτο με τα νεκρά λουλούδια.

Όταν επέστρεψε στο κάθισμα η μητέρα την περίμενε για να φάνε. Της έδωσε ένα κομμάτι τυρί, μισό πιτάκι από καλαμπόκι και μια γλυκιά γαλέτα, βγάζοντας για τον εαυτό της μια ίδια μερίδα από την πλαστική τσάντα. Όσο έτρωγαν, το τρένο διέσχισε πολύ αργά μια σιδερένια γέφυρα και πέρασε από μακριά ένα χωριό όμοιο με τα προηγούμενα, μόνο που σε αυτό υπήρχε κόσμος στην πλατεία. Μια μουσική μπάντα έπαιζε ένα χαρούμενο κομμάτι κάτω από τον εξουθενωτικό ήλιο. Στην άλλη άκρη του χωριού, σε μια πεδιάδα διαμελισμένη από την ξηρασία, τελείωνε η φυτεία.

Η γυναίκα σταμάτησε να τρώει.


-Βάλε τα παπούτσια σου, -είπε.   

articulo.mercadolibre.com.ve
Η μικρή κοίταξε προς τα έξω. Δεν είδε τίποτε περισσότερο από την έρημη πεδιάδα απ’ όπου το τρένο ξεκινούσε να τρέχει και πάλι, άλλα έβαλε στην τσάντα το τελευταίο κομμάτι γαλέτας και φόρεσε τα παπούτσια. Η γυναίκα της έδωσε την τσατσάρα.


-Χτενίσου, -είπε.

Το τρένο άρχισε να σφυρίζει ενόσω η μικρή χτενιζόταν. Η γυναίκα σφούγγισε τον ιδρώτα στο λαιμό και καθάρισε το λίπος του προσώπου με τα δάχτυλα. Όταν η μικρή τελείωσε με το χτένισμα, το τρένο πέρασε μπροστά από τα πρώτα σπίτια ενός χωριού πιο μεγάλου αλλά και πιο θλιμμένου από τα προηγούμενα.

-Αν είναι να κάνεις κάτι, κάντο τώρα -είπε η γυναίκα-. Μετά, και να πεθαίνεις της δίψας δεν έχει νερό πουθενά. Πάνω απ’ όλα, μην πας και κλάψεις.

Η μικρή συμφώνησε με το κεφάλι. Από το παραθυράκι έμπαινε ένας αέρας καυτός και ξηρός, ανακατεμένος με το σφύριγμα της ατμομηχανής και το βουητό των παλιών βαγονιών. Η γυναίκα τύλιξε την πλαστική τσάντα με τα υπόλοιπα φαγώσιμα και την έβαλε μέσα στην άλλη, από το ξεφτισμένο λουστρίνι. Για μια στιγμή, η συνολική όψη του χωριού, σε αυτήν την καταφώτιστη αυγουστιάτικη Τρίτη, άστραψε στο παραθυράκι. Η μικρή τύλιξε τα λουλούδια στις μουσκεμένες εφημερίδες, απομακρύνθηκε λίγο ακόμη από το παραθυράκι και κοίταξε έντονα την μαμά. Αυτή της αντέτεινε μια έκφραση γαλήνια. Το τρένο σταμάτησε να σφυρίζει κι ελάττωσε ταχύτητα. Μια στιγμή αργότερα σταμάτησε.  

Δεν υπήρχε κανείς στον σταθμό. Από την άλλη πλευρά του δρόμου, σ’ ένα πεζοδρόμιο σκιερό από αμυγδαλιές, ήταν ανοιχτή μόνο μια αίθουσα μπιλιάρδου. Το χωριό έπλεε στη ζέστη. Η γυναίκα και η μικρή κατέβηκαν από το τρένο, διέσχισαν τον εγκαταλελειμμένο σταθμό που οι πλάκες του άρχιζαν να κομματιάζονται από την πίεση του χορταριού, φτάνοντας στη σκιά του πεζοδρομίου.

Ήταν σχεδόν δύο. Εκείνη την ώρα, το χωριό έπαιρνε τη σιέστα του, θολωμένο από τον λήθαργο. Τα μπακάλικα, οι δημόσιες υπηρεσίες, το σχολείο του δήμου έκλειναν από τις έντεκα και δεν θα ξανάνοιγαν εως λίγο πριν από τις τέσσερις, όταν και περνούσε το τρένο της επιστροφής. Έμεναν ανοιχτά μονάχα το ξενοδοχείο απέναντι από τον σταθμό, η καντίνα και η αίθουσα μπιλιάρδου του, καθώς και το γραφείο του Τηλέγραφου στη μια μεριά της πλατείας. Τα σπίτια, στην πλειοψηφία τους κτισμένα σύμφωνα με το μοντέλο της εταιρίας μπανάνας, είχαν τις πόρτες κλειστές από μέσα και τα πατζούρια κατεβασμένα. Σε μερικά έκανε τόσο ζέστη που οι κάτοικοι τους γευμάτιζαν στην αυλή. Άλλοι πλάγιαζαν καθιστοί στη σκιά των αμυγδαλιών κι έπαιρναν τη σιέστα τους μες στον δρόμο.

Ψάχνοντας πάντα για προστασία από κάποια αμυγδαλιά η γυναίκα και η μικρή διείσδυσαν στο χωριό δίχως να ενοχλήσουν τις σιέστες των κατοίκων. Πήγαν κατευθείαν στο σπίτι του παπά. Η γυναίκα έξυσε με το νύχι το μεταλλικό πλέγμα της πόρτας, περίμενε λίγο και ξανακάλεσε. Στο εσωτερικό βούιζε ένας ηλεκτρικός ανεμιστήρας. Τα βήματα δεν ακούστηκαν. Ακούστηκε μόλις ένα ελαφρύ τρίξιμο πόρτας και, στη στιγμή, μια διστακτική φωνή κοντά στο μεταλλικό πλέγμα: «Ποιος είναι;». Η γυναίκα προσπάθησε να δει μέσα από το μεταλλικό πλέγμα.

-Χρειάζομαι τον πάτερ, -είπε.


-Τώρα κοιμάται.

Η πόρτα μισάνοιξε χωρίς θόρυβο κι εμφανίστηκε μια γυναίκα ώριμη και τροφαντή. Το δέρμα του προσώπου της ήταν χλωμό και το χρώμα των μαλλιών της παρέπεμπε σε σίδερο. Τα μάτια έμοιαζαν υπερβολικά μικρά πίσω από τα χοντρά κρύσταλλα των γυαλιών της.

-Ακολουθήστε, -είπε και άνοιξε την πόρτα.

Μπήκαν σε μια σάλα ποτισμένη από μπαγιάτικη μυρωδιά λουλουδιών. Η γυναίκα του σπιτιού τις οδήγησε σε ένα ξύλινο πάγκο και τους έγνεψε να καθίσουν. Η μικρή το έκανε, αλλά η μητέρα παρέμεινε όρθια, μες στις σκέψεις της και με την τσάντα από λουστρίνι σφιχτά στα δυο της χέρια. Τίποτε δεν ακουγόταν πίσω από τον ηλεκτρικό ανεμιστήρα.

Η γυναίκα του σπιτιού εμφανίστηκε στην πόρτα στο βάθος.

-Λέει να έρθετε μετά τις τρεις, -είπε χαμηλόφωνα-. Ξάπλωσε πριν πέντε λεπτά.


-Το τρένο φεύγει στις τρεισήμισι, -είπε η γυναίκα.

Ήταν μια απάντηση σύντομη, αποφασιστική, όμως η φωνή συνέχιζε να είναι γαλήνια, χρωματισμένη ποικιλοτρόπως. Η γυναίκα του σπιτιού χαμογέλασε για πρώτη φορά.

-Ωραία, -είπε.

Όταν η πόρτα στο βάθος ξανάκλεισε, η γυναίκα κάθισε δίπλα στην κόρη της. Η στενή σάλα αναμονής ήταν φτωχική, τακτοποιημένη και καθαρή. Στην άλλη άκρη μιας ξύλινης κουπαστής που χώριζε το δωμάτιο, υπήρχε ένα τραπέζι εργασίας, απλό, στρωμένο με μουσαμά και πάνω του μια γραφομηχανή δίπλα σ’ ένα βάζο με λουλούδια. Πίσω του ήταν τα αρχεία της ενορίας. Η τάξη του γραφείου πρόδιδε το χέρι γυναίκας μόνης.

Η πόρτα στο βάθος άνοιξε κι αυτή την φορά εμφανίστηκε ο ιερέας καθαρίζοντας τα γυαλιά του. Μονάχα όταν τα φόρεσε έγινε προφανές ότι επρόκειτο για τον αδερφό της γυναίκας που είχε ανοίξει την πόρτα.

-Τι να σας προσφέρουμε; -ρώτησε.

-Τα κλειδιά του νεκροταφείου, -είπε η γυναίκα

Η μικρή καθόταν με τα λουλούδια αγκαλιά και τα πόδια σταυρωμένα κάτω από τον πάγκο. Ο ιερέας την κοίταξε, μετά κοίταξε τη γυναίκα κι έπειτα τον ασυννέφιαστο ουρανό, μέσα από το μεταλλικό πλέγμα στο παράθυρο.

-Μ’ αυτήν την ζέστη… -είπε-. Μπορούσατε να περιμένετε να πέσει ο ήλιος.

Η γυναίκα κούνησε το κεφάλι σιωπηλά. Ο ιερέας πέρασε από την άλλη μεριά της κουπαστής, έβγαλε από το ντουλάπι ένα τετράδιο ντυμένο με μουσαμά, μια πένα με φτερό κι ένα μελανοδοχείο, και κάθισε στο τραπέζι. Οι τρίχες που του έλειπαν απ’ το κεφάλι τού περίσσευαν στα χέρια.

-Ποιον τάφο θέλετε να επισκεφθείτε; -ρώτησε.

-Του Κάρλος Σεντένο –είπε η γυναίκα.

-Ποιον;

-Κάρλος Σεντένο –επανέλαβε η γυναίκα.

Ο πάτερ συνέχισε να μην καταλαβαίνει.

-Είναι ο κλέφτης που σκότωσαν εδώ την περασμένη βδομάδα –είπε η γυναίκα στον ίδιο τόνο- εγώ είμαι η μητέρα του.

Ο ιερέας την κοίταξε διερευνητικά. Αυτή τον κοιτούσε επίμονα, με μια ήρεμη δύναμη και ο παπάς κοκκίνισε. Κατέβασε το κεφάλι για να γράψει. Όσο γέμιζε την κόλλα ζητούσε από την γυναίκα στοιχεία της ταυτότητας της κι εκείνη απαντούσε ακόμπιαστα, λες και τα διάβαζε. Ο παπάς άρχισε να ιδρώνει. Η μικρή ξεκούμπωσε το λουράκι του αριστερού παπουτσιού, το έβγαλε από την φτέρνα και το ακούμπησε στην κολώνα του τοίχου. Έκανε το ίδιο και με το δεξί.

lasiestadelmartes.blogspot
Όλα είχαν αρχίσει την Δευτέρα της προηγούμενης εβδομάδας, στις τρεις τα ξημερώματα, λίγα τετράγωνα από εκεί. Η κυρία Ρεβέκκα, μια μοναχική χήρα που ζούσε σ’ ένα σπίτι γεμάτο παλιατζούρες, αισθάνθηκε μέσα από τον ήχο της ψιχάλας ότι κάποιος προσπαθούσε να παραβιάσει την εξώπορτα. Σηκώθηκε, έψαξε στα τυφλά, μέσα στη ντουλάπα, ένα περίστροφο αρχαίο που κανείς δεν είχε χρησιμοποιήσει, από τον καιρό του συνταγματάρχη Αουρελιάνο Μπουεντία και πήγε στην σάλα χωρίς να ανάψει τα φώτα. Οδηγημένη όχι τόσο από τον θόρυβο στην κλειδαριά, όσο από έναν τρόμο που της είχε αναπτυχθεί αυτά τα 28 χρόνια μοναξιάς, εντόπισε όχι μόνο το μέρος οπού βρισκόταν η πόρτα αλλά και το ακριβές ύψος της κλειδαριάς. Χούφτωσε το όπλο και με τα δυο της χέρια, έκλεισε τα μάτια και πάτησε την σκανδάλη. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή της που πυροβολούσε με ρεβόλβερ. Αμέσως μετά την εκπυρσοκρότηση δεν άκουγε τίποτα περισσότερο από τον ήχο της ψιχάλας στην τσίγκινη σκεπή. Μετά αντιλήφθηκε έναν μεταλλικό χτύπο στο τσιμεντένιο πεζοδρόμιο και μια φωνούλα γαλήνια και τρομερά εξουθενωμένη: «Αχ, μάνα μου». Ο άνδρας που ξημερώθηκε νεκρός μπροστά στο σπίτι, με την μύτη κομματιασμένη, φορούσε μια φανέλα ριγέ χρωματιστή, ένα παντελόνι της σειράς με ένα σχοινί αντί για ζώνη, και ήταν ξυπόλυτος. Κανείς δεν τον γνώριζε στο χωριό.

-Ώστε λεγόταν Κάρλος Σεντένο, -μουρμούρισε ο παπάς όταν σταμάτησε να γράφει.

-Σεντένο Αγιάλα -είπε η γυναίκα- ήταν ο μοναδικός άνδρας στην οικογένεια. 
      
Ο ιερέας γύρισε στο ντουλάπι. Κρεμασμένα σ’ ένα καρφί στο εσωτερικό της πόρτας είχε δυο μεγάλα σκουριασμένα κλειδιά, όπως φανταζόταν η μικρή κι όπως φανταζόταν η μητέρα όταν ήταν μικρή κι όπως θα έπρεπε να φανταζόταν κι ο ίδιος ο ιερέας, ότι ήταν τα κλειδιά του Άγιου Πέτρου. Τα ξεκρέμασε, τα έβαλε στο ανοιχτό τετράδιο πάνω στην κουπαστή κι έδειξε με τον δείκτη ένα μέρος στη γραμμένη σελίδα, κοιτάζοντας τη γυναίκα.

-Υπογράψτε εδώ.

Η γυναίκα μουτζούρωσε το όνομα της, κρατώντας την τσάντα από λουστρίνι κάτω από την μασχάλη. Η μικρή μάζεψε τα λουλούδια, κατευθύνθηκε στην κουπαστή σέρνοντας τα παπούτσια και παρατήρησε προσεκτικά την μητέρα της.

Ο πάτερ ψιθύρισε:

-Προσπαθήσατε ποτέ να τον φέρετε στον ίσιο δρόμο;

Η γυναίκα απάντησε, αφού τελείωσε με την υπογραφή:

-Ήταν πολύ καλός άνθρωπος.

Ο ιερέας κοίταξε εναλλάξ την γυναίκα και την μικρή και βεβαιώθηκε, με ένα είδος μεγαλόψυχου θαυμασμού, ότι δεν ήταν έτοιμες να κλάψουν. Η γυναικά συνέχιζε απτόητη:

-Εγώ του έλεγα να μην κλέψει ποτέ κάτι που θα έλειπε από κάποιον για να φάει κι εκείνος με άκουγε. Αντίθετα, πριν, όταν ήταν μποξέρ, περνούσε μέχρι και τρεις μέρες στο κρεβάτι καθηλωμένος από τους πόνους.

-Χρειάστηκε να βγάλει όλα του τα δόντια –παρενέβη η μικρή.

-Έτσι είναι –επιβεβαίωσε η γυναίκα- κάθε μπουκιά που έτρωγα, τον καιρό εκείνο, μου έφερνε στο στόμα τα χτυπήματα που έτρωγε ο γιος μου τα σαββατόβραδα.

-Άγνωσται αι βουλαί του Κυρίου –είπε ο παπάς.

Ωστόσο το είπε χωρίς ιδιαίτερη πειθώ, λίγο γιατί η εμπειρία τον είχε κάνει κάπως σκεπτικιστή, λίγο λόγω ζέστης. Τους σύστησε να καλύψουν το κεφάλι για να αποφύγουν την ηλίαση. Τους υπέδειξε, νυσταγμένος, σχεδόν κοιμόταν πια, πώς θα έβρισκαν τον τάφο του Κάρλος Σεντένο. Στην επιστροφή δεν χρειαζόταν να χτυπήσουν, απλά να βάλουν το κλειδί κάτω από την πόρτα και, αν είχαν, μια μικρή ελεημοσύνη για την Εκκλησία. Η γυναίκα άκουσε τις εξηγήσεις με μεγάλη προσοχή, αλλά ευχαρίστησε αγέλαστη.

Πριν ακόμη ανοίξει την εξώπορτα ο παπάς είχε καταλάβει ότι κάποιος κοιτούσε προς τα μέσα, κάτι μύτες κολλημένες στο μεταλλικό πλέγμα. Ήταν μια ομάδα παιδιών που, όταν η πόρτα άνοιξε τελείως, διαλύθηκαν. Εκείνη την ώρα, συνήθως, δεν υπήρχε κανείς στον δρόμο. Τώρα δεν ήταν μόνο τα παιδιά, είχε παρέες κάτω από τις αμυγδαλιές. Ο πάτερ έλεγξε τον παραποιημένο, από την αντανάκλαση, δρόμο και τότε κατάλαβε. Ξανάκλεισε απαλά την πόρτα.

-Περιμέντε ένα λεπτό –είπε, χωρίς να κοιτάξει την γυναίκα.

Η αδερφή του εμφανίστηκε στην πόρτα στο βάθος, με μια ζακέτα μαύρη πάνω από τη νυχτικιά και τα μαλλιά ριγμένα στους ώμους. Κοίταξε τον πάτερ σιωπηλά.

-Τι έγινε; –ρώτησε αυτός.

-Ο κόσμος έχει καταλάβει –μουρμούρισε η αδερφή του.

-Καλύτερα να βγουν από την πόρτα της αυλής –είπε ο πάτερ.

-Το ίδιο κάνει –είπε η αδερφή του- όλος ο κόσμος είναι στα παράθυρα.

Η γυναίκα έδειχνε να μην έχει καταλάβει μέχρι εκείνη την στιγμή. Έκανε να δει τον δρόμο από το μεταλλικό πλέγμα. Μετά πήρε τα λουλούδια από την μικρή και κίνησε προς την πόρτα. Η μικρή την ακολούθησε.

-Περιμέντε να πέσει ο ήλιος –είπε ο πάτερ.

-Θα λιώσετε, –είπε η αδερφή του ακίνητη στο βάθος της σάλας- περιμέντε και θα σας δανείσω μια ομπρέλα.

-Ευχαριστούμε –αποκρίθηκε η γυναίκα- κι έτσι καλά είμαστε.

Έπιασε την μικρή από το χέρι και βγήκε στον δρόμο.
 
miqueliceta.wordpress

Απόδοση στα ελληνικά: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου