Τρίτη 29 Ιουλίου 2014

Η ισπανική πεζογραφία από το 1939 ως τη δεκαετία του 1980: το δύσκολο βήμα προς μια «χρυσή» εποχή




Ο στρατηγός Φράνκο
Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος (1936-1939) και η εγκαθίδρυση, μετά το τέλος του, του φασιστικού καθεστώτος του Φράνκο, σημάδεψαν τρομερά την ιστορία της χώρας κατά την διάρκεια του μεγαλύτερου τμήματος του δευτέρου μισού του 20ου αιώνα. Πιο σωστά, οι δυστυχείς συνέπειες του είχαν αρνητικό αντίκτυπο σε κάθε τομέα της ζωής της χώρας: πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, ιδεολογικό, πολιτισμικό. Σε λογοτεχνικό επίπεδο, διακόπηκε η άνθιση των γραμμάτων της προηγούμενης περιόδου*, μιας και πολλοί λόγιοι, πρωτεργάτες της προηγούμενης άνθισης, έπρεπε να εξοριστούν ή αυτό-εξοριστούν για ιδεολογικούς λόγους και τη λογοκρισία της Γενικής Διεύθυνσης Τύπου και Προπαγάνδας. Δεδομένου του πλούτου της ποιητικής παραγωγής της Γενιάς του ‘272, η οποία λειτούργησε ως παρακαταθήκη για τους μεταγενέστερους ποιητές, η ποίηση ήταν το είδος που επηρεάστηκε λιγότερο στην μετεμφυλιακή Ισπανία. Αντιθέτως, η πεζογραφία υπέφερε τα τραύματα της απώλειας λογοτεχνικού κεφαλαίου που αναφέρθηκε παραπάνω, με αποτέλεσμα το μετεμφυλιακό μυθιστόρημα να χαρακτηρίζεται, σε γενικές γραμμές, από την μετριότητα. Η διάσπαση αποτελεί ένα άλλο χαρακτηριστικό της ισπανικής πεζογραφίας, με αφετηρία την δεκαετία του 1940, αφού μπορεί να χωριστεί σε εσωτερική, των συγγραφέων που παρέμειναν στην Ισπανία μετά το τέλος του πολέμου, σε σιωπηλή, αυτών (Azorín, Baroja) που παρέμειναν στην χώρα «προτιμώντας» να μην εκφραστούν και σε εξωτερική ή εξόριστη, συγγραφέων όπως οι Sender, Max Aub, Ayala και Barea.

Καθ’ όλη την διάρκεια του δευτέρου μισού του 20ου αιώνα, τόσο η εθνική συγκυρία, όσο και η διεθνής μεταβάλλονται κι έτσι το μυθιστόρημα της περιόδου καταβάλει προσπάθεια να προσαρμοστεί στις κοινωνικές απαιτήσεις που δεν σταματούν να αλλάζουν. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή ακριβώς η ικανότητα κοινωνικής προσαρμογής του μυθιστορηματικού είδους είναι που του απέδωσε την αποδοχή και φήμη που λαμβάνει κατά την εν λόγω περίοδο, σε παγκόσμιο επίπεδο. Όσον αφορά την Ισπανία, η λογοτεχνική ιστοριογραφία προσπάθησε να εφαρμόσει την γενεαλογική φόρμουλα στην κατηγοριοποίηση των μυθιστοριογράφων της εποχής, αλλά αυτή η μέθοδος, βασιζόμενη κυρίως στην χρονολογία γέννησης των δημιουργών, φαντάζει (για άλλη μια φορά) αυθαίρετη και ανακριβής. Γι αυτό το λόγο, σχετικά με την μυθιστορηματική ανάλυση του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα είναι προτιμότερο να ακολουθήσουμε την γραμμή του Barroso ο οποίος επιλέγει να μιλήσει για μυθιστορήματα παρά για μυθιστοριογράφους, λόγω του ότι οι τελευταίοι εξέλιξαν αρκετά τον τρόπο έκφρασής τους κατά την διάρκεια της πορείας τους και γι αυτό μια χρονολογική ή γενεαλογική κατηγοριοποίηση τους μοιάζει αναποτελεσματική.

Η Ισπανία των '50 (rafaelcastillejo.com)
Ο ρεαλισμός και ο νατουραλισμός είναι οι δυο κυρίαρχες τάσεις της ισπανικής μυθιστοριογραφίας των δεκαετιών του ’40 και του ’50, γεγονός που την φέρει άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτήν του 19ου αιώνα των Galdós, Clarín και Baroja. Εκ του αποτελέσματος, οι αξιόλογοι μυθιστοριογράφοι αυτών των δεκαετιών περιορίζονται να αποτυπώνουν την σκληρή κοινωνική πραγματικότητα της χώρας, η οποία σημαδεύεται από μιζέρια, οπισθοδρόμηση, πόλεμο και απαισιοδοξία. Αυτή η ρεαλιστική –ή καλύτερα- νατουραλιστική τάση λειτούργησε ως αντίβαρο στο επίσημο θριαμβολογικό (triunfalista) μυθιστόρημα, γεμάτο κορώνες πατριωτισμού, που το φρανκικό καθεστώς προωθούσε. Το μακρύ και βαρύ χέρι αυτού του καθεστώτος την δεκαετία του ’40 εμπόδισε οποιαδήποτε προσπάθεια κριτικής και ταυτόχρονα περιόρισε τις επαφές με το πλούσιο διεθνές περιβάλλον κι έτσι το ισπανικό μυθιστόρημα παρέμεινε –επί της ουσίας- απομονωμένο για περισσότερο από δέκα χρόνια. Σε αυτή τη νατουραλιστική παραγωγή των δυο δεκαετιών η λογοτεχνική κριτική απέδωσε διάφορες ονομασίες: μυθιστόρημα tremendista (σοκαριστικό, ωμό), υπαρξιακό και κοινωνικού ρεαλισμού κατά την διάρκεια του ’50. Ωστόσο, τα βασικά χαρακτηριστικά του, παραδοσιακή δομή ως προς την φόρμα κι επιδίωξη να αποτυπωθεί η πραγματικότητα ως προς το περιεχόμενο, ακολουθήθηκαν χωρίς σημαντικές διαφοροποιήσεις καθ’ όλη την περίοδο. Έχοντας αυτό στο νου, οι διαφορετικοί χρωματισμοί και η υφολογική –βασικά- εξέλιξη του μυθιστορήματος των δεκαετιών του ’40 και του ’50 οφείλονται περισσότερο στις προσωπικές αρετές και ανησυχίες των ίδιων των δημιουργών, όπως και στην μεταμόρφωση του οικονομικό-κοινωνικού τοπίου αντίστοιχα, παρά σε μια γενικευμένη επιδίωξη ανανέωσης ή αισθητικής αποστασιοποίησης.

Επί του παρόντος, η λογοτεχνική κριτική συμφωνεί ότι τα μυθιστορήματα La familia de Pascual Duarte3 (1942) και La colmena4 (1951) του νομπελίστα λογοτεχνίας (1989) Camilo José Cela (1916-2002), το Nada5 (1945) της Carmen Laforet (1921-2004) και το Jarama (1956) του Sánchez Ferlosio (1927) είναι ικανά να σκιαγραφήσουν αποτελεσματικά το πεζογραφικό τοπίο των δυο δεκαετιών. Πιο συγκεκριμένα, το La familia de Pascual Duarte θεωρείται παράδειγμα του μυθιστορήματος tremendista, το Nada του υπαρξιακού, το La colmena του κοινωνικού ρεαλισμού και το Jarama αυτό του μπιχεβιορισμού. Το περιβάλλον αυτών των έργων, είτε πρόκειται για την εξοχή είτε για την πόλη, είναι γεμάτο από πρόσωπα που βρίσκονται σε αδιέξοδο, λόγω του μίζερου και αναχρονιστικού περιβάλλοντος, ενώ είναι προφανής η γραμμική αφήγηση όσον αφορά την φόρμα. Ομοίως, ο χρόνος της δράσης τους είναι σύγχρονος -όλα αναφέρονται στην μετεμφυλιακή Ισπανία- και είναι φανερή η επιδίωξη του συγγραφέα να αποστασιοποιηθεί από τα γεγονότα για να προσθέσει αληθοφάνεια και αντικειμενικότητα στο κείμενο. Οι υφολογικές καινοτομίες των δυο μυθιστορημάτων των ’50, καινοτομίες που αποτελούνται κυρίως από την έλλειψη υπόθεσης, το καταγγελτικό πνεύμα προς τις αξίες της αστικής τάξης και ο συλλογικός πρωταγωνιστής, οφείλονται στην βελτίωση της χώρας σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, γεγονός που διευκολύνει τις επαφές με το διεθνές λογοτεχνικό γίγνεσθαι. Αναμφίβολα, σε αυτό το ρεαλιστικό ή νατουραλιστικό πλαίσιο πρέπει να εγγραφούν συγγραφείς όπως οι Ignacio Aldecoa (1925-1969), Miguel Delibes  (1920-2010), J. Fernández Santos (1926-1988), το μυθιστόρημα του οποίου Los bravos απέλαβε μεγάλης επιτυχίας και ο Gonzalo Torrente Ballester (1910-1999), αν και τα καλύτερα του τελευταίου θα εμφανίζονταν την επόμενη δεκαετία.

Στην δεκαετία των ’60 εκδηλώνεται μια σαφής αλλαγή κατεύθυνσης, όσον αφορά την πορεία της ισπανικής πεζογραφίας, που οφείλεται τόσο στην χαλάρωση των πρακτικών του αυταρχικού καθεστώτος, μια διαδικασία που θα κορυφωθεί το 1966 όταν τίθεται σε ισχύ ο Νόμος περί Τύπου κι Εκδόσεων που περιορίζει –σχετικά- την λογοκρισία, όσο και στο διεθνές λογοτεχνικό περιβάλλον. Είμαστε στην εποχή του παγκόσμιου ξεσπάσματος (boom) της νέας λατινοαμερικάνικης πεζογραφίας της οποίας οι υφολογικές καινοτομίες διαδίδονται ευκολότερα. Έτσι, στην Ισπανία, με αφετηρία το Tiempo de silencio6 (1962) του Luis Martin Santos (1924-1964) και σύμφωνα με τον κριτικό García López «ξεκινά να αμφισβητείται ο κοινωνικός ρεαλισμός και οι θεματικοί και υφολογικοί περιορισμοί του και να απαιτείται μια μεγαλύτερη προσοχή στα φαντασιακά στοιχεία, στον κόσμο του υποκειμενικού και μη λογικού». Αυτή η ζέση για πειραματισμό θα αποτυπωθεί χαρακτηριστικά στο μυθιστόρημα Volverás a la Región (1967) του Juan Benet (1927-1993), όπου είναι ολοφάνερη η εγκατάλειψη του προγενέστερου γραμμικού μοντέλου χρόνου και χώρου, οι οπτικές πλευρές της αφήγησης πολλαπλασιάζονται κι αντιπαραβάλλονται μεταξύ τους και οι εσωτερικοί μονόλογοι αντικαθιστούν τους διαλόγους του πρότερου ρεαλισμού. Ωστόσο, είναι ο Juan Goytisolo (1931), συγγραφέας που χρονολογικά θα έπρεπε να εγγράφεται στη προηγούμενη γενιά των μέσων του αιώνα, αυτός που θα σημάνει την κορύφωση του λεγόμενου πειραματικού μυθιστορήματος, ή στρουκτουραλιστικού7 σύμφωνα με τον κριτικό Gonzalo Sobejano, του οποίου το Reivindicación del Conde Don Julián (1970) αποτελεί σύμφωνα με τον Barroso «το πιο σημαντικό έκθεμα της προσπάθειας να καταστραφεί η προηγούμενη γλώσσα».

Γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’70 εκδηλώνονται συμπτώματα κορεσμού ως προς αυτό το πειραματικό μυθιστόρημα, λόγω του ελιτίστικου κι εξεζητημένου χαρακτήρα του. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για λογοτεχνικά κείμενα δυσνόητα που απευθύνονταν σε μια καλλιεργημένη μειοψηφία. Εν τω μεταξύ, το 1975 ο θάνατος του Φράνκο δεν σημαίνει μόνο την σταδιακή πτώση του αυταρχικού καθεστώτος, αλλά επιπλέον αποκαλύπτει την ανυπαρξία των αριστουργημάτων που –υποτίθεται- ότι κρατούσαν οι λογοτέχνες στα σεντούκια τους υπό τον φόβο της λογοκρισίας. Ευτυχώς, την ίδια αυτή χρονιά εμφανίζεται το La verdad sobre el caso Savolta8 του Eduardo Mendoza (1943), αστυνομικό μυθιστόρημα που εκδηλώνει την επιστροφή της υπόθεσης και των χαρακτήρων με σαφή ψυχολογικό κόσμο, κι έτσι ανακτάται η πρωταρχική επιδίωξη της πεζογραφίας, δηλαδή η ευχαρίστηση του αναγνώστη μέσα από μια ιστορία δοσμένη μέσα από το πρίσμα της φαντασίας.

Αυτή η –τόσο ευχάριστη- αλλαγή πορείας θα αποδώσει τους καλύτερους καρπούς της την επόμενη δεκαετία των ’80, όταν η καθιέρωση λογοτεχνικών βραβείων, όπως το Herralde, και η επιμονή των εκδοτικών οίκων για την ανακάλυψη νέων ταλέντων που θα εκτοξεύσουν τις πωλήσεις τους πολλαπλασιάζουν όχι μόνο τους τίτλους, αλλά και τα μυθιστορηματικά είδη. Αυτήν την περίοδο, στην οποία εμφανίζονται πένες όπως των Julio Llamazares, Javier Marías, Jesús Ferrero, Antonio Muñoz Molina, η κριτική χαρακτήρισε ως χρυσή, αλλά χρειάζεται χρόνος για να δικαιολογηθεί -ή όχι- αυτός ο χαρακτηρισμός. 
O Javier Marías στα βραβεία Προώθησης των Γραμμάτων το 2013

Βιβλιογραφία:


Barroso Gil, A. et al. (2008)  Introducción a la Literatura Española a través de los textos- IV: El siglo XX desde la Generación de 27 hasta nuestros días. Madrid: Istmo. 
  
García López, J. (2009) Historia de la Literatura Española. Barcelona: Vicens Vives.



* Γνωστή ως Αργυρή περίοδος (Edad de plata), αναφέρεται στο πρώτο τρίτο του 20ου αιώνα. Στις τάξεις της εγγράφονται οι λογοτεχνικές γενιές των 1898, 1914, 1927. Η ονομασία Αργυρή βρίσκεται σε διάλογο με την Χρυσή του 17ου αιώνα.
2. Generación del 27: ομάδα νεαρών ποιητών που ανανέωσε την ισπανική ποίηση. Ανάμεσά τους οι: Federico García Lorca, Dámaso Alonso, Vicente Aleixandre, Rafael Alberti. Θα αναφερθούμε πιο διεξοδικά σε άλλη ανάρτηση.
3. Κυκλοφορεί ως Η οικογένεια του Πασκουάλ Ντουάρτε από τις εκδόσεις Καστανιώτη (1989)
4. Κυκλοφορεί ως Η κυψέλη από τις εκδόσεις Ζαχαρόπουλος (1989)
5. Κυκλοφορεί ως Άβυσσος  από τις εκδόσεις Πατάκη (2007)
6. Κυκλοφορεί ως Η εποχή της σιωπής  από τις εκδόσεις Οδυσσέας (1980)

7. Novela estructural/experimental: μυθιστόρημα στο οποίο δεν έχει τόση σημασία το τι λέει, αλλά το πώς το λέει.
8. Η αλήθεια για την υπόθεση Σαβόλτα, εκδόσεις Ζαχαρόπουλος (1992)

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

Ένα οικονομικό σύστημα που λέγεται ποδόσφαιρο



Παρακάτω παρατίθεται μεταφρασμένο το άρθρο του μεξικανού καθηγητή Οικονομίας φυσικών πόρων και βιώσιμης ανάπτυξης, Sergio E. Martínez Rivera,  σχετικό με την οικονομική ή/κι επιχειρηματική πλευρά του ποδοσφαίρου. Παρουσιάζει ενδιαφέρον η οπτική ενός λατινοαμερικάνου για τον ευρωπαϊκό σχεδιασμό και οργάνωση, κάτι που πιθανόν να θυμίσει τη δική μας οπτική, παρότι ευρωπαίοι οι ίδιοι. Θεωρώ απαραίτητο να διευκρινίσω ότι στις αναφορές του στην Ευρώπη και τις ως προς αυτήν δομές –πιθανότατα- δεν είχε υπ’ όψιν του την Ελλάδα, οπότε οι όποιοι εθνικοί συνειρμοί σας δημιουργηθούν με αφορμή τις αναφορές του στο μεξικάνικο πρωτάθλημα(τακι) ή στην διοργάνωση του Μουντιάλ της Βραζιλίας του 2014 είναι δικαιολογημένοι…  

Η εθνική ομάδα ποδοσφαίρου της Γερμανίας ανακηρύχθηκε πρωταθλήτρια του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2014 στην Βραζιλία. Όπως και σε άλλες περιπτώσεις, αυτό έδωσε τροφή σε αναλύσεις που προσπαθούν να εξηγήσουν το γιατί αυτή η εθνική μαζί με άλλες επτά είναι οι μοναδικές που το έχουν καταφέρει, από τότε που η FIFA (Παγκόσμια Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου) δημιούργησε τον θεσμό, στις 30 Ιουνίου του 1930.

Με αφετηρία αυτά τα δεδομένα, αυτό το δοκίμιο θα προσπαθήσει να στοχαστεί πάνω σε δυο ζητήματα, από οικονομικής πλευράς. Πρώτον, να κάνει σαφές ότι μια ομάδα και μια επαγγελματική λίγκα (πρωτάθλημα/διοργάνωση) αποτελούν επιχειρηματικούς οργανισμούς, γι αυτό και η επιτυχία τους εξαρτάται από το μοντέλο επιχειρηματικότητας που πιθανόν χρησιμοποιούν. Δεύτερον, να παρατηρήσει το πως γύρω από το ποδόσφαιρο έχει δημιουργηθεί ένα οικονομικό σύστημα ιδιαίτερα αποδοτικό, κατά πρώτο λόγο για την FIFA και κατ’ επέκταση για άλλους τομείς και μεσάζοντες.

Από ρεαλιστικής πλευράς, μια επιχείρηση παρουσιάζεται ως ένας οργανισμός με στόχο τη μεγιστοποίηση εισροών με το λιγότερο δυνατό λειτουργικό κόστος για την επίτευξη αυξανομένων κερδών ούτως ώστε να αποκτήσει προνομιακή θέση στην αγορά του ανταγωνισμού. Από κοινωνικής πλευράς, θεωρείται ότι η επιχείρηση οφείλει να υπερβεί τον οικονομικό αυτοσκοπό για να δημιουργήσει οφέλη για την κοινωνία και το περιβάλλον με διάφορους τρόπους. Γι αυτό και δεν πρέπει να εκπλήσσει το ότι η Γερμανική Ομοσπονδία (DFB) με τους χορηγούς της χρηματοδότησαν ένα ολόκληρο οικοδομικό συγκρότημα στην Μπαϊα, όπου κατέλυσε η εθνική Γερμανίας. Αυτό που τράβηξε την προσοχή είναι ότι αυτό το συγκρότημα, κατασκευασμένο από βραζιλιάνικα εργατικά χέρια, έμεινε τελικά στα χέρια της τοπικής κυβέρνησης για τις ανάγκες του πληθυσμού της περιοχής (14 κατοικίες, αυτοκινητόδρομος, νοσοκομείο, γήπεδο ποδοσφαίρου, σχολείο, εστιατόριο, πισίνα κι ένα αεροδρόμιο).

Το ευρωπαϊκό μοντέλο επιχειρηματικότητας λειτούργησε ως έμπνευση και για άλλες χώρες αν και με λιγότερη επιτυχία και ισχνά αποτελέσματα, μιας και για την επιτυχία επηρεάζουν η ματιά και αντίληψη αυτού που επιχειρεί, όπως και μια σειρά από άλλους παράγοντες. Για παράδειγμα, οι επικεφαλείς των ευρωπαϊκών ομάδων ακολουθούν περισσότερο τις ιδέες περί επιχειρηματικότητας του  Joseph A. Schumpeter, υπουργού οικονομικών της Αυστρίας και καθηγητή στο Χάρβαρντ, που έγιναν μεταγενέστερα αποδεκτές κι από τον Peter Drucker, τον μεγαλύτερο φιλόσοφο περί διοίκησης του 20ου αιώνα, συμφωνώντας ότι πρόκειται για πρόσωπο που διακρίνεται για το καινοτόμο των αντιλήψεών του, ψάχνοντας διαρκώς για αλλαγές και προσπαθώντας να εξαλείψει απαρχαιωμένες δομές που εμποδίζουν μια επιχείρηση να φτάσει στην κορυφή του ανταγωνισμού.


Στην Ευρώπη το πλάνο ξεκινά με την εκπαίδευση των ποδοσφαιριστών από μικρή ηλικία στις σχολές ποδοσφαίρου και συνηθίζει να έχει πολυσχιδή χαρακτήρα. Ως προς το θεσμικό τους πλαίσιο, τα πρωταθλήματα και οι ομάδες έχουν ένα υψηλό επίπεδο οργάνωσης, επαγγελματισμού και σχεδιασμού που επιτρέπει την διαρκή ανάπτυξή τους. Τέτοια είναι η περίπτωση χωρών όπως η Αγγλία όπου το 2011 δημιουργήθηκε η Σχολή Επιχειρήσεων Ποδοσφαίρου (UCFB) στην οποία ξεχωρίζουν τα μαθήματα της Διοίκησης οικονομικών επιχειρήσεων, Μάρκετινγκ και Δημοσίων σχέσεων για την σωστή διαχείριση ενός συλλόγου. Σε αυτό προσθέστε το ότι το ο ανταγωνισμός στην Ευρώπη διαρκεί περίπου εννιά μήνες (38 αγωνιστικές) και η ομάδα που συγκεντρώνει τους περισσότερους βαθμούς τερματίζει πρωταθλήτρια. Δηλαδή, απλά ο καλύτερος κερδίζει. Όλα αυτά εξηγούν σε μεγάλο βαθμό την εξάσκηση, ποιότητα και το θέαμα που προσφέρουν οι ευρωπαϊκές ομάδες.

Στο Μεξικό, από την άλλη, ακολουθείται ένα, σχεδόν ολοκληρωτικά, διαφορετικό πλάνο που έχει ως κεντρικό στόχο την επίτευξη βραχυπρόθεσμου κέρδους. Ένα τέτοιο σχέδιο δικαιολογεί την ύπαρξη μικρών τουρνουά με ένα Πρωταθληματάκι, την συνεχή έλευση ξένων ποδοσφαιριστών και τις συνεχόμενες αλλαγές παικτών και τεχνικών επιτελείων.

Όπως κάθε μεγάλο οικονομικό σύστημα, το επαγγελματικό ποδόσφαιρο δημιουργεί κέρδη εκατομμυρίων για τις ομοσπονδίες, τις ομάδες, όπως και για άλλους τομείς και κλάδους, έμμεσα ή άμεσα. Σε διαφοροποίηση με άλλα σπορ, το ποδόσφαιρο αποδίδει σε μόνιμη βάση από τη διεξαγωγή μιας ευρείας γκάμας εθνικών, τοπικών και παγκοσμίων διοργανώσεων. Δεν ωφελείται μόνο ο επιχειρηματίας ιδιοκτήτης μιας ομάδας, αλλά και οι κατά τόπους αγορές και οι κυβερνήσεις δια της δημοσιονομικής οδού, για παράδειγμα. Υπάρχουν χώρες όπως η Αργεντινή που εξειδικεύονται στην εξαγωγή ποδοσφαιριστών, το οποίο επιφέρει διάφορα έσοδα για μια σειρά συμμετεχόντων: τον ποδοσφαιριστή, τον μάνατζερ, τον σύλλογο που πουλάει τα δικαιώματα του παίκτη όπως και τις χώρες, εξαγωγής και εισαγωγής, μέσω της φορολόγησης. Σε αυτό, η Αργεντινή κατέχει την πρώτη θέση σε εξαγωγή ποδοσφαιριστών όταν το 2014 μεταγράφηκαν, σε διάφορους συλλόγους διεθνώς, 1.945 ποδοσφαιριστές της για ένα ποσό που προσεγγίζει τα 275 εκατομμύρια δολάρια.

Ωστόσο, δεν είναι όλα ανθηρά αφού στο όνομα της επίτευξης μεγαλύτερων εσόδων ο οπαδός φτάνει να μπουχτίσει με τόσο ποδόσφαιρο, ενώ παράλληλα παρακινείται στον καταναλωτισμό αγαθών και υπηρεσιών, κάτι που επιφέρει διάφορες επιπλοκές σε κοινωνικό και περιβαλλοντολογικό επίπεδο. Επιπλέον, ασκείται αυστηρή κριτική για την εκμετάλλευση που υφίσταται ο ποδοσφαιριστής. Σε αυτό το σημείο, ποδοσφαιριστές από διαφορετικά μήκη και πλάτη έχουν εκφραστεί εναντίον ενός τόσο εντατικού συστήματος ανταγωνισμού που τους κάνει να εμφανίζονται ως εμπόρευμα, από πολύ μικρή ηλικία. Κάποιοι παίζουν χωρίς την έγκαιρη καταβολή μισθών και μπόνους, άλλοι χωρίς καθόλου πληρωμή και στην πλειοψηφία τους στερούνται συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και ασφάλισης, ενώ ο εργοδότης τους μπορεί να διακόψει το συμβόλαιο τους όποτε το θελήσει.

Ομοίως, γεγονότα όπως ένα Μουντιάλ συνηθίζεται να κριτικάρονται, δεδομένου ότι τα κέρδη που δημιουργούν είναι βραχυπρόθεσμα, υλοποιούνται με δημόσιους πόρους και αυτοί που επωφελούνται περισσότερο είναι οι μεγάλες επιχειρήσεις, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Το Μουντιάλ της Βραζιλίας του 2014 διακρίθηκε για τις διαμαρτυρίες της βραζιλιάνικης κοινωνίας εναντίον της κυβέρνησης με το επιχείρημα ότι η χώρα χρειαζόταν μεγαλύτερες επενδύσεις σε υγεία, δημόσια ασφάλεια κι εκπαίδευση, τον περιορισμό της διαφθοράς του δημόσιου τομέα και όχι ένα Μουντιάλ. Απόδειξη αυτού είναι ότι από όλες τις υποδομές που κατασκευάστηκαν μονάχα οι σχετικές με μετακινήσεις και μεταφορές προβλέπεται να χρησιμεύσουν στο μέλλον.        


Απόδοση στα ελληνικά: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου