Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

Καλοκαιρινή ανάγνωση: Η σιέστα της Τρίτης, του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες




Σε πρόσφατο άρθρο της η εφημερίδα El País συμπεριέλαβε το μικρό-διήγημα La siesta del martes, του κολομβιανού Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, στις προτεινόμενες αναγνώσεις γι αυτό το καλοκαίρι. Σε αυτό το μικρό-διήγημα, μέρος της συλλογής Los funerales de la Mamá Grande (1962), αποτυπώνονται κάποια από τα βασικά χαρακτηριστικά  του πατέρα του μαγικού ρεαλισμού, όπως το πυκνό, διφορούμενο και γεμάτο νοήματα λεξιλόγιο. Διαβάζεται –αυστηρά- κάτω από αυγουστιάτικη φεγγαράδα! Καλή ανάγνωση και καλές διακοπές, όπου κι αν είναι αυτές, ακόμη και στην βεράντα του σπιτιού σας. Σημασία –μεγαλύτερη- έχει να ταξιδεύει το μυαλό και η καρδιά…  

 
lasiestadelmartes.blogspot
Το τρένο άφησε πίσω μια φρενήρη διαδρομή μέσα από βράχους ροδοκόκκινους, διεισδύοντας μέσα στη μπανανοφυτεία, συμμετρική κι απέραντη, και ο αέρας έγινε υγρός, κάνοντας τη θαλάσσια αύρα μακρινή ανάμνηση. Ένα αποπνικτικό σύννεφο καπνού μπήκε από το παραθυράκι του βαγονιού. Στο στενό μονοπάτι, παράλληλο με τις ράγες του τρένου, υπήρχαν βοϊδάμαξες φορτωμένες με πράσινα τσαμπιά. Στην άλλη πλευρά του μονοπατιού, σε χώρους ακατάλληλους για σοδειά, υπήρχαν γραφεία με ηλεκτρικούς ανεμιστήρες, καταυλισμοί με κόκκινα τούβλα και κατοικίες με καρέκλες και τραπεζάκια λευκά στις βεράντες, ανάμεσα σε σκονισμένους φοίνικες και τριανταφυλλιές. Ήταν έντεκα το πρωί και ακόμη δεν είχε πιάσει ζέστη.


-Καλύτερα να σηκώσεις το τζάμι, -είπε η γυναίκα- θα γεμίσουν τα μαλλιά σου κάρβουνο.


Η μικρή προσπάθησε να το κάνει, όμως η περσίδα είχε κολλήσει από τη σκουριά.

Ήταν οι μοναδικοί επιβάτες αυτού του λιτού βαγονιού τρίτης θέσης. Όπως ο καπνός της ατμομηχανής συνέχιζε να μπαίνει από το παραθυράκι, η μικρή εγκατέλειψε τη θέση της, βάζοντας εκεί τα μοναδικά αντικείμενα που είχαν: μια πλαστική τσάντα με φαγώσιμα κι ένα μπουκέτο λουλούδια τυλιγμένο σε χαρτί εφημερίδας. Κάθισε στο απέναντι κάθισμα, μακριά από το παραθυράκι, αντικριστά από την μητέρα της. Και οι δυο κουβαλούσαν ένα πένθος αυστηρό και στενάχωρο.
 
www.carmesolevendrell.com
Η μικρή ήταν δώδεκα χρονών και ήταν η πρώτη φορά που ταξίδευε. Η γυναίκα έμοιαζε αρκετά μεγάλη για μητέρα της, μικροκαμωμένη με μπλε φλέβες στα βλέφαρα, με ένα κορμί μαλθακό και άμορφο, μέσα σε ένα φουστάνι κομμένο σαν ράσο. Ταξίδευε με τη σπονδυλική στήλη κολλημένη στην πλάτη του καθίσματος, κρατώντας στην αγκαλιά και με τα δυο της χέρια μια τσάντα από λουστρίνι ξεφτισμένο. Είχε την ευσυνείδητη γαλήνη ενός ανθρώπου συνηθισμένου στην φτώχεια.

Στις δώδεκα είχε ήδη αρχίσει η ζέστη. Το τρένο σταμάτησε σε ένα σταθμό χωρίς κόσμο για να εφοδιαστεί νερό. Έξω, στην μυστηριώδη σιωπή της φυτείας, η σκιά είχε μια όψη καθάρια. Όμως ο στάσιμος αέρας μέσα στο βαγόνι μύριζε σαν ακατέργαστο δέρμα. Το τρένο δεν επιτάχυνε ξανά. Σταμάτησε σε δυο χωριά ίδια, με σπίτια ξύλινα, βαμμένα με ζωντανά χρώματα. Η γυναίκα έγειρε το κεφάλι και βυθίστηκε στον λήθαργο. Η μικρή έβγαλε τα παπούτσια. Έπειτα πήγε στις τουαλέτες για να βάλει σε νερό το μπουκέτο με τα νεκρά λουλούδια.

Όταν επέστρεψε στο κάθισμα η μητέρα την περίμενε για να φάνε. Της έδωσε ένα κομμάτι τυρί, μισό πιτάκι από καλαμπόκι και μια γλυκιά γαλέτα, βγάζοντας για τον εαυτό της μια ίδια μερίδα από την πλαστική τσάντα. Όσο έτρωγαν, το τρένο διέσχισε πολύ αργά μια σιδερένια γέφυρα και πέρασε από μακριά ένα χωριό όμοιο με τα προηγούμενα, μόνο που σε αυτό υπήρχε κόσμος στην πλατεία. Μια μουσική μπάντα έπαιζε ένα χαρούμενο κομμάτι κάτω από τον εξουθενωτικό ήλιο. Στην άλλη άκρη του χωριού, σε μια πεδιάδα διαμελισμένη από την ξηρασία, τελείωνε η φυτεία.

Η γυναίκα σταμάτησε να τρώει.


-Βάλε τα παπούτσια σου, -είπε.   

articulo.mercadolibre.com.ve
Η μικρή κοίταξε προς τα έξω. Δεν είδε τίποτε περισσότερο από την έρημη πεδιάδα απ’ όπου το τρένο ξεκινούσε να τρέχει και πάλι, άλλα έβαλε στην τσάντα το τελευταίο κομμάτι γαλέτας και φόρεσε τα παπούτσια. Η γυναίκα της έδωσε την τσατσάρα.


-Χτενίσου, -είπε.

Το τρένο άρχισε να σφυρίζει ενόσω η μικρή χτενιζόταν. Η γυναίκα σφούγγισε τον ιδρώτα στο λαιμό και καθάρισε το λίπος του προσώπου με τα δάχτυλα. Όταν η μικρή τελείωσε με το χτένισμα, το τρένο πέρασε μπροστά από τα πρώτα σπίτια ενός χωριού πιο μεγάλου αλλά και πιο θλιμμένου από τα προηγούμενα.

-Αν είναι να κάνεις κάτι, κάντο τώρα -είπε η γυναίκα-. Μετά, και να πεθαίνεις της δίψας δεν έχει νερό πουθενά. Πάνω απ’ όλα, μην πας και κλάψεις.

Η μικρή συμφώνησε με το κεφάλι. Από το παραθυράκι έμπαινε ένας αέρας καυτός και ξηρός, ανακατεμένος με το σφύριγμα της ατμομηχανής και το βουητό των παλιών βαγονιών. Η γυναίκα τύλιξε την πλαστική τσάντα με τα υπόλοιπα φαγώσιμα και την έβαλε μέσα στην άλλη, από το ξεφτισμένο λουστρίνι. Για μια στιγμή, η συνολική όψη του χωριού, σε αυτήν την καταφώτιστη αυγουστιάτικη Τρίτη, άστραψε στο παραθυράκι. Η μικρή τύλιξε τα λουλούδια στις μουσκεμένες εφημερίδες, απομακρύνθηκε λίγο ακόμη από το παραθυράκι και κοίταξε έντονα την μαμά. Αυτή της αντέτεινε μια έκφραση γαλήνια. Το τρένο σταμάτησε να σφυρίζει κι ελάττωσε ταχύτητα. Μια στιγμή αργότερα σταμάτησε.  

Δεν υπήρχε κανείς στον σταθμό. Από την άλλη πλευρά του δρόμου, σ’ ένα πεζοδρόμιο σκιερό από αμυγδαλιές, ήταν ανοιχτή μόνο μια αίθουσα μπιλιάρδου. Το χωριό έπλεε στη ζέστη. Η γυναίκα και η μικρή κατέβηκαν από το τρένο, διέσχισαν τον εγκαταλελειμμένο σταθμό που οι πλάκες του άρχιζαν να κομματιάζονται από την πίεση του χορταριού, φτάνοντας στη σκιά του πεζοδρομίου.

Ήταν σχεδόν δύο. Εκείνη την ώρα, το χωριό έπαιρνε τη σιέστα του, θολωμένο από τον λήθαργο. Τα μπακάλικα, οι δημόσιες υπηρεσίες, το σχολείο του δήμου έκλειναν από τις έντεκα και δεν θα ξανάνοιγαν εως λίγο πριν από τις τέσσερις, όταν και περνούσε το τρένο της επιστροφής. Έμεναν ανοιχτά μονάχα το ξενοδοχείο απέναντι από τον σταθμό, η καντίνα και η αίθουσα μπιλιάρδου του, καθώς και το γραφείο του Τηλέγραφου στη μια μεριά της πλατείας. Τα σπίτια, στην πλειοψηφία τους κτισμένα σύμφωνα με το μοντέλο της εταιρίας μπανάνας, είχαν τις πόρτες κλειστές από μέσα και τα πατζούρια κατεβασμένα. Σε μερικά έκανε τόσο ζέστη που οι κάτοικοι τους γευμάτιζαν στην αυλή. Άλλοι πλάγιαζαν καθιστοί στη σκιά των αμυγδαλιών κι έπαιρναν τη σιέστα τους μες στον δρόμο.

Ψάχνοντας πάντα για προστασία από κάποια αμυγδαλιά η γυναίκα και η μικρή διείσδυσαν στο χωριό δίχως να ενοχλήσουν τις σιέστες των κατοίκων. Πήγαν κατευθείαν στο σπίτι του παπά. Η γυναίκα έξυσε με το νύχι το μεταλλικό πλέγμα της πόρτας, περίμενε λίγο και ξανακάλεσε. Στο εσωτερικό βούιζε ένας ηλεκτρικός ανεμιστήρας. Τα βήματα δεν ακούστηκαν. Ακούστηκε μόλις ένα ελαφρύ τρίξιμο πόρτας και, στη στιγμή, μια διστακτική φωνή κοντά στο μεταλλικό πλέγμα: «Ποιος είναι;». Η γυναίκα προσπάθησε να δει μέσα από το μεταλλικό πλέγμα.

-Χρειάζομαι τον πάτερ, -είπε.


-Τώρα κοιμάται.

Η πόρτα μισάνοιξε χωρίς θόρυβο κι εμφανίστηκε μια γυναίκα ώριμη και τροφαντή. Το δέρμα του προσώπου της ήταν χλωμό και το χρώμα των μαλλιών της παρέπεμπε σε σίδερο. Τα μάτια έμοιαζαν υπερβολικά μικρά πίσω από τα χοντρά κρύσταλλα των γυαλιών της.

-Ακολουθήστε, -είπε και άνοιξε την πόρτα.

Μπήκαν σε μια σάλα ποτισμένη από μπαγιάτικη μυρωδιά λουλουδιών. Η γυναίκα του σπιτιού τις οδήγησε σε ένα ξύλινο πάγκο και τους έγνεψε να καθίσουν. Η μικρή το έκανε, αλλά η μητέρα παρέμεινε όρθια, μες στις σκέψεις της και με την τσάντα από λουστρίνι σφιχτά στα δυο της χέρια. Τίποτε δεν ακουγόταν πίσω από τον ηλεκτρικό ανεμιστήρα.

Η γυναίκα του σπιτιού εμφανίστηκε στην πόρτα στο βάθος.

-Λέει να έρθετε μετά τις τρεις, -είπε χαμηλόφωνα-. Ξάπλωσε πριν πέντε λεπτά.


-Το τρένο φεύγει στις τρεισήμισι, -είπε η γυναίκα.

Ήταν μια απάντηση σύντομη, αποφασιστική, όμως η φωνή συνέχιζε να είναι γαλήνια, χρωματισμένη ποικιλοτρόπως. Η γυναίκα του σπιτιού χαμογέλασε για πρώτη φορά.

-Ωραία, -είπε.

Όταν η πόρτα στο βάθος ξανάκλεισε, η γυναίκα κάθισε δίπλα στην κόρη της. Η στενή σάλα αναμονής ήταν φτωχική, τακτοποιημένη και καθαρή. Στην άλλη άκρη μιας ξύλινης κουπαστής που χώριζε το δωμάτιο, υπήρχε ένα τραπέζι εργασίας, απλό, στρωμένο με μουσαμά και πάνω του μια γραφομηχανή δίπλα σ’ ένα βάζο με λουλούδια. Πίσω του ήταν τα αρχεία της ενορίας. Η τάξη του γραφείου πρόδιδε το χέρι γυναίκας μόνης.

Η πόρτα στο βάθος άνοιξε κι αυτή την φορά εμφανίστηκε ο ιερέας καθαρίζοντας τα γυαλιά του. Μονάχα όταν τα φόρεσε έγινε προφανές ότι επρόκειτο για τον αδερφό της γυναίκας που είχε ανοίξει την πόρτα.

-Τι να σας προσφέρουμε; -ρώτησε.

-Τα κλειδιά του νεκροταφείου, -είπε η γυναίκα

Η μικρή καθόταν με τα λουλούδια αγκαλιά και τα πόδια σταυρωμένα κάτω από τον πάγκο. Ο ιερέας την κοίταξε, μετά κοίταξε τη γυναίκα κι έπειτα τον ασυννέφιαστο ουρανό, μέσα από το μεταλλικό πλέγμα στο παράθυρο.

-Μ’ αυτήν την ζέστη… -είπε-. Μπορούσατε να περιμένετε να πέσει ο ήλιος.

Η γυναίκα κούνησε το κεφάλι σιωπηλά. Ο ιερέας πέρασε από την άλλη μεριά της κουπαστής, έβγαλε από το ντουλάπι ένα τετράδιο ντυμένο με μουσαμά, μια πένα με φτερό κι ένα μελανοδοχείο, και κάθισε στο τραπέζι. Οι τρίχες που του έλειπαν απ’ το κεφάλι τού περίσσευαν στα χέρια.

-Ποιον τάφο θέλετε να επισκεφθείτε; -ρώτησε.

-Του Κάρλος Σεντένο –είπε η γυναίκα.

-Ποιον;

-Κάρλος Σεντένο –επανέλαβε η γυναίκα.

Ο πάτερ συνέχισε να μην καταλαβαίνει.

-Είναι ο κλέφτης που σκότωσαν εδώ την περασμένη βδομάδα –είπε η γυναίκα στον ίδιο τόνο- εγώ είμαι η μητέρα του.

Ο ιερέας την κοίταξε διερευνητικά. Αυτή τον κοιτούσε επίμονα, με μια ήρεμη δύναμη και ο παπάς κοκκίνισε. Κατέβασε το κεφάλι για να γράψει. Όσο γέμιζε την κόλλα ζητούσε από την γυναίκα στοιχεία της ταυτότητας της κι εκείνη απαντούσε ακόμπιαστα, λες και τα διάβαζε. Ο παπάς άρχισε να ιδρώνει. Η μικρή ξεκούμπωσε το λουράκι του αριστερού παπουτσιού, το έβγαλε από την φτέρνα και το ακούμπησε στην κολώνα του τοίχου. Έκανε το ίδιο και με το δεξί.

lasiestadelmartes.blogspot
Όλα είχαν αρχίσει την Δευτέρα της προηγούμενης εβδομάδας, στις τρεις τα ξημερώματα, λίγα τετράγωνα από εκεί. Η κυρία Ρεβέκκα, μια μοναχική χήρα που ζούσε σ’ ένα σπίτι γεμάτο παλιατζούρες, αισθάνθηκε μέσα από τον ήχο της ψιχάλας ότι κάποιος προσπαθούσε να παραβιάσει την εξώπορτα. Σηκώθηκε, έψαξε στα τυφλά, μέσα στη ντουλάπα, ένα περίστροφο αρχαίο που κανείς δεν είχε χρησιμοποιήσει, από τον καιρό του συνταγματάρχη Αουρελιάνο Μπουεντία και πήγε στην σάλα χωρίς να ανάψει τα φώτα. Οδηγημένη όχι τόσο από τον θόρυβο στην κλειδαριά, όσο από έναν τρόμο που της είχε αναπτυχθεί αυτά τα 28 χρόνια μοναξιάς, εντόπισε όχι μόνο το μέρος οπού βρισκόταν η πόρτα αλλά και το ακριβές ύψος της κλειδαριάς. Χούφτωσε το όπλο και με τα δυο της χέρια, έκλεισε τα μάτια και πάτησε την σκανδάλη. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή της που πυροβολούσε με ρεβόλβερ. Αμέσως μετά την εκπυρσοκρότηση δεν άκουγε τίποτα περισσότερο από τον ήχο της ψιχάλας στην τσίγκινη σκεπή. Μετά αντιλήφθηκε έναν μεταλλικό χτύπο στο τσιμεντένιο πεζοδρόμιο και μια φωνούλα γαλήνια και τρομερά εξουθενωμένη: «Αχ, μάνα μου». Ο άνδρας που ξημερώθηκε νεκρός μπροστά στο σπίτι, με την μύτη κομματιασμένη, φορούσε μια φανέλα ριγέ χρωματιστή, ένα παντελόνι της σειράς με ένα σχοινί αντί για ζώνη, και ήταν ξυπόλυτος. Κανείς δεν τον γνώριζε στο χωριό.

-Ώστε λεγόταν Κάρλος Σεντένο, -μουρμούρισε ο παπάς όταν σταμάτησε να γράφει.

-Σεντένο Αγιάλα -είπε η γυναίκα- ήταν ο μοναδικός άνδρας στην οικογένεια. 
      
Ο ιερέας γύρισε στο ντουλάπι. Κρεμασμένα σ’ ένα καρφί στο εσωτερικό της πόρτας είχε δυο μεγάλα σκουριασμένα κλειδιά, όπως φανταζόταν η μικρή κι όπως φανταζόταν η μητέρα όταν ήταν μικρή κι όπως θα έπρεπε να φανταζόταν κι ο ίδιος ο ιερέας, ότι ήταν τα κλειδιά του Άγιου Πέτρου. Τα ξεκρέμασε, τα έβαλε στο ανοιχτό τετράδιο πάνω στην κουπαστή κι έδειξε με τον δείκτη ένα μέρος στη γραμμένη σελίδα, κοιτάζοντας τη γυναίκα.

-Υπογράψτε εδώ.

Η γυναίκα μουτζούρωσε το όνομα της, κρατώντας την τσάντα από λουστρίνι κάτω από την μασχάλη. Η μικρή μάζεψε τα λουλούδια, κατευθύνθηκε στην κουπαστή σέρνοντας τα παπούτσια και παρατήρησε προσεκτικά την μητέρα της.

Ο πάτερ ψιθύρισε:

-Προσπαθήσατε ποτέ να τον φέρετε στον ίσιο δρόμο;

Η γυναίκα απάντησε, αφού τελείωσε με την υπογραφή:

-Ήταν πολύ καλός άνθρωπος.

Ο ιερέας κοίταξε εναλλάξ την γυναίκα και την μικρή και βεβαιώθηκε, με ένα είδος μεγαλόψυχου θαυμασμού, ότι δεν ήταν έτοιμες να κλάψουν. Η γυναικά συνέχιζε απτόητη:

-Εγώ του έλεγα να μην κλέψει ποτέ κάτι που θα έλειπε από κάποιον για να φάει κι εκείνος με άκουγε. Αντίθετα, πριν, όταν ήταν μποξέρ, περνούσε μέχρι και τρεις μέρες στο κρεβάτι καθηλωμένος από τους πόνους.

-Χρειάστηκε να βγάλει όλα του τα δόντια –παρενέβη η μικρή.

-Έτσι είναι –επιβεβαίωσε η γυναίκα- κάθε μπουκιά που έτρωγα, τον καιρό εκείνο, μου έφερνε στο στόμα τα χτυπήματα που έτρωγε ο γιος μου τα σαββατόβραδα.

-Άγνωσται αι βουλαί του Κυρίου –είπε ο παπάς.

Ωστόσο το είπε χωρίς ιδιαίτερη πειθώ, λίγο γιατί η εμπειρία τον είχε κάνει κάπως σκεπτικιστή, λίγο λόγω ζέστης. Τους σύστησε να καλύψουν το κεφάλι για να αποφύγουν την ηλίαση. Τους υπέδειξε, νυσταγμένος, σχεδόν κοιμόταν πια, πώς θα έβρισκαν τον τάφο του Κάρλος Σεντένο. Στην επιστροφή δεν χρειαζόταν να χτυπήσουν, απλά να βάλουν το κλειδί κάτω από την πόρτα και, αν είχαν, μια μικρή ελεημοσύνη για την Εκκλησία. Η γυναίκα άκουσε τις εξηγήσεις με μεγάλη προσοχή, αλλά ευχαρίστησε αγέλαστη.

Πριν ακόμη ανοίξει την εξώπορτα ο παπάς είχε καταλάβει ότι κάποιος κοιτούσε προς τα μέσα, κάτι μύτες κολλημένες στο μεταλλικό πλέγμα. Ήταν μια ομάδα παιδιών που, όταν η πόρτα άνοιξε τελείως, διαλύθηκαν. Εκείνη την ώρα, συνήθως, δεν υπήρχε κανείς στον δρόμο. Τώρα δεν ήταν μόνο τα παιδιά, είχε παρέες κάτω από τις αμυγδαλιές. Ο πάτερ έλεγξε τον παραποιημένο, από την αντανάκλαση, δρόμο και τότε κατάλαβε. Ξανάκλεισε απαλά την πόρτα.

-Περιμέντε ένα λεπτό –είπε, χωρίς να κοιτάξει την γυναίκα.

Η αδερφή του εμφανίστηκε στην πόρτα στο βάθος, με μια ζακέτα μαύρη πάνω από τη νυχτικιά και τα μαλλιά ριγμένα στους ώμους. Κοίταξε τον πάτερ σιωπηλά.

-Τι έγινε; –ρώτησε αυτός.

-Ο κόσμος έχει καταλάβει –μουρμούρισε η αδερφή του.

-Καλύτερα να βγουν από την πόρτα της αυλής –είπε ο πάτερ.

-Το ίδιο κάνει –είπε η αδερφή του- όλος ο κόσμος είναι στα παράθυρα.

Η γυναίκα έδειχνε να μην έχει καταλάβει μέχρι εκείνη την στιγμή. Έκανε να δει τον δρόμο από το μεταλλικό πλέγμα. Μετά πήρε τα λουλούδια από την μικρή και κίνησε προς την πόρτα. Η μικρή την ακολούθησε.

-Περιμέντε να πέσει ο ήλιος –είπε ο πάτερ.

-Θα λιώσετε, –είπε η αδερφή του ακίνητη στο βάθος της σάλας- περιμέντε και θα σας δανείσω μια ομπρέλα.

-Ευχαριστούμε –αποκρίθηκε η γυναίκα- κι έτσι καλά είμαστε.

Έπιασε την μικρή από το χέρι και βγήκε στον δρόμο.
 
miqueliceta.wordpress

Απόδοση στα ελληνικά: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου
          

Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014

"Συνομιλίες με φανταστικά πρόσωπα ,κατά προτίμηση νεκρούς και αγγέλους" του Αλέξανδρου Μιχαηλίδη



 Ο φίλος και συμφοιτητής Αλέξανδρος Μιχαηλίδης δωρίζει στο μπλογκ το δοκίμιο του "Συνομιλίες με φανταστικά πρόσωπα ,κατά προτίμηση νεκρούς και  αγγέλους". Πρόκειται για ένα στοχαστικό κείμενο-αναδρομή στην ισπανόφωνη λογοτεχνία ή μετα-λογοτεχνία (η ύπαρξη/ανάδειξη της λογοτεχνίας μέσα στην ίδια). Τον ευχαριστώ από καρδιάς.

 
metrogreece.gr
Κάποιο τυχαίο πρωινό μέσα στο προτσές του χρόνου ξυπνάμε αργοπορημένοι κοιτάζοντας τα πρόσωπά μας στο καθρέφτη. Μια παραπάνω ρυτίδα, ίσως. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα στη γωνία του γνωστού δρόμου , έξω στο κόσμο της εγρήγορσης νιώθουμε μια αλλόκοτη έκπληξη για πρόσωπα που κινούνται σε παράλληλες ή κάθετες πορείες με εμάς. Εφαπτόμαστε σχεδόν. Είναι φορές που νιώθουμε μια αυθόρμητη οικειότητα με πολλούς. Φανταζόμαστε, για να γίνω σαφέστερος ότι  υπάρχει έστω μια φευγαλέα κοινή οπτική, το ταξίδι , ο “δρόμος” κι αν όχι, κρατώ τα κοινά μορφολογικά εξωτερικά χαρακτηριστικά. Εν κατακλείδι, με άγνωστα-γνωστά πρόσωπα ήθελα να ασχοληθούμε, πείτε το προσωπικό στοίχημα, καθότι ένιωσα την ανάγκη ότι στα γραπτά τους έχει κατακαθίσει η σκόνη της λήθης και του φαύλου καιρού. 
 
Αν ο Οιδίποδας ήταν γιός της μοίρας της τυφλής που όρισαν οι θεοί στη πορεία της πτώσης ενός θρόνου, τότε ο Miguel de Cervantes ( 1547-1616 ) είναι ο “ κλειδοκράτορας ” ενός λόγου που εκφραστικά και νοηματικά θα θέσει τα θεμέλια της μοντέρνας γραφής και ίσως εξαιτίας του, όσο μεγαλόστομο κι ακούγεται, θα αλλάξει τους συσχετισμούς πάνω στις έννοιες, ρεαλιστικό και φανταστικό. Βρισκόμαστε στον 17ο αιώνα που για την Ισπανία θεωρείται η περίοδος του χρυσού αιώνα των γραμμάτων ,ο αιώνας του μπαρόκ, ο οποίος δεν λειτουργεί ως τέτοιος, αφού είναι έκδηλη μια δυσπιστία ,απαισιοδοξία και προβληματισμός από το γεγονός ότι η Ισπανία, απ την στιγμή της ενθρόνισης του Felipe III,χάνει την ηγεμονική πρωτοκαθεδρία  και την θέση της παίρνει η Γαλλία[1]. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η λογοτεχνική έκφραση και γενικά η τέχνη, θα αποκτήσει  αντικρουόμενα  χαρακτηριστικά. Από τη μία, ως κοντραπούντο ισχύει μια “εύθυμη αναισθησία” κι απ την άλλη, ο σκεπτικισμός, ο οποίος θα επαναφέρει την θρησκευτική συνείδηση του καθολικισμού στον υπέρτατο βαθμό.

Σε αυτό το διαμορφωμένο τοπίο ο Cervantes,θα εισάγει στη λογοτεχνική παλέτα ,έναν ιδιόμορφο χαρακτήρα, τον Δον Κιχώτη, ο οποίος μπολιάζει την ιδιαιτερότητα ενός ευγενούς ,αναγεννησιακής καταβολής ( εξευγενισμένη γλώσσα ,ιπποτικά χαρακτηριστικά ). “Πυξίδα” του δεν είναι η προσήλωση  στο πατριωτικό καθήκον ,όπως έκαναν άλλοι ιππότες πρωταγωνιστές αναγεννησιακών ποιητικών συλλογών ( Amadises ), αλλά ο άκρατος ιδεαλισμός υποκινούμενος απ τη κινητήρια δύναμη του έρωτα.  Κοντά του ο πραγματιστής Σάντσο, a priori πιστός στις ατέλειες του ρόλου του κοντόφθαλμου υπηρέτη. Προσδοκά το υψηλότερο υλιστικό όφελος, και μόνο προς το τέλος, αρχίζει να συμπεριφέρεται όπως ο Δον Κιχώτης, με αυτοθυσία και αλτρουισμό. Σε τοπία διανθισμένα με ανεμόμυλους, οροσειρές, σπηλιές,  ο Cervantes εμποτίζει το κείμενο με την αρετή του τρελού. Παρόμοιος όρος, με αυτόν που χρησιμοποίησε περίπου τρείς αιώνες αργότερα, ο Νίκος Καζαντζάκης σκιαγραφώντας τον ήρωα: “ …όλη η ζωή παραπονιάρης μύθος στου νου του την ανέμη ακροτυλίχτη ∙ κι αυτός απ του Θεού κινάει το βύθος, μες στου ονείρου σφαράζοντας το δίχτυ και μπαίνει στο βασίλειο της καλής του. Συνάστερο το μέγα μεσανύχτι θρηνιέται και μαδάει κατακορφής του∙ μα αυτός ,βουβός,το μαύρο σπιρουνίζει, κι αγάλια ,ξεπνεμένος,της ψυχής του το ανέλπιδο ανηφόρι ανηφορίζει”[2]  

nyork.cervantes.es
Ο Δον Κιχώτης αναπνέει με στόχο ένα ουτοπικό όνειρο ,το οποίο θα τον οδηγήσει στη παράκρουση. Ο Cervantes,θέλοντας να βρει τον ιδανικότερο τρόπο αθανασίας του δημιουργήματος του, θα εφεύρει τον Alonso Quijano, όταν ήδη ο Δον Κιχώτης αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι είναι νεκρός, κι ότι το πρόσωπο που τον υποδύεται ανήκει κάπου αλλού. Τότε ακριβώς, τοποθετεί τη μάσκα του θανάτου. Δεν έχει επαφή με τον πραγματικό χρόνο. Σύμφωνα με τον Octavio Paz ( 1914-1998, μεξικανός δοκιμιογράφος ) εκείνη ακριβώς τη στιγμή της φυγής  ταυτίζεται ο Baudelaire, σκιαγραφώντας ως “ trou  ” το κενό.[3]
 
Είναι ανεπανάληπτος ο τρόπος που ο Cervantes μέσω του Δον Κιχώτη αντιμετωπίζει το τέλος. Δεν σαστίζει, ούτε  βλέπει τον θάνατο με θεολογική ρητορία. Σας παραθέτουμε το εδάφιο με τα τελευταία του λόγια, απευθυνόμενος στον Σάντσο: “ Συγχώρεσε με φίλε,  την ευκαιρία που σου έδωσα να νιώσεις τρελός όπως εγώ, κάνοντας σε να πέσεις στο λάθος στο οποίο έπεσα κι εγώ, ότι υπήρξαν και υπάρχουν και τώρα ευγενείς περιπλανώμενοι ιππότες στον κόσμο. ”[4]

Ένα επίσης ανεξίτηλο δείγμα γραφής ,γεμάτο εμβρίθεια και βεβαίως, μια υπαρκτή δόση μεταφυσικής οπτικής εμπεριέχει ο επίσης ισπανός, Francisco de Quevedo ( 1580-1645 ). Μια αινιγματική προσωπικότητα των γραμμάτων της περιόδου του ισπανικού μπαρόκ, κατάφερε να φτάσει τα δίπολα ως τα άκρα. Αντιπαραβάλει στην έννοια θάνατος, την έννοια έρωτας, στο εξαιρετικό του σονέτο , Amor constante más alla de la muerte ( Ο πιστός έρωτας πιο πέρα απo το θάνατο ) .Στη τελευταία στροφή του σονέτου η δύναμη της μεταφυσικής οπτικής φαίνεται στις λέξεις που χρησιμοποιεί: “ .. το σώμα του θα εγκαταλείψει ,όχι τη φροντίδα του, στάχτη  θα ναι και θα χει σημασία, σκόνη θα γίνει, μια σκόνη που θα περιέχει έρωτα[5]  ”. Οι προσωποποιήσεις του ποιητή ,όσον αφορά την διατύπωση της έννοιας του θανάτου, ως postrera sombra: κατοπινή σκιά, ribera: όχθη ,ή ακόμη ως ley severa: αυστηρός νόμος, δεν μας αφήνουν αδιάφορους. Η επιτηδευμένη αισθητική του ( conceptismo   ) βασίζεται απ τη μία στο αισθητικό ιταλικό μοντέλο ,μάλιστα μέντορας του υπήρξε ο Σενέκας ,όμως η άλλη του πλευρά, ανιχνεύεται και σε μορφή ποίησης αλλά και σε φωτεινά κομμάτια πρόζας, όπως κάποια χαρακτηριστικά εδάφια απ το έργο του, los Sueños ( Όνειρα ).

Στα «Όνειρα», ο λόγος του Quevedo  αποκτά σατιρική χροιά, και παρότι ρίχνει κλεφτές ματιές στο Δάντη: Juicio Final,  “....νιώθει ρίγος με τον τρόπο με τον οποίο ,οι ψυχές εκδιώχνονται  απ τα σώματα, άλλες αηδιασμένες άλλες φοβισμένες, απ τα παλιά τους σαρκία. Παρακολουθεί την προνοητικότητα του Θεού, ο οποίος ανακατεύοντας τους μεν με τους δε , θα ανακαλύψει ότι κανείς ,ίσως από σφάλμα στο μέτρημα δεν πρόβαρε τα πόδια ή τα άλλα μέλη των διπλανών του. ”[6]. Υποκλινόμαστε  στο κυνικό  μεγαλείο των “ ονείρων ” ,τα οποία  δημοσιεύονται το 1626.  Στον Quevedo, η συμπύκνωση γλώσσας και ποίησης παράγει λεπτές δυαδικότητες, όπου ο σαρκασμός συνυπάρχει με τη διδακτική χροιά και η γιορτινή πλευρά του κόσμου με την έλξη που αποπνέει η ποιότητα του λόγου του, συνδυασμός που  θυμίζει ιστό αράχνης .Είναι απλά μοναδικός.[7]
 
Μετακινούμενοι με τη σκάλα του χρόνου μεταφερόμαστε στα μέσα της δεκαετίας του  1950, ατενίζοντας το διήγημα του Gabriel García Márquez, “ Un señor muy viejo con alas enormes[8]. Ο συγγραφέας βιώνει τα “ απόνερα ” ενός νοσηρού πολιτικο-κοινωνικού σκηνικού που έχει διαμορφωθεί στη χώρα του, τη Κολομβία ήδη από το 1948,που έχει ως συνέπεια όλο το σκοτεινό “ κλίμα ” να μεταφερθεί στο έργο του σε αυτή τη πρώτη του λογοτεχνική περίοδο.  Η ιστορία αυτού του εκμαυλιστικού πονήματος , μέχρι σημείου παράκρουσης ,αναφέρεται στην οικογένεια του Πελάγιο και της Ελισέντα , ενός ζευγαριού κάπου στη Καραϊβική. Κοντά τους θα προσγειωθεί ένα αφύσικο “όν” ,με βρώμικα ρούχα , μαδημένο κεφάλι , σπασμένα δόντια , μώλωπες και λερωμένα φτερά αγγέλου.[9]

literatura-tecnologia-jovenes.blogspot.com
Το “ όν ” δεν μίλαγε κάποιο γνώριμο ιδίωμα, απλά γίνεται αποδεκτό απ το ζευγάρι γιατί είχε “ όμορφη φωνή ταξιδευτή  ”- λογοτεχνική επινόηση του συγγραφέα, που από εδώ και στο εξής, θα γνωρίσει στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, τον όρο , Realismo mágico ( Μαγικός Ρεαλισμός ). Στο συγκεκριμένο διήγημα, απλά ψηλαφιούνται οι πρώτες ενδείξεις της τεχνοτροπίας του, που θα μετεξελιχθεί και θα κατασταλάξει στο έργο , Cien años de soledad (1967). Ο García Márquez στο διήγημα μας, χρησιμοποιεί σχεδόν απ την αρχή ως το τέλος, ένα τρόπο αφήγησης σε χρόνο παρελθοντικό- όπου το “ παιδί ” μόλις είχε γεννηθεί ή ακόμη, όταν το παιδί πήγε σχολείο. Σαρκασμός και θυμηδία θα προκαλέσει ο εγκλεισμός του σε κοτέτσι-κλουβί και ο λιθοβολισμός του απ την κοινωνία του χωριού. 

 Ο συγγραφέας θα επιχειρήσει μια έμμεση γελοιοποίηση της θρησκευτικής εξουσίας, στη σκηνή που ο παπάς  αντικρίζοντας το όν ,αποφαίνεται πως παρά τις εξεζητημένες προσπάθειές του, το όν δεν νιώθει τη γλώσσα του Θεού. Ο οπορτουνισμός και η φιλαργυρία θα ξεπεράσει κάθε λογική, όταν το ζευγάρι θα κόψει εισιτήριο σε όποιον ήθελε να δει τον Άγγελο. Η υποτίμηση του Αγγέλου θα φανεί με την εμφάνιση μιας γυναίκας αράχνης, που ξέχωρα για την υπερβολή πολύ του γούστου του συγγραφέα, θα τονιστεί η αυξανόμενη αδιαφορία του κόσμου για το ακανόνιστο των θαυμάτων. Τα θαύματα, όπως αποκαλούσαν οι κάτοικοι, τους φαίνονταν ως χλευασμός. Σε αυτό τον ιδιότυπο επίγειο κόσμο ,ο συγγραφέας  δίχως άλλο, θα επινοήσει μια επίγεια κόλαση σε αντιπαραβολή με τον κόσμο του αγγέλου, ο οποίος χλευάζεται ,πετροβολείται και ματώνεται.[10]

Όταν πια ο Άγγελος αποσυντίθεται όλα επιστρέφουν στην αρχική τους μονοτονία. Δεν υπάρχει ο “ διαφορετικός ” ανάμεσά τους ,κι απλά η επίσκεψη του θα συντηρηθεί στο τετραγωνισμένο μυαλό τους ως μια απλή αναφορά στον θαλάσσιο ορίζοντα. Ο κόσμος του Γκαρσία Μάρκες, είναι τόσο ελκυστικά  “ μαγευτικός ” που οι λέξεις περιττεύουν.

Ολοκληρώνοντας την ιδιότυπη αυτή συνάντηση   με τους δημιουργούς και τα πρόσωπα που επιλέχθηκαν ,δεν μπορούμε να μείνουμε αμέτοχοι μπροστά στη δημιουργία του Αργεντινού συγγραφέα, Julio Cortázar ( 1914-1984 ). Παίρνοντας τις κατευθυντήριες συνιστώσες του ιδίου στη συλλογή διηγημάτων, Final del juego (1964) [11] και ειδικότερα στο διήγημα, La noche boca arriba[12], βεβαιωνόμαστε ότι υπάρχει μια ξεκάθαρη κατεύθυνση απ τη πλευρά του να σβήσει τα γνωστικά όρια, τα οποία έχουν επιβληθεί στην ανθρώπινη σκέψη από την φιλοσοφία και επιστήμη του 19ου αιώνα. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως ο όρος boom στην λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία, ουσιαστικά θα σημάνει ένα restart στη δυναμική με την οποία, η λατινοαμερικάνικη σχολή, θα εκλάβει νέα στιλιστικά δεδομένα που ακολούθως θα σας  παραθέσουμε.[13]
Ο κοσμοπολίτης γενικότερα, Χούλιο Κορτάσαρ  θα εισάγει:
Α. ένα παράξενο γεγονός εν μέσω ενός κοινότυπου τόπου ( ένα τροχαίο ατύχημα στη μέση μιας πόλης )
Β. εξέλιξη των ιδεών υπό το πρίσμα ενός ανακλητού ονείρου ή εφιάλτη
Γ. ανταλλαγή ή καλύτερα, ετεροδανεισμός χαρακτηριστικών μεταξύ των πρωταγωνιστών του. Ο α γίνεται β, και ο β επανέρχεται στα χαρακτηριστικά του α.
Δ.  διαρκή εναλλαγή του κοινώς εννοούμενου χρόνου ,χαρακτηριστικό που ανιχνεύσαμε και στον García Márquez . Έτσι παρελθόν, παρόν και μέλλον αναμιγνύονται.
Ε. υπερβολική έκθεση του χρονικού ορίζοντα και του τόπου, χαρακτηριστικό του  συγγραφέα που επιτρέπει στον πρωταγωνιστή  να σκέπτεται και να δρα νοητικά στις διαφοροποιημένες  χρονικά αιτιακές  συνθήκες.[14]

Η ιστορία της “Μιας νύχτας ανάσκελα” επικεντρώνεται στη διήγηση του ατυχήματος ενός μοτοσικλετιστή ,το χειρουργείο και την ανάρρωσή του στον ορίζοντα μιας μοντέρνας πόλης. Καθώς ο ανώνυμος πρωταγωνιστής αναρρώνει στην εντατική του νοσοκομείου, αρχίζει να βλέπει μια σειρά από όνειρα που του προκαλούν τρομερό δέος. Φτάνει δηλαδή στο σημείο, να καταλαβαίνει πράγματα τα οποία κοινώς, δεν μπορούν να εξηγηθούν υπό το πρίσμα μόνο του ονειρικού: “….Ως όνειρο ήταν παράξενο γιατί ήταν γεμάτο μυρωδιές, κι αυτός ποτέ δεν ονειρευόταν μυρωδιές.”. Κι ύστερα ακολουθεί η εκτροπή του συγγραφέα από ένα κοινότυπο δωμάτιο νοσοκομείου στη μεταφορά του πρωταγωνιστή στο επίκεντρο μάχης φυλών της προκολομβιανής Αμερικής, μεταξύ Αζτέκων και Μοτέκων.


lautarodelgado.bligoo.com
Συνοψίζοντας, ο πρωταγωνιστής  μεταφέρεται από το όνειρο του πόνου σε ένα άλλο όνειρο, όπου ως πολεμιστής Μοτέκα γλιτώνει σε πρώτη φάση τον θάνατο. [15] Σε δύσκολα σημεία της αφήγησης κι ενώ εξελίσσεται η δράση και η καταδίωξη του πολεμιστή Μοτέκα στους βάλτους και στα αρχέγονα μονοπάτια, το μαγικό ραβδάκι του συγγραφέα ξυπνά τον μοτοσικλετιστή απ τον εφιάλτη του. Δεν μας δίνει καμία ξεκάθαρη πληροφορία γιατί επαναλαμβάνεται τόσο τακτικά ο εφιάλτης αυτός, που θέτει τον άνθρωπο αυτό, σε τέτοιο κίνδυνο και αβεβαιότητα .Και ορθώς πράττει κατά τη γνώμη μας, γιατί η συγκεκριμένη υπερ-έκθεση στο αλλόκοτο απογειώνει τη γραφή και κρατά το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος.  Ήθελε να τρέξει ,όμως τα δυνατά ρίγη τυμπάνιζαν δίπλα του. Στο σκοτεινό μονοπάτι έψαξε το βήμα. Το πότε ακριβώς αισθάνθηκε το απεχθές φύσημα της μυρωδιάς που πάντα φοβόταν και πήδηξε απελπισμένος προς τα εμπρός.   Θα πέσετε απ το κρεβάτι-ψέλλισε ο άρρωστος απ το διπλανό κρεβάτι. Μη τραντάζεστε τόσο πολύ κολλητέ! Άνοιξε τα μάτια, ήταν απόγευμα με τον ήλιο ήδη κάτω απ τα παράθυρα της μακριάς σάλας…”[16] 

Ο μοτοσικλετιστής όσο και να θέλει να μείνει με τα βλέφαρα ανοιχτά και να περιηγηθεί με τα μάτια στα διπλανά κρεβάτια, στο μπουκάλι του ορού, στο δίσκο στο κομοδίνο δίπλα του δεν τα κατάφερε. Έτσι πιασμένος απ τους κυνηγούς του, οδηγείται στο βωμό προαισθανόμενος το τέλος του μυρίζοντας το αίμα του θυσιαστή του. Εκεί στο βωμό λοιπόν ως πολεμιστής  τοποθετείται  ανάσκελα με τα μάτια σφαλισμένα και γίνεται θυσία στους θεούς δίπλα στους αναμμένους πυρσούς.
  
Η γραφή του Julio Cortázar βρίσκει αιτίες και βάσεις διαλογιζόμενη με τα άκρα με σκοπό μια πιο εμπεριστατωμένη άποψη των μικρών πραγμάτων . Οι επινοήσεις του βοήθησαν και θα βοηθήσουν περισσότερο το μάτι να γυμναστεί στο απρόβλεπτο, να διαλογιστεί με τα σύμβολα, τις κινούμενες εικόνες, στο χάος της προσωπικής  χρονικής του “ασυμμετρίας”  ως  σύνθεση ή ως τεμαχισμένη γραφή. Νιώθοντας ευγνώμονες ζωντανοί  υποσχόμαστε να επανέλθουμε σύντομα.
                                                                                 

                                                                        La literatura es mentir bien la verdad[17]
                                                                                               Juan Carlos Onetti


ΥΓ. Ήθελα να ευχαριστήσω ιδιαίτερα την Ειρήνη Οικονόμου για την ματιά της . Επίσης  τη καθηγήτρια μου στο β έτος του ΕΑΠ, María José Sánchez, η οποία μας πρωτοσύστησε τον Julio Cortázar ως γραφή, αλλά και την δασκάλα μου της ισπανικής λογοτεχνίας Virginia López Recio- Αγγελή, η οποία μου μετέδωσε τη φλόγα που εμπεριέχει η ισπανική λογοτεχνία διαμέσου των αιώνων.

Για παρατηρήσεις/σχόλια απ'ευθείας με τον συντάκτη του κειμένου, Αλέξανδρο Μιχαηλίδη:

alexalfarer@hotmail.com






[1] García López , Historia de la Literatura Española, ed.Vicens Vives,Barcelona,2009:260,261
[2] Καζαντζάκης Ν., Ταξιδεύοντας Ισπανία, εκδ. Καζαντζάκη,Αθήνα,2009:135-139
García López, op.cit. σς.282-283
[4] Barroso A..,et al., Introducción a la Literatura Española a través de los textos,vol.I,ed.Istmo,2001,Madrid:370-371
[5] “ …su cuerpo dejará,no su cuidado; serán cenizas más tendrá sentido/…más polvo enamorado. ” Ibíd,σ.416
[6] García López, op.cit. :316,317,322
[7] Barroso A. et al., op.cit :416-418
[8] “ Ένας κύριος πολύ ηλικιωμένος  με τεράστια φτερά” μτφ .δική μας
[9] Burgos F., El Cuento Hispanoamericano en el siglo XX, V.II :150-157
Καραγεώργου-Μπαστέα Χ., Guía de la Literatura de América Latina II,ΕΑΠ, Πάτρα,2002:139-140
[10] Ibid, σς.139-140
Oviedo J.M., Antología del cuento hispanoamericano del siglo XX , V.II (1920-1980):157-159
[11] « Τέλος του Παιχνιδιού»μτφ. δική μας
[12] «Η νύχτα ανάσκελα»μτφ .δική μας
[13] Chang R, Filer M., Voces de Hispanoamérica,Antología literaria ,ed Thomson Heinle, Boston 2004:412-413
[15] Íbid
[16] Cortázar J.,Los relatos .Ritos.Madrid:Alianza editorial,1984,p.3
[17]  “Λογοτεχνία είναι να βρίσκεις αληθοφανή ψέματα” ελεύθ .μτφ.