Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

Γκαρσία Μάρκες: Έτσι έγραψα τα "100 χρόνια μοναξιά"




 Απόσπασμα (που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ελ Παΐς) από τον λόγο που εκφώνησε ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες στο 4ο Διεθνές Συνέδριο της Ισπανικής Γλώσσας, το 2007, όταν το μυθιστόρημά του 100 χρόνια μοναξιά συμπεριελήφθη στη λίστα με τα 100 πιο σημαντικά έργα που έχουν γραφτεί στην ισπανική γλώσσα, με την επανέκδοση ενός εκατομμυρίου αντιτύπων. Ευχαριστώ την Ειρήνη Χατζηκουμή για την πολύτιμη βοήθειά της. 

"Gabriel Garcia Marquez 2". Licensed under CC BY-SA 3.0 nl via Wikimedia Commons - http://commons.wikimedia.org/wiki/File:Gabriel_Garcia_Marquez_2.jpg#/media/File:Gabriel_Garcia_Marquez_2.jpg



Ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα τις ημέρες που έγραφα τα 100 χρόνια μοναξιά δεν θα μπορούσα να φανταστώ ότι θα παραβρισκόμουν σε μια εκδήλωση με σκοπό την έκδοση ενός εκατομμυρίου αντιτύπων του. Και μόνο η σκέψη πως ένα εκατομμύριο άνθρωποι θα μπορούσαν να διαβάσουν κάτι που γράφτηκε στη μοναξιά του δωματίου μου με μοναδικά εφόδια τα δυο μου δάχτυλα και τα 28 γράμματα του αλφαβήτου, θα φάνταζε τρέλα. Σήμερα οι ακαδημίες της γλώσσας αποδεικνύουν την αναγνώρισή τους με μια χειρονομία τους για ένα μυθιστόρημα που πέρασε μπροστά από τα μάτια 50 εκατομμυρίων αναγνωστών κι από έναν άγρυπνο χειροτέχνη όπως εγώ, που δεν παύει να εκπλήσσεται από όλα αυτά που του έχουν συμβεί. Όμως εδώ δεν πρόκειται για την αναγνώριση ενός συγγραφέα.   

Αυτό το θαύμα είναι η ατράνταχτη απόδειξη του ότι υπάρχει ένας τεράστιος αριθμός ανθρώπων διατεθειμένων να διαβάσουν ιστορίες στα ισπανικά και, γι’ αυτόν τον λόγο, το ένα εκατομμύριο αντίτυπα δεν ισοδυναμεί με ένα εκατομμύριο αφιερώματα σε έναν συγγραφέα που σήμερα παραλαμβάνει, κοκκινίζοντας, το πρώτο αντίτυπο αυτού του τεράστιου τιράζ. Είναι η απόδειξη πως η ισπανική γλώσσα έχει πεινασμένους αναγνώστες που ψάχνουν για τροφή. Δεν γνωρίζω πότε έγινε όλο αυτό. Ξέρω μονάχα πως από τα 17 μου μέχρι και σήμερα το πρωί δεν κάνω άλλο πράγμα από το να σηκώνομαι κάθε μέρα νωρίς και να κάθομαι μπροστά από ένα πληκτρολόγιο για να γεμίσω μια λευκή σελίδα ή μια οθόνη υπολογιστή, με μοναδικό σκοπό το να γράψω μια ιστορία που ακόμη δεν την έχει πει κανείς και που θα κάνει πιο ευτυχισμένη τη ζωή ενός αναγνώστη που ακόμη δεν υπάρχει. Τίποτα δεν έχει αλλάξει από τότε στη ρουτίνα συγγραφής μου. [...]   

Οι αναγνώστες του 100 χρόνια μοναξιά αποτελούν σήμερα μια κοινότητα που αν συγκεντρωνόταν σε κοινό έδαφος θα αποτελούσε μια από τις 20 πολυπληθέστερες χώρες του κόσμου. Και δεν πρόκειται για έναν υπεροπτικό ισχυρισμό. Θέλω έτσι απλώς να δείξω ότι υπάρχει ένας γιγάντιος αριθμός ανθρώπων που με τις αναγνωστικές του συνήθειες έχει αποδείξει ότι η ψυχή του είναι ανοιχτή για να γεμίσει από μηνύματα στην ισπανική γλώσσα. Εναπόκειται σε μας τους συγγραφείς, ποιητές, αφηγητές το να ικανοποιήσουμε αυτή τους τη δίψα και να αυγατίσουμε ακόμη περισσότερο αυτό το πλήθος που αποτελεί τον πραγματικό μας λόγο ύπαρξης. 

Στα 38 μου και με τέσσερα βιβλία ήδη δημοσιευμένα από την ηλικία των 20, κάθισα στη γραφομηχανή και ξεκίνησα: «Πολλά χρόνια αργότερα, με το εκτελεστικό απόσπασμα απέναντι, ο συνταγματάρχης Αουρελιάνο Μπουεντία θα θυμόταν εκείνο το μακρινό βράδυ που ο πατέρας του τον πήγε να γνωρίσει τον πάγο». Δεν είχα την παραμικρή ιδέα του τι σήμαινε ή από πού προερχόταν εκείνη η πρόταση ούτε το πού θα με οδηγούσε. Αυτό που ξέρω σήμερα είναι πως από τότε δεν σταμάτησα να γράφω για 18 μήνες, ώσπου να τελειώσω το βιβλίο. [...] Η Εσπεράνσα Αράισα, η αξέχαστη Πέρα, ήταν μια δακτυλογράφος ποιητών και κινηματογραφιστών που είχε καθαρογράψει μεγάλα έργα μεξικάνων συγγραφέων [...]. Όταν της πρότεινα να μου καθαρογράψει το έργο μου, το μυθιστόρημα αποτελούσε ένα πρόχειρο κατατρυπημένο από μπαλώματα [...]. Λίγα χρόνια αργότερα η Πέρα μου εξομολογήθηκε πως, όταν πήγαινε στο σπίτι της την βερσιόν που μόλις είχα διορθώσει, σκόνταψε κατεβαίνοντας από το λεωφορείο, μέσα σε καταρρακτώδη βροχή, και οι σελίδες σκόρπισαν κι επέπλεαν στη λίμνη που είχε σχηματιστεί στο δρόμο. Τις μάζεψε όλες έτσι όπως ήταν μουσκεμένες -και σχεδόν μη αναγνώσιμες- με τη βοήθεια των άλλων επιβατών, και τις στέγνωσε στο σπίτι της φύλλο-φύλλο με το σίδερο για τα ρούχα.

Ένα άλλο βιβλίο ακόμη καλύτερο θα ήταν το πώς επιβιώσαμε η Μερσέδες κι εγώ, με τα δυο μας παιδιά, εκείνο τον καιρό που εγώ δεν έβγαλα ούτε φράγκο. Ούτε καν ξέρω πώς τα βόλεψε η Μερσέδες εκείνους τους μήνες για να μην λείψει ούτε μια μέρα φαγητό από το σπίτι.

Έπειτα από κάποιες σποραδικές ανάσες που πήραμε από κάτι ευτελούς αξίας αντικείμενα, δεν μας έμενε άλλο από το να καταφύγουμε στα κοσμήματα που είχαν δωρίσει στη Μερσέδες οι συγγενείς της όλα αυτά τα χρόνια. Ο ειδικός που τα εξέτασε με σχολαστικότητα χειρουργού πέρασε και ξαναπέρασε με τα μαγικά του μάτια τα σμαράγδια του κολιέ, τα ρουμπίνια των δαχτυλιδιών [...]. Και στο τέλος γύρισε με μια επιδέξια κίνηση ταυρομάχου που κρατά την κάπα του: «Όλα αυτά είναι καθαρό γυαλί» [...].

Τελικά, στις αρχές Αυγούστου του 1966, η Μερσέδες κι εγώ πήγαμε στο ταχυδρομείο του Μεξικού για να στείλουμε στο Μπουένος Άιρες το τελειωτικό κείμενο του 100 χρόνια μοναξιά, ένα πακέτο 590 δακτυλογραφημένων σελίδων με διπλό διάκενο και σε απλό χαρτί, στη διεύθυνση του λογοτεχνικού διευθυντή του εκδοτικού Σουραμερικάνα, Φρανσίσκο Πορούα. Ο υπάλληλος του ταχυδρομείου έβαλε το πακέτο στη ζυγαριά, έκανε τους υπολογισμούς του και απεφάνθη: «Είναι 82 πέσος». Η Μερσέδες μέτρησε τα χαρτονομίσματα και τα σκόρπια κέρματα που είχε στο πορτοφόλι, και ήρθε αντιμέτωπη με την πραγματικότητα: «Έχουμε μόνο 53». Ανοίξαμε το πακέτο, το μοιράσαμε σε δύο ίσα μέρη και στείλαμε το ένα στο Μπουένος Άιρες, δίχως καν να αναρωτηθούμε πώς θα καταφέρναμε να στείλουμε το υπόλοιπο μισό. Μονάχα αργότερα υπέπεσε στην αντίληψή μας ότι δεν είχαμε στείλει το πρώτο μέρος, αλλά το τελευταίο. Όμως πριν καν εξασφαλίσουμε τα χρήματα για να το στείλουμε στον άνθρωπό μας στον εκδοτικό, αυτός μας είχε ήδη στείλει προκαταβολή για να το κάνουμε, από τη λαχτάρα του να διαβάσει το πρώτο μέρος. Έτσι επιστρέψαμε στη ζωή που είμαστε σήμερα.

Απόδοση στα ελληνικά: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου


Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2015

Ούγο Σάντσες: «Δεν υπάρχουν πια «εννιάρια» σαν κι εμένα»



Συνέντευξη του σούπερ-σταρ των 80’ς, Ούγο Σάντσες, στην Ελ Παΐς, με αφορμή το ντέρμπυ της Μαδρίτης, Ρεάλ-Ατλέτικο. Μιλάει για το σύγχρονο ποδόσφαιρο και τους επιθετικούς του, τη σχέση του με το γκολ, τον νέο του ρόλο ως προπονητής, την εθνική ομάδα της χώρας του και το επερχόμενο Κόπα Αμέρικα.

sportige.com
 
Ο Ούγο Σάντσες νιώθει ότι σε αυτόν οφείλεται η παρουσία ενός μεξικανού ποδοσφαιριστή σε κάθε μία από τις ομάδες της Μαδρίτης που αγωνίστηκε[1]: Τσιτσαρίτο στη Ρεάλ, Ραούλ Χιμένες στην Ατλέτικο και Ακίνο στη Ράγιο Βαγεκάνο. «Αυτό αποδεικνύει και το σημάδι που άφησα», υποστηρίζει. Σήμερα του λείπει το ισπανικό ποδόσφαιρο, ενώ αναμένει πρόταση για να καθίσει σε κάποιον πάγκο. Η νοσταλγία του για το γκολ: «Ήταν η τροφή μου».

Πώς βλέπεις τη Ρεάλ και την Ατλέτικο;
Απάντηση: Η Ρεάλ είναι πολύ συμπαγής, πολύ ισορροπημένη. Το παιχνίδι της είναι πολύ αποτελεσματικό. Από το κέντρο και μπροστά είναι πολύ γρήγορη και σε αυτές τις γραμμές υπάρχει μεγάλος ανταγωνισμός μεταξύ των παικτών. Η Ατλέτικο είναι πολύ δουλεμένη τακτικά. Φαίνεται το χέρι του Σιμεόνε. Οι ομάδες αντανακλούν τον χαρακτήρα των προπονητών τους.

Μοιάζουν με τις ομάδες που εσύ γνώρισες;
Απάντηση: Αυτή που έχει αλλάξει περισσότερο κι έχει μεγαλύτερη δυναμική είναι η Ατλέτικο. Η Ρεάλ είχε πάντα τους καλύτερους στον κόσμο, και τώρα ακόμη περισσότερο, με την ελεύθερη διακίνηση των ποδοσφαιριστών και τους ισπανοποιημένους. Το ποδόσφαιρο έχει παγκοσμιοποιηθεί. Πρώτα ήμασταν μόνο τρεις ξένοι σε κάθε ομάδα και είχαμε μεγαλύτερη πίεση. Υπήρχε απαίτηση να αποδείξουμε το γιατί παίρναμε τη θέση ενός ισπανού.

Εσύ μπορούσες να αποκτήσεις ισπανική υπηκοότητα;
Απάντηση: Ποτέ δεν μου το ζήτησαν. Με εκθείαζαν οι ομοσπονδιακοί προπονητές που έλεγαν: «Τι κρίμα που ο Ούγο έχει παίξει με την Εθνική της χώρας του». Η γυναίκα μου είναι από τη Μαδρίτη, οι κόρες μου έχουν και τις δύο εθνικότητες και για συναισθηματικούς λόγους δεν αποκλείω το ενδεχόμενο της υπηκοότητας, αλλά δεν έχω κινήσει τις διαδικασίες.

Πόσο έχει αλλάξει το ποδόσφαιρο για έναν ποδοσφαιριστή;
Απάντηση: Αρκετά. Τα αυθεντικά σέντερ-φορ περιοχής, όλο και λιγοστεύουν. Σήμερα οι επιθετικοί είναι πιο κινητικοί. Λίγοι ποδοσφαιριστές έχουν τα στοιχεία για να είναι εννιάρια. Σήμερα τα εννιάρια έχουν εκλείψει γιατί οι επιθετικοί βγαίνουν από πίσω ή από τα πλάγια. Λίγοι είναι αυτοί που μένουν στατικοί μέσα στη μεγάλη περιοχή, στη γραμμή πυρός. Γι αυτό και αντιμετωπίζουν προβλήματα προσαρμογής σε αυτή την αλλαγή του παιχνιδιού ο Σουάρες στη Μπαρτσελόνα, όπως συνέβη και με τον Ιμπραΐμοβιτς, και ο Ντιέγο Κόστα στην Ισπανία. Υπέφεραν τόσο που έπρεπε να διαφοροποιήσουν το παιχνίδι τους κι έπειτα να αλλάξουν και ομάδα. Ούτε η Ισπανία ούτε η Γερμανία, οι τελευταίοι πρωταθλητές κόσμου, δεν είχαν καθαρό εννιάρι. Υπήρξε μια αλλαγή, λόγω της έλλειψης παικτών περιοχής. Δεν υπάρχουν πια εννιάρια σαν κι εμένα. Υπάρχει ακόμα ο Ντρογκμπά. Είναι από τους λίγους που διατηρεί τα στοιχεία του κλασικού σέντερ-φορ.

Γιατί δεν υπάρχουν τέτοιοι παίκτες;
Απάντηση: Ανέκαθεν οι πιο καλοπληρωμένοι ήταν οι γκολτζήδες, τα εννιάρια, οι σπεσιαλίστες. Ήταν οι πιο ακριβοί. Σήμερα έχουν βγει γκολτζήδες, χωρίς όμως τέτοια χαρακτηριστικά. Το παράδειγμα είναι ο Μέσι κι ο Ρονάλντο. Ξεκινούν πάντα από πίσω ή από τα πλάγια. Ο Φερνάντο Τόρες είναι ένα εννιάρι μοντέρνο, με κίνηση στον χώρο, δεν είναι καθαρός παίκτης περιοχής.

Ρονάλντο ή Μέσι;
Απάντηση: Μου αρέσει η φιλοδοξία τους, ο επαγγελματισμός τους, η αφοσίωσή τους. Ήμουν κι εγώ σαν κι αυτούς. Είχα κι εγώ τη δίψα τους. Σαν προπονητής, θα υπέγραφα τον γιο τους.

Πώς εξηγείται η εμμονή ενός επιθετικού για το γκολ;
Απάντηση: Για μένα το γκολ ήταν η τροφή μου. Χρειαζόμουν να τρώω, να βάζω γκολ, για να ικανοποιήσω την ανάγκη μου. Ήταν θέμα επιβίωσης. Χρειαζόμουν το γκολ για να είμαι προσωπικά εντάξει, να είμαι ευχαριστημένος. Εάν σκόραρα και κερδίζαμε ήμουν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο. Όταν δεν σκόραρα ή έχανα, ήμουν διαφορετικός. Η ψυχική μου κατάσταση άλλαζε. Δεν ήμουν ικανοποιημένος. Ήταν σαν να τρώω και να μην χορταίνω.

Υπάρχει κάποιος ικανός να σημειώσει 38 γκολ με μία επαφή, όπως έκανες εσύ;
Απάντηση: Αυτό σίγουρα το βλέπω δύσκολο. Είναι ένα ρεκόρ δύσκολο να καταρριφθεί. Εγώ ήμουν γεννημένος σέντερ-φορ. Σκόραρα με όλα τα μέρη του σώματος. Ήμουν καθαρά παίκτης περιοχής που δεν έβγαινε από τον χώρο ασφαλείας του.

Ονειρεύεσαι ότι βάζεις γκολ;
Απάντηση: Ονειρεύομαι πολλές φορές ότι παίζω. Και όταν ξυπνάω, με πιάνει απογοήτευση. Όταν η Ρεάλ έκανε το παιχνίδι προς τιμήν μου κόντρα στην Παρί Σεν Ζερμέν, ήταν καλύτερα κι από ταινία. Όταν την επόμενη μέρα ξύπνησα, είδα τη σύζυγό μου και της είπα: «Πόσο θα μου άρεσε να μην είχα ξυπνήσει από αυτό το υπέροχο όνειρο».

Πώς αισθάνεσαι σαν προπονητής στον πάγκο;
Απάντηση: Όταν απολαμβάνεις όσο δεν πάει την αδρεναλίνη, την ατμόσφαιρα, είναι σαν να παίζεις. Ως προπονητής έχεις πιο πολλή ευθύνη παρά απόλαυση. Ως παίκτης, τα παιχνίδια που μου άρεσαν περισσότερο ήταν αυτά με τη μεγαλύτερη ένταση. Ως προπονητής, έχω συνηθίσει στην πίεση, στις δύσκολές αποφάσεις. Μου αρέσει αυτό.

Ποιον προπονητή της καριέρας σου εκτιμάς περισσότερο;
Απάντηση: Αυτός που με επηρέασε περισσότερο ήταν ο Λουίς Αραγονές, με τον χαρακτήρα του, τη νοοτροπία του, το στυλ του. Οι Τζον Τόσακ και Μπόρα Μιλουτίνοβιτς, επίσης. Προτού ξεκινήσω την καριέρα μου ως προπονητής, ταξίδεψα ανά τον κόσμο για να γνωρίσω τις συνταγές μεγάλων προπονητών. Το έκανα με τον Αραγονές, τον Τόσακ, τον Κλεμέντε, τον Καμάτσο, τον Καπέλο· μέχρι ο Γιόχαν Κρόιφ με έβαλε στο σπίτι του. Είναι ευχάριστο σαν στρατηγός να μαθαίνεις από όλους.

Πώς βλέπεις την εθνική ομάδα του Μεξικό;
Απάντηση: Δεν είναι στο καλύτερο επίπεδο. Χρόνια τώρα υπάρχουν άστοχοι διοικητικοί χειρισμοί και αποφάσεις, κι αυτό έχει βλάψει την εθνική ομάδα. Στο Μεξικό συνεχίζει να υπάρχει το καθεστώς πολυϊδιοκτησίας ομάδων, το ίδιο αφεντικό έχει δύο ή τρεις ομάδες, κι αυτό επηρεάζει την αξιοπιστία. Η Ομοσπονδία, η διαιτησία, η Λίγκα, όλα τα κουμαντάρουν οι ιδιοκτήτες των ομάδων, που οι ίδιοι επηρεάζονται από τα μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα, την Τελεβίσα και την Τελεβισιόν Αζτέκα. Είναι μονοπώλιο. Οι ποδοσφαιριστές δεν είναι ανεξάρτητοι, δεν υπάρχει το όργανο που θα τους υπερασπιστεί. Ούτε οι διαιτητές είναι ανεξάρτητοι. Το επίπεδο της εθνικής επηρεάζεται από αυτό. Κοντέψαμε να μείνουμε έξω από το Μουντιάλ της Βραζιλίας.

Τι πιστεύεις για τον Τσιτσαρίτο;
Απάντηση: Με προβληματίζει που δεν έχει διάρκεια. Ήταν χρήσιμος στη Ρεάλ, επανενεργοποίησε τον Μπενζεμά. Είχε αράξει κάπως στη θέση του και η άφιξη του Τσιτσαρίτο τον πίεσε να αναλάβει τις ευθύνες του στο να σημειώνει και να δημιουργεί γκολ. Έχει λειτουργήσει αυτή η πίεση.

Καταλαβαίνεις την άρνηση ενός παίκτη, όπως ο Κάρλος Βέλα, να παίξει με την εθνική του ομάδα;
Απάντηση: Είναι προσωπικό θέμα. Ούτε εγώ δεν θέλησα να παίξω στην εθνική ομάδα κάποια στιγμή, λόγω κακής συμπεριφοράς ενός Προέδρου της Ομοσπονδίας. Είχα την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα να αντιμετωπίσω αυτή την κατάσταση. Ο Κάρλος κάτι είχε για να πάρει αυτή την απόφαση, που κανείς δεν το ξέρει, μόνο αυτός. Τώρα επέστρεψε κι έχει αποδείξει το ταλέντο του.

Ένα προγνωστικό για το Κόπα Αμέρικα;
Απάντηση: Με εμένα στον πάγκο, το 2007, ήμασταν τρίτοι. Είναι η θέση που μας αρμόζει, κάτω από τη Βραζιλία και την Αργεντινή. Τώρα η Ουρουγουάη, η Χιλή και η Κολομβία κάνουν δύσκολο το να είσαι σε αυτή τη θέση.   

Μετάφραση στα ελληνικά: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου   


[1] Στην Ατλέτικο Μαδρίτης αγωνίστηκε από το 1981 έως το 1985, στη Ρεάλ Μαδρίτης από το 1985 έως το 1990 και στη Ράγιο Βαγεκάνο την περίοδο 1993-94. Με τη Ρεάλ κατέκτησε 5 συνεχόμενες φορές τον τίτλο του πρώτου σκόρερ στο ισπανικό πρωτάθλημα (βραβείο Πιτσίτσι), ενώ κατέχει και το ακατάρριπτο, έως σήμερα, ρεκόρ (1989-90)  των 38 γκολ με μία επαφή.

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2015

Το λεξικό των Ελληνικών



Άρθρο του Χουάν Κρουθ στην Ελ Παΐς, σχετικό με τη χρησιμότητα των Ελληνικών (όχι ελληνικών, αλλά με κεφαλαίο...), (και) μετά από τις πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη. Ευχαριστώ την Ειρήνη Χατζηκουμή για την πολύτιμη συμβολή της.
 
www.expansion.com

Η Ελλάδα είναι μια λέξη που θα πρέπει να μεταφράζεται στην Ευρώπη με μεγαλύτερη προσοχή από ό,τι μέχρι σήμερα


Ήταν το πιο μυστηριώδες βιβλίο του Λυκείου. Μια γκουμούτσα που μας συνόδευε  πάντα στα μαθήματα, ξεχωρίζοντας ανάμεσα στα υπόλοιπα βιβλία, σαν τον μεγάλο τους αδελφό, μουρμουρίζοντας στο άνοιγμά του. Ήταν σαν ένα θεόρατο φυλλάδιο οδηγιών χρήσεως που έχουν τα φάρμακα, στο οποίο ο καθηγητής μας έβαζε να ανατρέχουμε σε κάθε μάθημα: «Όποιος δεν ξέρει Ελληνικά, δεν ξέρει από ζωή». Λεγόταν Ευδόξιος, ήταν μικροκαμωμένος με ένα μουστάκι ντεμοντέ, σαν χωρικός που είχε ξεχάσει να ξυριστεί κάτω από τη μύτη, και κάθε μέρα μας ρωτούσε, το δίχως άλλο, τις είκοσι λέξεις που είχε αποφασίσει πως θα ήταν η διδακτέα μας ύλη.

Φτάσαμε να ξέρουμε περισσότερες λέξεις στα Ελληνικά από ό,τι στα ισπανικά, μέχρι που κάποιες φορές τολμούσαμε να μιλάμε μεταξύ μας στα Ελληνικά που μας δίδασκε ο δον Ευδόξιος, λέξη-λέξη, μάθημα με μάθημα. Για τον δον Ευδόξιο (όπως και για τον δον Εμίλιο Γεδό, τον μετέπειτα καθηγητή μας στη Φιλοσοφία) η Ελλάδα ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μια γλώσσα· ήταν ένας πολιτισμός, ένας τρόπος ζωής, ο τόπος όπου η Δύση είχε βρει το φως, την τέχνη, τις ιδέες, και το να γνωρίζεις την αρχαία γλώσσα της σε έκανε να γεννιέσαι κάθε μέρα σε μια κοσμική πνευματικότητα.

Η Ελλάδα ήταν ο τόπος της πολιτικής και της σοφίας. Ο Χοσέ Μαρία Πεμάν, ένας ισπανός καλοκάγαθος φασίστας, πίστευε ότι εκεί, στην Ελλάδα, η δημοκρατία είχε λειτουργήσει, επειδή ο κόσμος κλεινόταν μέσα σε ένα στάδιο και μπορούσε να πει «ναι» ή «όχι», σηκώνοντας απλώς το χέρι. «Αλλά εδώ στην Ισπανία τούτο δεν είναι πια δυνατό: είμαστε πολλοί», συμπλήρωνε ο συγγραφέας του El divino impaciente[1] (Ο υπέροχος ανυπόμονος).

Την εποχή εκείνη, του δον Ευδόξιου και του δον Εμίλιο, δεν είχαμε δημοκρατία, ούτε μπορούσε κάποιος να διακρίνει το πότε θα είχαμε. Στην πραγματικότητα, εκείνα τα χρόνια, από το ’68 ως το ’73 του περασμένου αιώνα, ζούσαμε περισσότερο με το φωτάκι του Ελ Πάρδο[2], όπως ο Άριας Ναβάρο[3], από ό,τι με τα φώτα της Ελλάδας ή, για να έρθουμε χρονικά πιο κοντά, με τα φώτα του Μπρίντιζι, που είναι το πρώτο πράγμα που έβλεπαν οι αλβανοί (ή βορειοηπειρώτες) μετανάστες που πριν από μια δεκαετία είχαν τα κότσια να διασχίσουν τη Μεσόγειο για να δουν από κοντά την ευημερία της Ευρώπης.

Τα χρόνια εκείνα που ταξιδεύαμε, φοιτητές γαρ, με το λεξικό των Ελληνικών στην τσέπη, ήδη γνωρίζαμε (από τον δον Ευδόξιο και τον δον Εμίλιο) ότι η κοιτίδα της ειρήνης και της ποίησης δεν ήταν η Ισπανία αλλά η Ελλάδα, καθώς εκεί γεννήθηκε η γνώση ως η λύση που βρήκαν οι άνθρωποι για να ξεφύγουν από τη μεταφυσική αβεβαιότητα και να ζήσουν με την επίγεια αναζήτηση, ενθαρρύνοντας τον διάλογο, το θέατρο, την ποίηση και την περιπλάνηση.

Μια μέρα, έχοντας το λεξικό αυτό στην τσάντα, μπήκα στο αμάξι ενός Γερμανού, κάνοντας οτοστόπ, την ώρα που στην Ευρώπη (δηλαδή, μακριά από την Ισπανία) η νεολαία επιζητούσε θάλασσα κάτω από τα πεζοδρόμια[4]. Ο Γερμανός ήταν γιατρός, δεν γνώριζε τη γλώσσα μου, αλλά ήξερε απ’ έξω το μυστηριώδες βιβλίο που κουβαλούσα μαζί μου, σαν ιερογλυφικό, κάθε φορά που έπρεπε να πάω στο μάθημα του δον Ευδόξιου.   

Με αυτό το λεξικό συνεννοήθηκα με τον Γερμανό· από τότε, κάθε φορά που ο καθηγητής με έπαιρνε από τη στάση εκείνα τα σχολικά πρωινά, άνοιγα το λεξικό με τα ιερογλυφικά κι έπιανα να μιλάω λες και προσπαθούσα να αναβιώσω τον Πλάτωνα και τον Όμηρο, και όταν έφτανα στο σχολείο τα ελληνικά μου ήταν τόσο δροσερά όσο οι πρωινές κουβέντες της μάνας μου. 

Ύστερα έβγαλαν τα Ελληνικά από τις τάξεις, μετέτρεψαν το Λύκειο σε ένα αξιολύπητο ξεφάντωμα, αποσπώντας από τα παιδιά το πάθος που προκαλούσε η εμβρίθεια της καθαρής ποίησης που περιέκλειε εκείνο το μυστηριώδες βιβλίο. Τώρα που αναβιώνει η Ελλάδα, εμείς δεν ξέρουμε πια Ελληνικά, έτσι θα αργήσουμε πολύ να μάθουμε τι συμβαίνει εκεί, το τι συνέβη για να συμβαίνει αυτό που τώρα συμβαίνει. Ό,τι κι αν συμβεί, ακόμη κι αν δεν συμβαίνει αυτό που λένε ότι συμβαίνει, το σίγουρο είναι ότι η Ελλάδα γίνεται μια λέξη που θα πρέπει να μεταφράζεται τώρα στην Ευρώπη με μεγαλύτερη προσοχή από ό,τι μέχρι τώρα. 

Τώρα πρέπει να ταξιδέψουμε εκ νέου με το λεξικό των Ελληνικών· για πάρα πολύ καιρό πιστεύαμε πως δεν μας χρειαζόταν για να συνεννοούμαστε. 

Μετάφραση στα ελληνικά: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου



[1] Τρίπρακτο θεατρικό του Χοσέ Μαρία Πεμάν το οποίο ανέβηκε για πρώτη φορά το 1933. Γράφτηκε ως απάντηση στη νομική διάλυση της Αδελφότητας των Ιησουιτών και στην προσπάθεια εκκοσμίκευσης του κράτους, από τη Β’ Ισπανική Δημοκρατία. Στο απόγειο του ισπανικού εθνικοκαθολικισμού (δεκαετίες ‘50 και 60) έκανε κάποιες επανεμφανίσεις. Από τότε, θεωρείται στην πράξη ένα ξεχασμένο έργο.
[2]Σύμφωνα με τα μέσα προπαγάνδας του φρανκικού καθεστώτος, ο δικτάτορας Φράνκο εργαζόταν νυχθημερόν για χάρη του ισπανικού λαού, γι’ αυτό και η λάμπα στο δωμάτιό του δεν έσβηνε σχεδόν ποτέ.
[3]Από τα ανώτερα στελέχη του εν λόγω καθεστώτος, με χαρακτηριστική δήλωση επί του θέματος: «…πλησιάστε στο Παλάτι του Ελ Πάρδο […] όπου υπάρχει ένα φωτάκι που είναι πάντα αναμμένο».
[4]Αναφέρεται σε ένα από τα συνθήματα του Μάη του ’68: «Sous les pavés, la plage!».