Παρασκευή 8 Ιουλίου 2016

Άνα Μαρία Ματούτε: Το ξερό κλαδί (La rama seca)



Η ισπανίδα συγγραφέας Άνα Μαρία Ματούτε (1925-2014) υπήρξε μία από τις σημαντικότερες φωνές μεταπολεμικά της ιβηρικής χώρας. Μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας της Ισπανίας, έγινε η τρίτη μόλις γυναίκα που βραβεύτηκε με το Βραβείο Θερβάντες το 2010. Το διήγημα της La rama seca, του οποίου η μετάφραση ακολουθεί, εκδόθηκε το 1961.
 
Foto: elmundo.es

Το ξερό κλαδί,
της Άνα Μαρία Ματούτε

Ήταν μόλις τριών χρονώ και ακόμη δεν την παίρνανε στους αγρούς. Ήταν ο καιρός της σοδειάς, με μια ζέστη μεγάλη, ζεματιστή, απάνω στα μονοπάτια. Την αφήνανε στο σπίτι, κλεισμένη με κλειδί, και της λέγανε:

-Να είσαι καλή, να μην κανείς φασαρία: κι αν, πες, σου συμβεί κάτι, βγες στο παράθυρο και φώναξε τη δόνα Κλεμεντίνα. 

Κείνη έλεγε ναι με το κεφάλι. Όμως τίποτα δεν της συνέβαινε ποτέ, και περνούσε τη μέρα καθισμένη στην άκρη του παραθυριού, παίζοντας με την «Πίπη».

Η δόνα Κλεμεντίνα την έβλεπε από το κτηματάκι της. Τα σπίτια τους ήταν κολλημένα το ένα στο άλλο, αν και της δόνα Κλεμεντίνα ήταν πολύ πιο μεγάλο, κι είχε, επιπλέον, ένα κτήμα με μια αχλαδιά και δυο δαμασκηνιές. Στην άλλη μεριά του τοίχου ανοιγότανε το παραθυράκι πίσω απ’ το οποίο καθότανε πάντα το κοριτσάκι. Κάπου-κάπου, η δόνα Κλεμεντίνα σήκωνε τα μάτια απ’ τα ραφτικά της και την κοίταζε.  

-Τι κανείς, κοριτσάκι;

Το κορίτσι είχε ένα προσωπάκι αδύνατο, χλωμό, ανάμεσα σε δυο λεπτές, μαύρες ξεθωριασμένες κοτσίδες.

-Παίζω με την «Πίπη», έλεγε.

Η δόνα Κλεμεντίνα συνέχιζε να ράβει, και μήτε ξαναγύριζε η σκέψη της στο κορίτσι. Έπειτα, λίγο-λίγο, άκουγε κείνα τα παράξενα χαζολογήματα που έρχονταν από ψηλά, μέσα από τα κλαδιά της αχλαδιάς. Στο παραθύρι της, η μικρούλα των Μεδιαβίγια περνούσε τη μέρα της μιλώντας, κατά πως φαινόταν, με κάποιον. 

-Με ποιον μιλάς, εσύ;

-Με την «Πίπη». 

Η δόνα Κλεμεντίνα, μέρα τη μέρα, γέμισε από μια ελαφρά, τρυφερή περιέργεια για το κορίτσι και την «Πίπη».

Η δόνα Κλεμεντίνα ήταν παντρεμένη με τον δον Λεόνσιο, τον γιατρό. Ο δον Λεόνσιο ήταν ένας άνδρας αυστηρός που ’χε αφεθεί στο κρασί, και περνούσε τη μέρα του κρατώντας σε απόσταση το χωριό και τους κατοίκους του. Δεν είχανε παιδιά κι η δόνα Κλεμεντίνα είχε πια αποδεχτεί τη μοναξιά της. Στην αρχή, ίσα που σκεφτότανε το πλασματάκι εκείνο, επίσης μοναχικό, που καθότανε στο άνοιγμα του παραθυριού. Από συμπόνια την κοιτούσε κάπου-κάπου και βεβαιωνότανε πως δεν της συνέβαινε τίποτε άσχημο. Η κυρά Μεδιαβίγια τής το ’χε ζητήσει:

-Δόνα Κλεμεντίνα, μιας και ράβετε στο κτήμα τ’ απογεύματα, θέλετε να ρίχνετε κάπου-κάπου μια ματιά στο παράθυρο, μπας και συμβεί τίποτα στη μικρή; Ξέρετε τώρα, είναι ακόμα μικρή να την παίρνουμε σε τέτοια μέρη…

-Ναι, κοπέλα μου, δεν μου κάνει κόπο. Μείνε ήσυχη…

Έπειτα, λίγο-λίγο, με το κοριτσάκι των Μεδιαβίγια και τα ακατάληπτα χαζολογήματά του, εκεί ψηλά, έπιασε να το παίρνει κατάκαρδα.

-Όταν θα τελειώσουν με τις δουλειές στους αγρούς και επιστρέψει το κορίτσι για παιχνίδι στον δρόμο, θα μου λείψει, μονολογούσε.

Μια μέρα, επιτέλους, κατάλαβε ποια ήταν η «Πίπη».

-Η κούκλα, της εξήγησε  το κορίτσι.

-Δειξ’ τη μου…

Το κορίτσι σήκωσε μες στο χωματιασμένο χέρι του ένα αντικείμενο που η δόνα Κλεμεντίνα δεν μπορούσε να δει καθαρά.

-Δεν την βλέπω, κόρη μου. Πέτα μου την…

Το κορίτσι δίστασε.

-Αλλά μετά, θα μου την γυρίσετε;

-Φυσικά…

Το κορίτσι τής πέταξε την «Πίπη» κι η δόνα Κλεμεντίνα, όταν την είχε πια στα χέρια της, έκατσε να σκεφτεί.

Η «Πίπη» ήταν απλά ένα ξερό κλαδάκι τυλιγμένο μέσα σ’ ένα κομμάτι ρετάλι στερεωμένο μ’ έναν σπάγκο. Την γύρισε ανάποδα ανάμεσα στα δάχτυλα και κοίταξε με κάποια θλίψη προς το παράθυρο. Το κορίτσι την παρατηρούσε με μάτια ανυπόμονα κι άπλωνε τα δυο της χέρια.

-Μου την πετάτε, δόνα Κλεμεντίνα;

Η δόνα Κλεμεντίνα σηκώθηκε απ’ την καρέκλα και ξαναέριξε την «Πίπη» προς το παράθυρο. Η «Πίπη» πέρασε πάνω από το κεφάλι της μικρής και μπήκε μες στο σκοτάδι του σπιτιού. Το κεφάλι του κοριτσιού εξαφανίστηκε κι έπειτα από λίγο ξεπρόβαλε και πάλι, απορροφημένο στο παιχνίδι του. 

Από κείνη τη μέρα η δόνα Κλεμεντίνα αρχίνησε να την ακούει. Το κορίτσι μίλαγε ακούραστα με την «Πίπη».

-«Πίπη», μη φοβάσαι, κάτσε ήσυχη. Αχ, «Πίπη», πώς με κοιτάς έτσι! Θα πιάσω ένα ματσούκι και θα του την σπάσω την κεφάλα του λύκου. Μη φοβάσαι, «Πίπη»… Κάτσε κάτω, μείνε ήσυχη, θα σ’ τα πω, ο λύκος βρίσκεται τώρα κρυμμένος στο βουνό…

Το κορίτσι μιλούσε στην «Πίπη» για τον λύκο, για τον ζητιάνο που ’χε το σάκο του γεμάτο από ψόφιους γάτους, για τον φούρνο που ’φτιάχναν το ψωμί, για το φαγητό. Σαν έφτανε η ώρα για να φάει, το κορίτσι έπιανε το πιάτο που η μάνα τής είχε αφήσει σκεπασμένο, δίπλα στη θράκα. Το πήγαινε στο παράθυρο κι έτρωγε αργά, με το κοκάλινο κουτάλι της. Είχε την «Πίπη» στα γόνατα, και την έβαζε και μοιραζότανε το γεύμα της.

-Άνοιξ’ το στόμα, «Πίπη», μην κάνεις σαν χαζή…

Η δόνα Κλεμεντίνα την άκουγε σιωπηλή. Την αφουγκραζότανε, ρουφούσε την κάθε της λέξη. Το ίδιο αφουγκραζότανε τον αγέρα, πάνω στη χλόη κι ανάμεσα στα κλαδιά, την χλαπαταγή απ’ τα πουλιά και τον θόρυβο από τ’ αυλάκι. 

Μια μέρα, το κορίτσι έπαψε να βγαίνει στο παράθυρο. Η δόνα Κλεμεντίνα ρώτησε την κυρά Μεδιαβίγια:

-Κι η μικρή;

-Αχ, μου βγήκε κι αρρωστιάρα, ξέρετε τώρα. Ο δον Λεόνσιο λέει πως κόλλησε τον μελιταίο πυρετό.

-Δεν ήξερα τίποτα…

Φυσικά, και πώς να ήξερε κάτι; Ο άντρας της ποτέ δεν της έλεγε τα νέα του χωριού.

-Ναι, συνέχισε να της εξηγεί η Μεδιαβίγια. Όλοι ξέρουν πως κάποια μέρα πρέπει ν’ άφησα το γάλα άβραστο… το ξέρετε; Έχεις και τόσα να κάνεις πια! Δείτε τώρα, μέχρι να γιάνει, πρέπει να στερηθώ την αγκαλιά του Πασκουαλίν.  

Ο Πασκουαλίν ήταν δώδεκα χρονώ και κατά τη διάρκεια της ημέρας τον πρόσεχε το κορίτσι. Στην πραγματικότητα, ο Πασκουαλίν έβγαινε στους δρόμους ή πήγαινε να κλέψει φρούτα στο γειτονικό κτήμα, στου παπά ή στου δημάρχου. Κάποιες φορές, η δόνα Κλεμεντίνα άκουγε το κορίτσι που του φώναζε. Μια μέρα αποφάσισε να πάει, αν και ήξερε ότι ο σύζυγός της θα την κατσάδιαζε.

Το σπίτι ήταν στενό, σκοτεινό και μύριζε άσχημα. Δίπλα στον στάβλο ξεπρόβαλλε μια σκάλα, στην οποία κοιμόντουσαν οι κότες. Ανέβηκε, πατώντας προσεκτικά τα φαγωμένα απ’ το σαράκι σκαλοπάτια που τρίζανε από το βάρος της. Το κορίτσι πρέπει να την άκουσε, γιατί φώναξε:

-Πασκουαλίν! Πασκουαλίν!  

Μπήκε σ’ ένα δωμάτιο πολύ μικρό, όπου το φυσικό φως ίσα που έμπαινε από ένα στενόμακρο παράθυρο. Έξω, από την άλλη τη μεριά, πρέπει να κουνιόντουσαν τα κλαδιά κάποιου δέντρου, γιατί το φως ήτανε χρώμα πράσινο ανοιχτό και ζωηρό, παράξενο σαν τ’ όνειρο στο σκοτάδι. Η δέσμη απ’ αυτό το πράσινο φως ερχότανε κι έπεφτε πάνω στο κεφαλάρι του σιδερένιου κρεβατιού, στο οποίο βρισκότανε το κορίτσι. Με το που την είδε, άνοιξε πιο πολύ τα μισόκλειστα βλέφαρά του.

-Γεια σου, μικρούλα, είπε η δόνα Κλεμεντίνα. Πώς είσαι;

Το κορίτσι άρχισε να κλαίει μ’ έναν τρόπο αχνό και σιωπηλό. Η δόνα Κλεμεντίνα την πήρε αγκαλιά και χάζεψε το κιτρινωπό της προσωπάκι, ανάμεσα στις μαύρες κοτσιδούλες.     

-Να το ξέρετε, είπε το κορίτσι, ο Πασκουαλίν είναι κακός. Είναι γαϊδούρι. Πείτε του εσείς να μου γυρίσει την «Πίπη», που βαριέμαι χωρίς την «Πίπη»…

Συνέχιζε να κλαίει. Η δόνα Κλεμεντίνα δεν ήτανε συνηθισμένη να μιλάει σε παιδιά, και κάτι το παράξενο έσφιγγε τον λαιμό της και την καρδιά της.

Έφυγε από κει, σιωπηλά, κι έψαξε τον Πασκουαλίν. Καθότανε στον δρόμο, με την πλάτη του ν’ ακουμπά στον τοίχο του σπιτιού. Ήτανε ξυπόλητος και τα μαυρισμένα πόδια του, γυμνά, αστραποβολούσανε στον ήλιο σαν δυο κομμάτια από μπρούτζο.

-Πασκουαλίν, είπε η δόνα Κλεμεντίνα.

Το αγόρι σήκωσε προς το μέρος της το φοβητσιάρικο βλέμμα του. Οι κόρες στα μάτια του ήτανε γκρίζες, πολύ κοντά μεταξύ τους, και το μαλλί του, πλούσιο σαν κοριτσιού, απλωνότανε πάνω κι από τ’ αυτιά.  

-Πασκουαλίν, τι έκανες με την κούκλα της αδελφής σου; Να της την γυρίσεις.

-Έλα! Την κούκλα λέει! Νάτα μας τώρα!

Έκανε στροφή και κίνησε για το σπίτι, μουρμουρίζοντας.

Την επομένη μέρα, η δόνα Κλεμεντίνα επισκέφτηκε πάλι το κορίτσι. Μόλις την είδε, λες κι επρόκειτο για συνένοχο, η μικρή τής μίλησε για την «Πίπη»:

-Να μου φέρει την «Πίπη», πείτε του κι εσείς, να την φέρει…

Το κλάμα ανασήκωνε το στήθος του κοριτσιού, γέμιζε δάκρυα το πρόσωπο του, που τρέχανε αργά ως την κουβέρτα. 

-Θα σου φέρω εγώ μια κούκλα, μην κλαις.

Η δόνα Κλεμεντίνα είπε στον άντρα της το βράδυ:

-Θα πρέπει να κατέβω στο Φουενμαγιόρ, για ψώνια.

-Κατέβα, είπε ο γιατρός, με το κεφάλι χωμένο στην εφημερίδα.

Στις έξι το πρωί η δόνα Κλεμεντίνα πήρε το λεωφορείο της γραμμής και στις έντεκα κατέβηκε στο Φουενμαγιόρ.

Στο Φουενμαγιόρ υπήρχαν μαγαζιά, αγορά, κι ένα μεγάλο παζάρι που λεγόταν «Ελ Ιντεάλ». Η δόνα Κλεμεντίνα είχε μαζί της τις μικρές της οικονομίες, τυλιγμένες σ’ ένα μετάξινο μαντίλι. Στο «Ιντεάλ» αγόρασε μια κούκλα με κατσαρό μαλλί και κάτι στρογγυλά κι επίμονα μάτια, που της φάνηκε υπέροχη. «Η μικρή θα χαρεί πραγματικά», σκέφτηκε. Της κόστισε περισσότερο απ’ ό,τι φανταζότανε, όμως την πλήρωσε με την καρδιά της.

Νύχτωνε πια όταν έφτασε στο χωριό. Ανέβηκε τη σκάλα και, μ’ ένα ίχνος ντροπής για τον εαυτό της, παρατήρησε πως η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Η κυρά Μεδιαβίγια ήτανε πια σπίτι, ετοιμάζοντας το βραδινό. Μόλις την είδε, σήκωσε τα δυο της χέρια.

-Αχ, εσείς, δόνα Κλεμεντίνα! Θεός φυλάξοι, μην με παρεξηγήσετε που σας υποδέχομαι έτσι! Ποιος να το ’λεγε…!

Σταμάτησε τα επιφωνήματα.

-Ερχόμουν να δω τη μικρή, της έφερα ένα παιχνίδι…

Άφωνη από τη σαστιμάρα, η Μεδιαβίγια την έβαλε μέσα.

-Αχού, καημενούλα μου, κοιτά ποιος ήρθε να σε δει…

Το κορίτσι σήκωσε το κεφάλι από το μαξιλάρι. Η φλόγα απ’ το καντήλι του λαδιού, καρφωμένο στον τοίχο, τρεμόσβηνε, κιτρινωπή.

-Κοίτα τι σου φέρνω: σου φέρνω μια άλλη «Πίπη», πολύ πιο όμορφη.

Τα μαύρα μάτια του κοριτσιού είχανε γεμίσει από ένα φως καινούριο που σχεδόν ομόρφαινε το άσχημο προσωπάκι της. Ένα χαμόγελο άρχισε να σχηματίζεται, που πάγωσε αμέσως μόλις κοίταξε την κούκλα. Άφησε το κεφάλι να πέσει και πάλι στο μαξιλάρι, κι άρχισε να κλαίει αργά και σιωπηλά, ως συνήθως.

-Δεν ειν’ η «Πίπη», έλεγε. Δεν ειν’ η «Πίπη».

Η μάνα της άρχισε να ουρλιάζει:

-Κοιτάτε τη χαζή! Κοιτάτε, την αχάριστη! Αχ, για το Θεό, δόνα Κλεμεντίνα, μην δίνετε σημασία, η δεσποινίς από ’δω μας βγήκε καθυστερημένη…!

Τα βλέφαρα της δόνα Κλεμεντίνα πετάρισαν. (Όλοι στο χωριό ήξεραν πως ήτανε γυναίκα ντροπαλή και μοναχική, και της είχανε μια κάποια συμπόνια).

-Δεν πειράζει, κοπέλα μου, είπε, μ’ ένα χαμόγελο χλωμό. Δεν πειράζει.

Βγήκε έξω. Η κυρά Μεδιαβίγια έπιασε την κούκλα ανάμεσα στα τραχιά της χέρια, λες κι επρόκειτο για κάποιο λουλούδι.

-Αχ, μανούλα, τι ωραίο πράμα ειν’ τούτο! Κοιτάτε τη χαζή ετούτη…!

Την επομένη μέρα η δόνα Κλεμεντίνα μάζεψε από το κτήμα ένα ξερό κλαδάκι και το τύλιξε μ’ ένα ρετάλι.

Ανέβηκε να δει το κορίτσι:

-Σου ’φερα την «Πίπη» σου.

Το κορίτσι σήκωσε το κεφάλι με τη ζωντάνια της προηγούμενης μέρας. Και πάλι, η θλίψη ανέβηκε στα μάτια της.

-Δεν ειν’ η «Πίπη».

Μέρα με τη μέρα, η δόνα Κλεμεντίνα έραβε τη μία «Πίπη» μετά την άλλη, δίχως αποτέλεσμα. Μεγάλη στενοχώρια την κατέκλυζε, και το χαμπέρι έφτασε στ’ αυτιά του δον Λεόνσιο.

-Άκουσε, γυναίκα: να μην ξανακούσω σαχλαμάρες σαν και δαύτες… Δεν είμαστε δα, στις μέρες μας, να γινόμαστε κι ο περίγελος του χωριού! Να μην ξαναδείς αυτό το κορίτσι: θα πεθάνει, ούτως ή άλλως…

-Θα πεθάνει;

-Φυσικά, πού γιατρειά! Δεν υπάρχει δυνατότητα οι Μεδιαβίγια να σκέφτονται κάτι άλλο… Θα ’ναι καλυτέρα για όλους!

Έτσι λοιπόν, αμέσως μόλις μπήκε το φθινόπωρο, το κορίτσι πέθανε. Η δόνα Κλεμεντίνα ένιωσε μια μεγάλη στενοχώρια, κει μέσα της, κει όπου μια μέρα τής γεννήθηκε η τόσο τρυφερή περιέργεια για την «Πίπη» και τη μικρή μανούλα της.

Ήταν την επομένη άνοιξη, με τους πάγους να ’χουνε πλέον λιώσει, όταν ένα πρωινό, ψαχουλεύοντας στο χώμα, κάτω απ’ τις δαμασκηνιές, εμφανίστηκε το ξερό κλαδάκι, τυλιγμένο μες στο κομμάτι του από ρετάλι. Ήτανε καμένο απ’ το χιόνι, εύθραυστο, και το κόκκινο χρώμα του υφάσματος το ’χε γυρίσει σε ροζ ξεθωριασμένο. 

Η δόνα Κλεμεντίνα πήρε την «Πίπη» ανάμεσα στα δάχτυλα, την σήκωσε μ’ ευλάβεια και την κοίταξε, κάτω απ’ τις χλωμές ακτίνες του ηλίου.

-Αλήθεια είναι, μονολόγησε. Πόσο δίκιο είχε η μικρή! Τι υπέροχο θλιμμένο προσωπάκι που ’χει αυτή η κούκλα!

Μετάφραση στα ελληνικά: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου                                       


 







Παρασκευή 17 Ιουνίου 2016

Χόρχε Λουίς Μπόρχες: Ο Μπόρχες κι εγώ



Στο διήγημά του Ο Μπόρχες κι εγώ (1960) ο συγγραφέας επικοινωνεί το συναίσθημα μιας διχασμένης ταυτότητας, την αναμέτρηση του εσωτερικού, βιωματικού εγώ και του εγώ-συγγραφέας, διαμορφωμένο αυτό μέσα από το έργο του. (Raquel Chang-Rodríguez, Malva E. Filer, Voces de Hispanoamérica, 2004, σελ. 355)

 
doppelganger-borges.blogspot

Ο Μπόρχες κι εγώ,
του Χόρχε Λουίς Μπόρχες  

Στον άλλον, στον Μπόρχες, είναι στον οποίον συμβαίνουν τα πράγματα. Εγώ περπατώ στο Μπουένος Άιρες  και χασομερώ, σχεδόν μηχανικά πια, για να χαζέψω την καμάρα σε μιαν είσοδο μαζί με την καγκελόπορτα. Απ’ τον Μπόρχες λαμβάνω νέα απ’ το ταχυδρομείο και βλέπω τ’ όνομά του σε μια τριπλέτα καθηγητών ή σ’ ένα βιογραφικό λεξικό. Μου αρέσουν οι κλεψύδρες, οι χάρτες, η τυπογραφία του 18ου αιώνα, οι ετυμολογίες, η γεύση του καφέ και η πεζογραφία του Στήβενσον. Ο άλλος συμμερίζεται αυτές μου τις προτιμήσεις, αλλά με έναν τρόπο ματαιόδοξο που τις μετατρέπει σε γνωρίσματα ηθοποιού. Θα ήταν υπερβολή να δηλώσω πως η σχέση μας είναι εχθρική. Εγώ ζω, εγώ με αφήνω να ζω, ούτως ώστε να μπορέσει ο Μπόρχες να εξυφάνει τη λογοτεχνία του, κι αυτή του η λογοτεχνία με δικαιώνει. Δεν μου κοστίζει και τίποτα να ομολογήσω πως έχει φέρει εις πέρας και κάποιες σελίδες αξιόλογες, όμως αυτές οι σελίδες δεν μπορούν να με σώσουν, ίσως γιατί το καλό δεν είναι πια κανενός, ούτε καν αυτού του άλλου, παρά της γλώσσας και της παράδοσης. Κατά τα λοιπά, εγώ είμαι φτιαγμένος να χάνομαι, κατηγορηματικά, και μονάχα κάποιες στιγμές δικές μου θα μπορέσουν να επιβιώσουν στον άλλον. Σιγά-σιγά του παραχωρώ τα πάντα, παρότι έχω πλήρη αντίληψη του διεστραμμένου του συνήθειου να ψεύδεται και να υπερβάλλει. Ο Σπινόζα είχε αντιληφθεί πως τα πράγματα θέλουν να παραμείνουν μέσα στο ίδιο τους το είναι: η πέτρα θέλει να είναι πέτρα δια παντός και η τίγρη, τίγρη. Εγώ οφείλω να μείνω στον Μπόρχες, όχι σε μένα (εάν υποτεθεί πως είμαι κάποιος), όμως με αναγνωρίζω πιο λίγο στα γραπτά του απ’ ό,τι σε πολλά άλλα, ή απ’ ό,τι στο περίτεχνο γρατσούνισμα μιας κιθάρας.  Πριν από χρόνια προσπάθησα να ελευθερωθώ από αυτόν και πέρασα από τη μυθολογία των περιχώρων στα παιχνίδια με τον χρόνο και το άπειρο, όμως τώρα τα παιχνίδια αυτά είναι του Μπόρχες, και θα πρέπει να σκαρφιστώ άλλα πράγματα. Κι έτσι η ζωή μου είναι μια φυγή, κι όλα τα χάνω, κι όλα είναι της λησμονιάς ή αυτού του άλλου.

Δεν ξέρω ποιος απ’ τους δυο γράφει αυτή τη σελίδα.

Μετάφραση: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016

Χουάν Ρούλφο: Δεν ακούς τα σκυλιά που γαβγίζουνε (1953)



Το έργο του Χουάν Ρούλφο, το οποίο αναδύεται από μια εκ βαθέων ταυτοποίηση με τη γη και τη λαλιά του μεξικάνου αγρότη, είναι –ταυτόχρονα- η έκφραση ενός καινοτόμου συγγραφέα, με πλήρη αίσθηση του σκοπού του, ο οποίος έδωσε στη θεματολογία και το περιβάλλον της χώρας του μια πλατιά και οικουμενική μάτια. Τα στοιχεία του μαγικού ρεαλισμού που συνθέτουν τον κόσμο που δημιούργησε, και η υποκειμενικότητα και δυναμικότητα του έργου του τον τοποθετούν μεταξύ των πρωτοπόρων του νέου τρόπου γραφής του δευτέρου μισού του 20ου αιώνα. (Raquel Chang-Rodríguez, Malva E. Filer, Voces de Hispanoamérica, 2004, σελ. 402)
 
tanea.gr

Δεν ακούς τα σκυλιά που γαβγίζουνε (1953)
του Χουάν Ρούλφο
 
-Συ που είσαι κει δα πάνω, Ιγνάσιο, πες μου μπας κι ακούς τίποτα ή βλέπεις κάνα φως από πουθενά.
-Δεν φαίνεται τίποτα.
-Πρέπει πια να κοντεύουμε.
-Ναι, αλλά δεν ακούγεται τίποτα.
-Κοίτα καλά.
-Δεν φαίνεται τίποτα.
-Καημένε Ιγνάσιο.  

Η στενόμακρη και μαυριδερή σκιά των ανδρών εξακολουθούσε να πηγαίνει πάνω-κάτω, να σκαρφαλώνει στις πέτρες, να μικραίνει και να μεγαλώνει καθώς προχωρούσε στην όχθη του ρέματος. Ήταν μία και μόνη σκιά,  ανερμάτιστη.

Και το φεγγάρι να βγαίνει απ’ το χώμα, σαν ολοστρόγγυλο αναψοκοκκίνισμα. 

-Πρέπει να φτάνουμε σε κείνο το χωριό, Ιγνάσιο. Συ που δεν είσαι και περήφανος στ’ αυτιά, κοιτά να δεις μπας κι ακούσεις τίποτα σκυλιά να γαβγίζουνε. Θυμήσου που μας είπανε πως η Τονάγια είν’ ακριβώς πίσω απ’ τον λόφο. Κι είναι ώρα που αφήσαμε πίσω μας τον λόφο εκείνο. Θυμήσου το, Ιγνάσιο.
-Ναι, αλλά δεν βλέπω σημάδι από πουθενά.
-Αρχίζω να κουράζομαι.
-Άσε με κάτω.

Ο γέρος έκανε πίσω σιγά-σιγά ώσπου να βρει στον τοίχο κι εκεί αφέθηκε, δίχως ν’ αφήσει το φορτίο απ’ τους ώμους του. Παρόλο που τα πόδια του λυγίζανε , δεν ήθελε να κάτσει, γιατί μετά δεν θα μπορούσε να πάρει πάνω του το σώμα του γιου του, και το οποίο εκεί πίσω, πριν από ώρες, τον είχαν βοηθήσει να ρίξει στην πλάτη του. Κι έτσι τον κουβαλούσε από τότε.

-Πώς νιώθεις;
-Άσχημα.
Μιλούσε λίγο. Ολοένα και λιγότερο. Κάτι στιγμές φαινότανε να κοιμάται. Κάτι στιγμές φαινότανε να κρυώνει. Έτρεμε. Ήξερε πότε έπιανε τρέμουλο τον γιο του από τα τινάγματα που του ’κανε, και γιατί τα πόδια του χωνόντουσαν στα πλευρά του σαν σουβλιές. Έπειτα, τα χέρια του γιου του, που κρέμονταν σταυρωμένα στον λαιμό του, του ταρακουνούσανε το κεφάλι λες κι ήτανε κουδουνίστρα. Έσφιγγε τα δόντια μη και δαγκώσει τη γλώσσα, κι όταν σταμάταγε εκείνο το άλλο τον ρώταγε:
-Πονάς πολύ;
-Κατιτίς, απάνταγε αυτός.

Προηγουμένως του είχε πει: «Παράτα με δω… Άσε με δω… Φύγε μόνος σου.  Θα σε φτάσω αύριο ή μόλις συνέλθω κάπως. Του το ’χε πει καμιά πενηνταριά φορές. Τώρα, ούτε αυτό δεν έλεγε. Να σου εκεί και το φεγγάρι. Απέναντι τους. Ένα φεγγάρι μεγάλο και χρωματιστό να τους γεμίζει τα μάτια φως, και ν’ απλώνει και να σκοτεινιάζει πιο πολύ τη σκιά τους απάνω στο χώμα.

-Δεν βλέπω πια πού πατάω, έλεγε αυτός.
Καμία απάντηση ωστόσο.

Ο άλλος να είναι κει πάνω, κατάφωτος απ’ το φεγγάρι, με το πρόσωπό του ξεθωριασμένο, δίχως αίμα, αναδίδοντας ένα φως χλωμό. Κι αυτός εδώ κάτω.

-Με άκουσες, Ιγνάσιο; Σου λέω πως δεν βλέπω.

Κι ο άλλος να μένει σιωπηλός.

Συνέχιζε να περπατά, σκοντάφτοντας. Μάζευε τα κομμάτια του και μετά ερχότανε στα ίσια του για να ξανασκοντάψει και πάλι.

-Τούτο δεν είναι μονοπάτι με τίποτα. Μας είπανε πως πίσω απ’ την κορφή βρισκότανε η Τονάγια. Και την κορφή την έχουμε περάσει. Κι ούτε Τονάγια φαίνεται, μήτε κι ακούγεται τίποτα που να λέει πως είμαστε κοντά. Γιατί δεν θες να μου πεις τι βλέπεις, συ που είσαι κει δα πάνω, Ιγνάσιο;
-Άσε με κάτω, πατέρα.
-Νιώθεις άσχημα;
-Ναι.
-Θα σε πάω στην Τονάγια όπως και να ’χει. Εκεί θα βρω κάποιον να σε φροντίσει. Λένε πως εκεί έχει έναν γιατρό. Θα σε πάω σ’ αυτόν. Σε κουβαλάω στις πλάτες μου εδώ και ώρες και δεν θα σ’ αφήσω δω χάμω να σε αποκάνει όποιος κι όποιος.
Τρίκλισε λιγουλάκι. Έκανε δυο τρία βήματα στο πλάι και ξανάρθε στα ίσια του. 

-Θα σε πάω στην Τονάγια.
-Άσε με κάτω.

Η φωνή του σιγόσβηνε. Ίσα που ψέλλισε:
-Θέλω να ξαπλώσω λίγο.
-Κοιμήσου κει πάνω. Έτσι κι αλλιώς σε βαστάω γερά.

Το φεγγάρι ν’ ανεβαίνει, γαλάζιο σχεδόν, απάνω σ’ έναν ξάστερο ουρανό. Το πρόσωπο του γέρου, μούσκεμα στον ιδρώτα, γέμισε φως. Έκρυψε τα μάτια να μην κοιτάει εμπρός, μιας και δεν μπορούσε να σκύψει το κεφάλι, εγκλωβισμένο ανάμεσα στα χέρια του γιου του.

-Όλα αυτά που κάνω, δεν τα κάνω για χάρη σου. Τα κάνω για τη συχωρεμένη τη μάνα σου. Γιατί ήσουν ο γιος της. Γι’ αυτό τα κάνω. Θα με κατσάδιαζε έτσι και σ’ είχα αφήσει κει χάμω, κει που σε βρήκα, και δεν σ’ είχα μαζέψει για να σε πάω να σε γιατρέψουνε, όπως το κάνω τώρα. Αυτή είναι που μου δίνει κουράγιο, όχι εσύ. Και για να ξέρεις, γιατί εσένα δεν σου χρωστάω τίποτα πέρα από δυσκολίες, πέρα από ζόρια, πέρα από ντροπή.  

Ίδρωνε που μιλούσε. Αλλά το νυχτερινό αεράκι τού στέγνωνε τον ιδρώτα. Κι απάνω στον στεγνό τον ιδρώτα, ίδρωνε και πάλι.

- Μπορεί και να σκεβρώσω, αλλά στην Τονάγια θα φτάσουμε μαζί, για να σου γιάνουνε τις πληγές που σου κάνανε. Κι είμαι σίγουρος πως, όταν νιώσεις καλυτέρα, θα επιστρέψεις στις κακοτοπιές. Αλλά αυτό πια δεν με νοιάζει. Φτάνει να φύγεις μακριά, κάπου που να μην ξανακούσω τίποτα για του λόγου σου. Μου φτάνει αυτό… Γιατί για μένα εσύ δεν είσαι πια γιος μου. Ανάθεμα στο αίμα μου που κουβαλάς! Ό,τι έχεις πάρει από μένα το ’χω καταραστεί. Το ’χω πει: «Να σου σάπιζε στα σπλάχνα το αίμα που σου έδωσα!» Το είπα από την πρώτη τη στιγμή που έπιασες τις βρομοδουλειές σου στους δρόμους, να ζεις απ’ την κλεψιά και να σκοτώνεις κόσμο… Και κόσμο καλό. Μην πεις όχι, μάρτυρας ο κουμπάρος μου ο Τρανκιλίνο. Αυτός που σε βάφτισε. Αυτός που σου ’δωσε το όνομά σου. Κι αυτουνού του ’λαχε η αναποδιά να βρεθεί στον δρόμο σου. Από τότε το ’πα: «Αυτός δεν μπορεί να ’ναι γιος μου.»   
  
-Κοίτα να δεις μήπως βλέπεις τίποτα τώρα. Ή αν ακούς κάτι. Συ που μπορείς να το κανείς από κει πάνω, γιατί εγώ σα να κουφάθηκα.
 -Δεν βλέπω τίποτα.
-Τόσο το χειρότερο για σένα, Ιγνάσιο.
-Διψάω.
- Κρατήσου! Πρέπει να κοντεύουμε. Το θέμα είναι πως έχει πια βραδιάσει για τα καλά και μάλλον έχουνε σβήσει τα φώτα στο χωριό. Όμως, θα έπρεπε τουλάχιστον να άκουγες αν γαβγίζουνε τα σκυλιά. Για κοίτα ν’ ακούσεις.
-Δώσ’ μου νερό.
-Εδώ δεν έχει νερό. Δεν έχει τίποτα παρά μόνο πέτρες. Κρατήσου. Ακόμη και να είχε, σιγά μην σε κατέβαζα να πιεις. Κανείς δεν θα με βοηθούσε να σε ξανανεβάσω, και μονάχος μου δεν μπορώ.
-Διψάω και νυστάζω πολύ.
-Θυμάμαι κι όταν γεννήθηκες. Έτσι ήσουν και τότε. Ξυπνούσες με πείνα κι έτρωγες για να ξανακοιμηθείς. Κι η μάνα σου σου ’δινε νερό γιατί το γάλα τής το ’χες τελειώσει. Σταματημό δεν είχες. Κι έκανες πάντα σαν λυσσασμένος. Ποτέ δεν μου πέρασε απ’ το μυαλό πως εκείνη η λύσσα θα σου ανέβαινε στο κεφάλι… Κι όμως έτσι έγινε. Η μάνα σου, Θεός σχωρέστην, ήθελε να γίνεις μεγάλος και τρανός. Πίστευε πως όταν θα γινόσουνα, θα ’σουν το στήριγμά της. Δεν είχε άλλον από εσένα. Το άλλο το παιδί που ήτανε να κάνει την σκότωσε. Κι εσύ θα την είχες σκοτώσει και πάλι, αν ήτανε ζωντανή στις μέρες μας. 
    
Ένιωσε πως ο άντρας εκείνος που κουβαλούσε στους ώμους του σταμάτησε να σφίγγει τα γόνατα και αρχινούσε ν’ αφήνει τα πόδια λυτά, ταλαντεύοντάς τον από δω κι από κει. Και του φάνηκε πως το κεφάλι –κει ψηλά- ταρακουνιότανε, σάμπως να ’κλαιγε με λυγμούς. 

Στο κεφάλι του ένιωσε να πέφτουν χοντρές σταγόνες, σαν από δάκρυα. 

-Ιγνάσιο, κλαις; Σε κάνει να κλαις η θύμηση της μάνας σου, έτσι; Όμως δεν έκανες ποτέ σου τίποτα για κείνη. Ωραία ανταπόδοση, ρε συ. Θαρρείς πως αντί για αγάπη, σου είχαμε γιομίσει το σώμα με κακία. Τα βλέπεις τώρα; Σε λαβώσανε. Τι απόγιναν οι φίλοι σου; Τους φάγανε όλους τους. Αλλά εκείνοι δεν είχανε και κανέναν. Εκείνοι θα μπορούσαν και να πούνε: «Να δούμε σε ποιον θα πούμε τον πόνο μας». Αλλά εσύ, Ιγνάσιο;   

Να σου πια εκεί και το χωριό. Είδε τις στέγες να γυαλίζουνε υπό το φως του φεγγαριού. Είχε την αίσθηση ότι θα τον τσακίσει το βάρος του γιου του, σαν ένιωσε τα γόνατά του να λυγάνε στην ύστατη προσπάθεια. Σαν έφτασε στο πρώτο το καλύβι, έγειρε πάνω στο πεζούλι του πεζοδρομίου κι εκεί άπλωσε το κορμί του, εξουθενωμένο, λες και του το ’χανε παραμορφώσει.

Ξέμπλεξε με δυσκολία τα δάχτυλα με τα οποία ο γιος του κρατιότανε απ’ το λαιμό του, και σαν απελευθερώθηκε, άκουσε τα σκυλιά να γαβγίζουνε από παντού. 

-Συ δεν τ’ άκουγες, Ιγνάσιο; είπε. Ούτε καν σ’ αυτό να μην μου δώσεις ελπίδα.

Μετάφραση στα ελληνικά: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου