Τρίτη 11 Απριλίου 2017

Ένας υπέργηρος κύριος με κάτι φτερά τεράστια, του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες



Το διήγημα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Un señor muy viejo con unas alas enormes (1968), αποτέλεσε έμπνευση για χορογραφικές και κινηματογραφικές δημιουργίες, όπως και για το video clip του Losing my religion των REM  

Ένας υπέργηρος κύριος με κάτι φτερά τεράστια,

του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες    

Την τρίτη ημέρα βροχής είχαν σκοτώσει τόσα καβούρια μες στο σπίτι, που ο Πελάγιο αναγκάστηκε να διασχίσει την  πλημυρισμένη τους αυλή για να τα πετάξει στη θάλασσα, μιας και το νεογέννητο μωρό τους είχε περάσει τη νύχτα μέσα στον πυρετό, κι έκαναν τη σκέψη πως ήταν λόγω της δυσωδίας. Ο κόσμος είχε μια θλίψη από την Τρίτη. Ο ουρανός κι η θάλασσα είχαν γίνει ένα και μόνο σταχτί πράγμα, και η άμμος στην παραλία, που τον Μάρτη  αστραποβολούσε ως άλλο  σύννεφο από σπίθες, τώρα είχε μετατραπεί σε χυλό από λάσπη και μουχλιασμένα θαλασσινά. Είχε ένα φως τόσο γαλήνιο το μεσημέρι, που όταν ο Πελάγιο γυρνούσε στο σπίτι, έχοντας πετάξει τα καβούρια, του πήρε ώρα για να δει τι ήταν αυτό που κουνιόταν και βογκούσε στο βάθος της αυλής. Αναγκάστηκε να πλησιάσει αρκετά για να ανακαλύψει πως ήταν ένας ηλικιωμένος άνδρας, ξαπλωμένος μπρούμυτα μέσα στον βούρκο, που παρά τη μεγάλη του προσπάθεια δεν μπορούσε να σηκωθεί γιατί τον εμπόδιζαν τα τεράστια φτερά του.

Τρομαγμένος από τον εφιάλτη εκείνον, ο Πελάγιο  έψαξε τρέχοντας την Ελισέντα, τη γυναίκα του, που εκείνη την ώρα έβαζε κομπρέσες στο άρρωστο μωρό, και την πήγε ως το βάθος της αυλής. Και οι δυο τους παρατηρούσαν το πεσμένο κορμί με μια βουβή κατάπληξη. Ήταν ντυμένος σαν ρακοσυλλέκτης. Ίσα που του απέμεναν κάτι ξεθωριασμένα ξέφτια στο καραφλιασμένο του κρανίο και κάτι λίγα δόντια στο στόμα, κι αυτή η λυπηρή του όψη, ενός παππούλη που ‘ναι μούσκεμα, του είχε αφαιρέσει κάθε ίχνος μεγαλοπρέπειας. Τα μεγάλου γύπα φτερά του, βρώμικα και μισό-ξεπουπουλιασμένα, είχαν κολλήσει μια για πάντα μες στον βούρκο. Τον παρατήρησαν τόσο και με τόση προσοχή, που ο Πελάγιο και η Ελισέντα συνήλθαν πολύ σύντομα από την κατάπληξη και κατέληξαν να τους φαίνεται οικείος. Τότε πήραν το θάρρος να του μιλήσουν, κι αυτός τους απάντησε σε μια διάλεκτο ακαταλαβίστικη αλλά και με μια ωραία φωνή θαλασσοπόρου. Με τούτο προσπέρασαν το άτοπο με τα φτερά του και κατέληξαν με σύνεση στο συμπέρασμα πως επρόκειτο για έναν μοναχικό ναυαγό κάποιου καραβιού ξένου που είχε παρεκκλίνει λόγω της  καταιγίδας. Ωστόσο, φώναξαν να τον δει και μια γειτόνισσα που γνώριζε όλα τα πράγματα για τη ζωή και τον θάνατο, κι εκεινής της έφτασε μια ματιά για να τους βγάλει από την πλάνη.

-Είναι ένας άγγελος, τους είπε. Σίγουρα ερχόταν για το μωρό, αλλά ο καημένος είναι τόσο γέρος που η βροχή τον ξάπλωσε χάμω.

Την επομένη, όλος ο κόσμος ήξερε πως σπίτι του Πελάγιο είχαν αιχμάλωτο έναν άγγελο με σάρκα και οστά. Αντίθετα με το κριτήριο της σοφής γειτόνισσας, για την οποία οι άγγελοι των καιρών αυτών ήταν επιζώντες δραπέτες μιας ουράνιας συνωμοσίας, δεν τους πήγαινε η καρδιά να τον σκοτώσουν στο ξύλο. Ο Πελάγιο έκατσε να τον φυλάει όλο το βράδυ απ’ την κουζίνα, οπλισμένος μ’ ένα μπαστούνι κλητήρα, και πριν πλαγιάσει τον έβγαλε σέρνοντας από τον βούρκο και τον έκλεισε με τις κότες στο κατάφωτο κοτέτσι. Τα μεσάνυχτα, όταν και τέλειωσε η βροχή, ο Πελάγιο και η Ελισέντα συνέχιζαν να σκοτώνουν καβούρια. Λίγο αργότερα το μωρό ξύπνησε χωρίς πυρετό και με όρεξη να φάει. Ένιωσαν τότε μεγαλοψυχία κι αποφάσισαν να βάλουν τον άγγελο σε μια σχεδία με πόσιμο νερό και προμήθειες τριών ημερών, και να τον εγκαταλείψουν στην τύχη του μεσοπέλαγα. Όμως σαν βγήκαν στην αυλή με το πρώτο φως του ηλίου, βρήκαν ολάκερη τη γειτονιά μπρος στο κοτέτσι, να σπάει πλάκα με τον άγγελο δίχως την παραμικρή ευλάβεια, πετώντας του πράγματα να φάει από τις τρύπες του συρματοπλέγματος, λες και δεν ήταν πλάσμα υπερφυσικό παρά ένα ζώο του τσίρκου.

Ο πάτερ Γκονσάγκα έφτασε πριν τις εφτά αναστατωμένος από τη δυσαναλογία της είδησης. Εκείνη την ώρα παρευρίσκονταν ήδη εκεί περίεργοι λιγότερο απερίσκεπτοι από τους πρωινούς κι έκαναν κάθε λογής εικασίες ως προς το μέλλον του αιχμαλώτου. Οι πιο αδαείς έκαναν σκέψεις πως θα τον διορίσουν παγκόσμιο δήμαρχο. Άλλοι, με πιο δηκτική διάθεση, υπέθεταν πως θα τον προήγαγαν σε πεντάστερο στρατηγό, ούτως ώστε να κερδίσει όλους τους πολέμους. Ορισμένοι ονειροπόλοι εύχονταν να διατηρηθεί ως επιβήτορας για την εγκαθίδρυση επί γης μιας γενιάς φτερωτών και σοφών ανδρών που θα έπαιρναν τα ηνία της Οικουμένης. Όμως ο πάτερ Γκονσάγκα, πριν γίνει ιερέας, ήταν γερός ξυλοκόπος. Προβάλλοντας από τα συρματοπλέγματα, έκανε ένα σύντομο πέρασμα τις κατηχητικές του γνώσεις, μέχρι που ζήτησε να του ανοίξουν την πόρτα για να εξετάσει από κοντά εκείνον τον οικτρό άνδρα που περισσότερο έμοιαζε με μια τεράστια υπερήλικη κότα ανάμεσα στις απορροφημένες στα δικά τους κότες. Βρισκόταν πεσμένος σε μια γωνιά, στεγνώνοντας στον ήλιο τα απλωμένα φτερά του, ανάμεσα σε φλούδια από φρούτα και υπολείμματα φαγητού που του είχαν πετάξει οι πρωινοί. Μακριά από τις απρέπειες του κόσμου, ίσα που σήκωσε το βλέμμα παλαιοπώλη που είχε, και μουρμούρισε κάτι στη γλώσσα του όταν ο πάτερ Γκονσάγκα τον καλημέρισε στα λατινικά. Ο παπάς είχε την πρώτη υποψία περί κοροϊδίας με το που διαπίστωσε πως ούτε καταλάβαινε τη γλώσσα του Θεού μήτε και γνώριζε πώς χαιρετούν τους αντιπροσώπους του. Ύστερα παρατήρησε πως από κοντά έμοιαζε υπερβολικά ανθρωπινός: είχε μια αβάσταχτη μυρωδιά κακοπέρασης, η ανάποδη των φτερών κατάσπαρτη από παρασιτικές λειχήνες και οι μεγαλύτερες φτερούγες κακοποιημένες από επίγειους ανέμους, και τίποτε στην αξιολύπητη φύση του δεν θύμιζε επιφανή προσωπικότητα αγγέλων. Τότε εγκατέλειψε το κοτέτσι και με ένα σύντομο κήρυγμα προειδοποίησε τους περιέργους ως προς τους κινδύνους της αφελείας. Τους θύμισε πως οι δαίμονες είχαν το κακό συνήθειο να καταφεύγουν σε αποκριάτικα τεχνάσματα για να προκαλούν σύγχυση στους απερίσκεπτους. Είχε δε το επιχείρημα πως αφού τα φτερά δεν ήταν ικανή συνθήκη για να διακρίνεις ένα πουλί από ένα αεροπλάνο, πόσο μάλλον δεν ήταν για να αναγνωρίσεις έναν άγγελο. Ωστόσο, υποσχέθηκε να γράψει του αρχιεπισκόπου, ώστε αυτός να γράψει στην Αγία Έδρα, ούτως ώστε η τελική ετυμηγορία να έρθει από πιο υψηλά κλιμάκια. 

Η σύνεσή του συνάντησε σφαλισμένες πόρτες. Η είδηση του αιχμάλωτου αγγέλου διαδόθηκε με τέτοια ταχύτητα, που μέσα σε λίγες ώρες γινόταν στην αυλή τέτοιο πανηγύρι, που χρειάστηκε να έρθει ο στρατός με τις ξιφολόγχες για να κατευνάσει τον σάλο που ήταν πια έτοιμος να γκρεμίσει το σπίτι. Η Ελισέντα, με τη ραχοκοκαλιά τσακισμένη απ’ το σκούπισμα τόσης πανηγυριώτικης σαβούρας, είχε τότε τη φαεινή ιδέα να περιφράξουν την αυλή και να παίρνουν ένα τάλιρο απ’ τον καθένα που μπαίνει να δει τον άγγελο.

Ήρθαν περίεργοι μέχρι κι από τη Μαρτινίκα. Ήρθε μια πλανόδια εμποροπανήγυρη μ’ έναν ιπτάμενο ακροβάτη που ζουζούνισε αρκετές φορές πάνω από το πλήθος, αλλά κανείς δεν του ’δωσε σημασία επειδή τα φτερά του δεν ήταν αγγέλου παρά αστρικής νυχτερίδας. Ήρθαν για να βρουν γιατρειά οι πιο δύσμοιροι ασθενείς της Καραϊβικής: μια κακομοίρα που από μικρή μετρούσε τους χτύπους της καρδιάς της και δεν της έφταναν πια οι αριθμοί, ένας τζαμαϊκανός που δεν μπορούσε να κοιμηθεί γιατί τον βασάνιζε ο θόρυβος των αστεριών, ένας υπνοβάτης που σηκωνόταν τη νύχτα να χαλάσει κοιμισμένος όσα είχε φτιάξει ξύπνιος, και πολλοί άλλοι ελάσσονος βαρύτητας. Εν μέσω εκείνου του χάους ναυαγίου που έκανε το σπίτι να σείεται, βρίσκονταν και ο Πελάγιο με την Ελισεντα ευτυχισμένοι από κούραση, γιατί σε λιγότερο από βδομάδα είχαν γιομίσει παραδάκι τα υπνοδωμάτια, με την ουρά των προσκυνητών που περίμεναν τη σειρά τους ακόμα να φτάνει ως την άλλη άκρη του ορίζοντα.

Ο άγγελος ήταν ο μόνος που δεν συμμετείχε στο ίδιο του το επεισόδιο. Έχανε τον καιρό του να ψάχνει βολή μες στη φωλιά που του ’χαν παραχωρήσει, ζαλισμένος από την κολασμένη ζέστη που προκαλούσαν οι λυχνίες λαδιού και οι λαμπάδες που του εναπόθεταν στα συρματοπλέγματα. Στην αρχή δοκίμασαν να φάει κρυστάλλους ναφθαλίνης που, σύμφωνα με τη σοφία της σοφής γειτόνισσας, ήταν η ειδική τροφή των αγγέλων. Όμως αυτός τους περιφρονούσε, όπως περιφρονούσε δίχως να τα δοκιμάσει και τα λουκούλλεια γεύματα που του ’φέρναν οι μετανοούντες, και ποτέ δεν έμαθαν αν ήταν από αγγελικότητα ή από γηρατειά που κατέληξε να μην τρώει τίποτε άλλο από αλεσμένες μελιτζάνες. Η μοναδική υπερφυσική του αρετή έμοιαζε να ’ναι η υπομονή. Κυρίως τον πρώτο καιρό, όταν και τον τσιμπολογούσαν οι κότες, ψάχνοντας αστρικά παράσιτα που ευδοκιμούσαν στα φτερά του, και οι ανάπηροι τού τραβούσαν φτερούγες για να καλύψουν με δαύτες τα ψεγάδια τους, και μέχρι και οι πιο ευσεβείς τού πετάγανε πέτρες, επιδιώκοντας να σηκωθεί για να τον δούνε ολόσωμο. Η μοναδική φορά που καταφέρανε να τον εκνευρίσουν ήταν και όταν του τσουρούφλισαν το πλευρό με το πυρωμένο σίδερο που μαρκάρουν τα δαμάλια, επειδή ήταν τόσες ώρες ακίνητος που τον πέρασαν για πεθαμένο. Ξύπνησε αλαφιασμένος, αναθεματίζοντας σε μια γλώσσα ερμητική και με τα μάτια δακρυσμένα, κι έδωσε δυο φτεροκοπήματα που προκάλεσαν έναν ανεμοστρόβιλο από κοπριά  κοτετσιού και σεληνόσκονη, και μια θύελλα πανικού που δεν έμοιαζε του κόσμου ετούτου. Αν και πολλοί πίστεψαν πως η αντίδραση του δεν ήταν από θυμό αλλά από πόνο, από τότε πρόσεχαν να μην τον πειράζουν, επειδή η πλειονότητα κατάλαβε ότι η παθητικότητά του δεν ήταν ενός ήρωα εν αποστρατεία αλλά ενός κατακλυσμού εν αδράνεια.

Ο πάτερ Γκονσάγκα αντιμετώπισε την απερισκεψία του πλήθους με συνταγές οικιακής έμπνευσης, όσο δεν έφτανε στα χέρια του μια τελεσίδικη απόφαση σχετικά με τη φύση του αιχμάλωτου. Όμως η αλληλογραφία με τη Ρώμη είχε χάσει την έννοια του κατεπείγοντος. Έχαναν τον καιρό τους να διαπιστώσουν εάν ο κρατούμενος είχε αφαλό, εάν η διάλεκτός του είχε κάποια σχέση με την αραμαϊκή, εάν μπορούσε να χωρέσει πολλές φορές στην άκρη μιας καρφίτσας, ή εάν δεν ήταν απλά ένας νορβηγός με φτερά. Εκείνα τα νωχελικά γράμματα θα πηγαινοέρχονταν ως και το τέλος του κόσμου, εάν ένα θεόσταλτο γεγονός δεν έβαζε τέλος στα βάσανα του ιερέα.

Έτυχε λοιπόν τις μέρες εκείνες, μεταξύ πολλών άλλων θεαμάτων των περιοδευόντων θιάσων της Καραϊβικής, να έρθει στο χωριό η θλιβερή παράσταση της γυναίκας που είχε μεταμορφωθεί σε αράχνη λόγω ανυπακοής προς τους γονείς της. Το εισιτήριο για να την δεις όχι μόνο κόστιζε λιγότερο από το εισιτήριο για να δεις τον άγγελο, αλλά σου επιτρεπόταν και να της κάνεις  κάθε είδους ερωτήσεις σχετικά με την ασυνάρτητη κατάστασή της, και να την εξετάσεις απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη, έτσι ώστε κανείς να μην έχει αμφιβολίες ως προς το αληθές της φρίκης. Ήταν μια τρομακτική ταραντούλα στο μέγεθος κριαριού με κεφάλι λυπημένης κοπέλας. Όμως το πιο σπαρακτικό δεν ήταν το εκτός τόπου και χρόνου παρουσιαστικό της, παρά ο ειλικρινής καημός με τον οποίο εξιστορούσε τις λεπτομέρειες της δυστυχίας της: όντας σχεδόν μικρό κορίτσι το είχε σκάσει από το πατρικό της για να πάει σε έναν χορό, και όταν επέστρεφε σπίτι αφού είχε χορέψει όλη νύχτα χωρίς άδεια, μια φοβερή βροντή άνοιξε τον ουρανό στη μέση, κι από εκείνη τη σχισμή βγήκε η αστραπή από θειάφι που την μετέτρεψε σε αράχνη. Τη μοναδική τροφή της αποτελούσαν οι σβόλοι από αλεσμένο κρέας που οι φιλεύσπλαχνες ψυχές ήθελαν να της ρίξουν στο στόμα. Ένα τέτοιο θέαμα, γεμάτο τόση ανθρωπινή αλήθεια και τόσο τρομερό παραδειγματισμό, όφειλε να κατατροπώσει με άνεση εκείνο ενός περιφρονητικού αγγέλου που μόλις και καταδεχόταν να ρίξει μια ματιά στους θνητούς. Επιπλέον, τα λιγοστά θαύματα που είχαν αποδώσει σε αυτόν αποκάλυπταν μια κάποια ψυχική διαταραχή, όπως αυτό του τυφλού που δεν ανέκτησε την όραση μεν αλλά του βγήκαν τρία καινούρια δόντια δε, ή όπως αυτό του παραλύτου που δεν μπόρεσε να περπατήσει μεν αλλά παραλίγο να κερδίσει το λαχείο δε, ή όπως αυτό του λεπρού που του φύτρωσαν ηλιοτρόπια στις πληγές. Εκείνα τα θαύματα της παρηγοριάς που έμοιαζαν πιο πολύ με πλάκα, είχαν κλονίσει την υπόληψη του αγγέλου όταν η γυναίκα μεταμορφωμένη σε αράχνη ήρθε να την αποτελειώσει. Έτσι έγινε και ο πάτερ Γκονσάγκα γιατρεύτηκε δια παντός από τις αϋπνίες, και η αυλή του Πελάγιο ξανάγινε τόσο μοναχική όσο τον καιρό που έβρεχε για τρεις μέρες και τα καβούρια τριγυρνούσαν στα δωμάτια. 

Οι οικοδεσπότες δεν είχαν τίποτα για να κλάψουν. Με το χρήμα που μάζεψαν έκτισαν μια βίλα διώροφη, με βεράντες και κήπους, και τοιχώματα πολύ ψηλά ώστε να μην μπαίνουν καβούρια τον χειμώνα, και σιδερένιες μπάρες στα παράθυρα ώστε να μην χώνονται αγγέλοι. Ο Πελάγιο άνοιξε επιπλέον ένα εκτροφείο κουνελιών πολύ κοντά στο χωριό και παράτησε δια παντός τη δυσάρεστη απασχόληση του κλητήρα, και η Ελισέντα αγόρασε κάτι γυαλιστερά ψηλοτάκουνα παπούτσια και πολλά φουστάνια από ιριδίζον μετάξι, τα οποία και χρησιμοποιούσαν οι πιο αξιοζήλευτες κυρίες τις Κυριακές των καιρών εκείνων. Το κοτέτσι ήταν και το μόνο που δεν έτυχε προσοχής. Κι αν καμιά φορά το πλύνανε με αντισηπτικό κι έκαψαν μέσα του σταγόνες μύρου, δεν ήταν για να αποδώσουν τιμές στον άγγελο, παρά για να ξορκίσουν τη δυσωδία απ’ το σκουπιδαριό που τριγυρνούσε πια σαν το φάντασμα παντού, παλιώνοντας το καινούριο σπίτι. Στην αρχή, όταν ο μικρός άρχισε να περπατάει, πρόσεχαν να μην είναι κοντά στο κοτέτσι. Όμως αργότερα ξεχνούσαν σιγά-σιγά τον φόβο συνηθίζοντας και την μπόχα, και πριν καλά-καλά ο μικρός βγάλει δόντια, είχε χωθεί κι έπαιζε στο κοτέτσι, του οποίου το σαπισμένο συρματόπλεγμα γινότανε κομμάτια. Ο άγγελος δεν ήταν λιγότερο απαθής με αυτόν απ’ ό,τι με τους υπόλοιπους θνητούς, αλλά ανεχόταν τις πιο ευφυείς ζαβολιές  με μια υπακοή σκυλού χωρίς αυταπάτες. Κόλλησαν και οι δυο τους ανεμοβλογιά ταυτόχρονα. Ο γιατρός που εξέτασε τον μικρό δεν άντεξε τον πειρασμό να μην ακροαστεί τον άγγελο, και βρήκε τόσα φυσήματα στην καρδιά και τόσους θορύβους στα νεφρά, που του φάνηκε αδιανόητο να είναι ζωντανός. Αυτό που τον εντυπωσίασε περισσότερο, ωστόσο, ήταν η λογική των φτερών του. Ταίριαζαν τόσο φυσικά σε εκείνον τον ολοκληρωτικά ανθρώπινο οργανισμό, που δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί δεν τα είχαν και οι υπόλοιποι άνθρωποι.

Όταν ο μικρός πήγε σχολείο, ήταν καιρός που ο ήλιος και η βροχή είχαν ρημάξει το κοτέτσι. Ο άγγελος σερνότανε από κει κι από δω σαν αδέσποτος ετοιμοθάνατος. Τον πέταγαν με τις κλωτσιές από το ένα υπνοδωμάτιο, και μια στιγμή αργότερα τον συναντούσαν στην κουζίνα. Έμοιαζε να βρίσκεται σε τόσα μέρη ταυτόχρονα, που έφτασαν να σκέφτονται πως διχαζόταν, πως επαναλάμβανε τον εαυτό του σε ολόκληρο το σπίτι, με την αγανακτισμένη Ελισέντα να φωνάζει έξω φρενών πως ήταν δυστυχία να ζεις σ’ εκείνη την κόλαση γεμάτη αγγέλους. Ίσα που έτρωγε, με τα παλαιοπώλη μάτια του να έχουν καταντήσει τόσο θολά που έπεφτε πάνω στις κολώνες του σπιτιού, και δεν του έμεναν πια παρά οι τελευταίες ξεπουπουλιασμένες φτερούγες. Ο Πελάγιο του ’ριξε πάνω του μια κουβέρτα και του έκανε τη χάρη να τον αφήσει να κοιμηθεί στο υπόστεγο, και μόνο τότε κατάλαβαν πως περνούσε τη νύχτα μέσα σε παραλήρημα από τον πυρετό, με γλωσσοδέτες νορβηγού γέροντα. Ήταν εκείνη μια απ’ τις λίγες φορές που πραγματικά ανησύχησαν, γιατί σκεφτήκαν πως θα πέθαινε, και ούτε καν η σοφή γειτόνισσα δεν μπορούσε να τους πει τι κάνανε τους πεθαμένους αγγέλους.

Παρά ταύτα, όχι μόνο επέζησε του χειρότερου χειμώνα του, αλλά φάνηκε να παίρνει τα πάνω του  με τις πρώτες ηλιοφάνειες. Έμεινε ακίνητος πολλές μέρες στην πιο απόμερη γωνιά της αυλής, ώστε κανείς να μην τον βλέπει, και στις αρχές του Δεκέμβρη άρχισαν να του βγαίνουν στα φτερά κάτι μεγάλες και γερές φτερούγες, φτερούγες ηλικιωμένου πτηνού, που περισσότερο έμοιαζαν με νέο σύμπτωμα παρακμής. Όμως αυτός πρέπει να γνώριζε τον λόγο των αλλαγών αυτών, γιατί πρόσεχε πάρα πολύ να μην τις αντιληφθεί κανείς, και κανείς να μην ακούει τα τραγούδια των θαλασσοπόρων που τραγουδούσε μερικές φορές κάτω από τα αστέρια. Ένα πρωί, εκεί που η Ελισέντα έκοβε ροδέλες το κρεμμύδι για το μεσημεριανό, ένας άνεμος που έμοιαζε να ’ναι απ’ το πέλαγος χώθηκε μες στην κουζίνα. Τότε ξεπρόβαλε απ’ το παράθυρο κι έμεινε έκπληκτη από τις πρώτες απόπειρες απογείωσης του αγγέλου. Ήταν τόσο άγαρμπες που έσκαψε με τα νύχια του ένα αυλάκι στο χώμα με τα λαχανικά, και ήταν έτοιμος να διαλύσει το υπόστεγο μ’ εκείνα τα αδέξια φτεροκοπήματα που γλίστραγαν στο φως και δεν έβρισκαν αντίσταση στον αέρα. Όμως κατάφερε να κερδίσει ύψος, και η Ελισέντα έβγαλε μιαν ανάσα ανακούφισης, για κείνη και για κείνον, όταν τον είδε να περνά πάνω κι από τα τελευταία σπίτια, να κρατιέται με οποιονδήποτε τρόπο μ’ ένα φτεροκόπημα γέρο-γύπα στην τύχη. Συνέχισε να τον βλέπει μέχρι που τελείωσε το κρεμμύδι που έκοβε, και συνέχισε να τον βλέπει ακόμη και όταν πια δεν ήταν δυνατόν να τον βλέπει, επειδή τότε πια δεν ήταν ένα εμπόδιο στη ζωή της, παρά ένα φανταστικό σημείο στον ορίζοντα της θάλασσας.

Απόδοση στα ελληνικά: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου

Τρίτη 19 Ιουλίου 2016

Ισαμπέλ Αγιέντε: Αφροδίτη (1997)



Η χιλιανή συγγραφέας Ισαμπέλ Αγιέντε γεννήθηκε στις 2 Αυγούστου του 1942 και είναι μέλος της Ακαδημίας Γραμμάτων και Τεχνών των Η.Π.Α. Τα έργα της έχουν φτάσει τα 65 εκατομμύρια πωλήσεις παγκοσμίως κι έχουν μεταφραστεί σε 35 γλώσσες. Θεωρείται η πιο πολυδιαβασμένη συγγραφέας ισπανικής γλώσσας, που είναι ακόμη εν ζωή. Το αυτοβιογραφικό της έργο Αφροδίτη, του οποίου η εισαγωγή ακολουθεί μεταφρασμένη, εκδόθηκε το 1997.


Αφροδίτη (Εισαγωγή),
της Ισαμπέλ Αγιέντε (1997)

Μετανιώνω τόσο για τις δίαιτες, για κείνες τις υπέροχες γεύσεις που απέρριψα λόγω ματαιοδοξίας, όσο και για τις ευκαιρίες να κάνω έρωτα που άφησα να προσπεράσουν για ν’ ασχοληθώ με εκκρεμείς υποθέσεις ή λόγω πουριτανισμού. Στους περιπάτους μου μεσ’ από τους κήπους της μνήμης, ανακαλύπτω πως οι αναμνήσεις μου  σχετίζονται με τις αισθήσεις. Η θεία μου η Τερέσα, αυτή που έφτασε να μεταμορφωθεί σε άγγελο με φτερουγίτσες στους ώμους, θα είναι πάντοτε συνδεδεμένη με τη μυρωδιά μιας καραμέλας με άρωμα μενεξέ. Με το που έκανε την εμφάνισή της σπίτι μας εκείνη η καταπληκτική αρχόντισσα, με το γκρίζο της φουστάνι που φώτιζε διακριτικά ένας μεταξωτός γιακάς και μ’ ένα πρόσωπο βασίλισσας εστεμμένης από χιόνι, τρέχαμε τα παιδιά στο διάβα της κι εκείνη άνοιγε με τελετουργικές κινήσεις την πολυκαιρισμένη τσάντα της, πάντα την ίδια, έβγαζε το χρωματιστό μεταλλικό κουτάκι και μας έδινε από μια καραμέλα μενεξεδένια. Κι από τότε, κάθε φορά που η χαρακτηριστική ευωδιά του μενεξέ υποδήλωνε την παρουσία του στον αέρα, η εικόνα της άγιας εκείνης θείας, που έκλεβε λουλούδια απ’ τους ξένους κήπους για να τα πάει στους ετοιμοθάνατους του ασύλου, επιστρέφει ανέγγιχτη στην ψυχή μου. Σαράντα χρόνια αργότερα έμαθα πως επρόκειτο για το σήμα κατατεθέν της Ιωσηφίνας Βοναπάρτη, η οποία εμπιστευόταν τυφλά την αφροδισιακή δύναμη εκείνου του φευγαλέου αρώματος που όσο γρήγορα ξεπηδά με ένα σφρίγος σχεδόν μεθυστικό, άλλο τόσο εξαφανίζεται δίχως ν’ αφήσει ίχνη, για να επιστρέψει στη στιγμή έχοντας ξανανιώσει. Οι εταίρες στην αρχαία Ελλάδα το χρησιμοποιούσαν πριν από κάθε ερωτική συνεύρεση για ν’ αρωματίσουν την ανάσα και τις ερωτογενείς περιοχές, αφού αναμεμειγμένο με τη φυσική μυρωδιά της αναπνοής και των γυναικείων εκκρίσεων, ξυπνά τη μελαγχολία των πρεσβυτέρων και αναστατώνει με τρόπο ανυπόφορο το πνεύμα των νεαρών ανδρών. Στο Τάντρα, μια μυστικιστική και πνευματική φιλοσοφία που εξυμνεί την συνένωση των αντιθέτων σε κάθε επίπεδο, από το κοσμικό μέχρι το πιο ασήμαντο, και στην οποία ο άνδρας και η γυναικά αποτελούν αντανακλάσεις θεϊκών δυνάμεων, το μενεξεδί είναι το χρώμα της θηλυκής ερωτικότητας, γι αυτό και το έχουν υιοθετήσει κάποια φεμινιστικά κινήματα.     


Μετάφραση στα ελληνικά: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου



Παρασκευή 8 Ιουλίου 2016

Άνα Μαρία Ματούτε: Το ξερό κλαδί (La rama seca)



Η ισπανίδα συγγραφέας Άνα Μαρία Ματούτε (1925-2014) υπήρξε μία από τις σημαντικότερες φωνές μεταπολεμικά της ιβηρικής χώρας. Μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας της Ισπανίας, έγινε η τρίτη μόλις γυναίκα που βραβεύτηκε με το Βραβείο Θερβάντες το 2010. Το διήγημα της La rama seca, του οποίου η μετάφραση ακολουθεί, εκδόθηκε το 1961.
 
Foto: elmundo.es

Το ξερό κλαδί,
της Άνα Μαρία Ματούτε

Ήταν μόλις τριών χρονώ και ακόμη δεν την παίρνανε στους αγρούς. Ήταν ο καιρός της σοδειάς, με μια ζέστη μεγάλη, ζεματιστή, απάνω στα μονοπάτια. Την αφήνανε στο σπίτι, κλεισμένη με κλειδί, και της λέγανε:

-Να είσαι καλή, να μην κανείς φασαρία: κι αν, πες, σου συμβεί κάτι, βγες στο παράθυρο και φώναξε τη δόνα Κλεμεντίνα. 

Κείνη έλεγε ναι με το κεφάλι. Όμως τίποτα δεν της συνέβαινε ποτέ, και περνούσε τη μέρα καθισμένη στην άκρη του παραθυριού, παίζοντας με την «Πίπη».

Η δόνα Κλεμεντίνα την έβλεπε από το κτηματάκι της. Τα σπίτια τους ήταν κολλημένα το ένα στο άλλο, αν και της δόνα Κλεμεντίνα ήταν πολύ πιο μεγάλο, κι είχε, επιπλέον, ένα κτήμα με μια αχλαδιά και δυο δαμασκηνιές. Στην άλλη μεριά του τοίχου ανοιγότανε το παραθυράκι πίσω απ’ το οποίο καθότανε πάντα το κοριτσάκι. Κάπου-κάπου, η δόνα Κλεμεντίνα σήκωνε τα μάτια απ’ τα ραφτικά της και την κοίταζε.  

-Τι κανείς, κοριτσάκι;

Το κορίτσι είχε ένα προσωπάκι αδύνατο, χλωμό, ανάμεσα σε δυο λεπτές, μαύρες ξεθωριασμένες κοτσίδες.

-Παίζω με την «Πίπη», έλεγε.

Η δόνα Κλεμεντίνα συνέχιζε να ράβει, και μήτε ξαναγύριζε η σκέψη της στο κορίτσι. Έπειτα, λίγο-λίγο, άκουγε κείνα τα παράξενα χαζολογήματα που έρχονταν από ψηλά, μέσα από τα κλαδιά της αχλαδιάς. Στο παραθύρι της, η μικρούλα των Μεδιαβίγια περνούσε τη μέρα της μιλώντας, κατά πως φαινόταν, με κάποιον. 

-Με ποιον μιλάς, εσύ;

-Με την «Πίπη». 

Η δόνα Κλεμεντίνα, μέρα τη μέρα, γέμισε από μια ελαφρά, τρυφερή περιέργεια για το κορίτσι και την «Πίπη».

Η δόνα Κλεμεντίνα ήταν παντρεμένη με τον δον Λεόνσιο, τον γιατρό. Ο δον Λεόνσιο ήταν ένας άνδρας αυστηρός που ’χε αφεθεί στο κρασί, και περνούσε τη μέρα του κρατώντας σε απόσταση το χωριό και τους κατοίκους του. Δεν είχανε παιδιά κι η δόνα Κλεμεντίνα είχε πια αποδεχτεί τη μοναξιά της. Στην αρχή, ίσα που σκεφτότανε το πλασματάκι εκείνο, επίσης μοναχικό, που καθότανε στο άνοιγμα του παραθυριού. Από συμπόνια την κοιτούσε κάπου-κάπου και βεβαιωνότανε πως δεν της συνέβαινε τίποτε άσχημο. Η κυρά Μεδιαβίγια τής το ’χε ζητήσει:

-Δόνα Κλεμεντίνα, μιας και ράβετε στο κτήμα τ’ απογεύματα, θέλετε να ρίχνετε κάπου-κάπου μια ματιά στο παράθυρο, μπας και συμβεί τίποτα στη μικρή; Ξέρετε τώρα, είναι ακόμα μικρή να την παίρνουμε σε τέτοια μέρη…

-Ναι, κοπέλα μου, δεν μου κάνει κόπο. Μείνε ήσυχη…

Έπειτα, λίγο-λίγο, με το κοριτσάκι των Μεδιαβίγια και τα ακατάληπτα χαζολογήματά του, εκεί ψηλά, έπιασε να το παίρνει κατάκαρδα.

-Όταν θα τελειώσουν με τις δουλειές στους αγρούς και επιστρέψει το κορίτσι για παιχνίδι στον δρόμο, θα μου λείψει, μονολογούσε.

Μια μέρα, επιτέλους, κατάλαβε ποια ήταν η «Πίπη».

-Η κούκλα, της εξήγησε  το κορίτσι.

-Δειξ’ τη μου…

Το κορίτσι σήκωσε μες στο χωματιασμένο χέρι του ένα αντικείμενο που η δόνα Κλεμεντίνα δεν μπορούσε να δει καθαρά.

-Δεν την βλέπω, κόρη μου. Πέτα μου την…

Το κορίτσι δίστασε.

-Αλλά μετά, θα μου την γυρίσετε;

-Φυσικά…

Το κορίτσι τής πέταξε την «Πίπη» κι η δόνα Κλεμεντίνα, όταν την είχε πια στα χέρια της, έκατσε να σκεφτεί.

Η «Πίπη» ήταν απλά ένα ξερό κλαδάκι τυλιγμένο μέσα σ’ ένα κομμάτι ρετάλι στερεωμένο μ’ έναν σπάγκο. Την γύρισε ανάποδα ανάμεσα στα δάχτυλα και κοίταξε με κάποια θλίψη προς το παράθυρο. Το κορίτσι την παρατηρούσε με μάτια ανυπόμονα κι άπλωνε τα δυο της χέρια.

-Μου την πετάτε, δόνα Κλεμεντίνα;

Η δόνα Κλεμεντίνα σηκώθηκε απ’ την καρέκλα και ξαναέριξε την «Πίπη» προς το παράθυρο. Η «Πίπη» πέρασε πάνω από το κεφάλι της μικρής και μπήκε μες στο σκοτάδι του σπιτιού. Το κεφάλι του κοριτσιού εξαφανίστηκε κι έπειτα από λίγο ξεπρόβαλε και πάλι, απορροφημένο στο παιχνίδι του. 

Από κείνη τη μέρα η δόνα Κλεμεντίνα αρχίνησε να την ακούει. Το κορίτσι μίλαγε ακούραστα με την «Πίπη».

-«Πίπη», μη φοβάσαι, κάτσε ήσυχη. Αχ, «Πίπη», πώς με κοιτάς έτσι! Θα πιάσω ένα ματσούκι και θα του την σπάσω την κεφάλα του λύκου. Μη φοβάσαι, «Πίπη»… Κάτσε κάτω, μείνε ήσυχη, θα σ’ τα πω, ο λύκος βρίσκεται τώρα κρυμμένος στο βουνό…

Το κορίτσι μιλούσε στην «Πίπη» για τον λύκο, για τον ζητιάνο που ’χε το σάκο του γεμάτο από ψόφιους γάτους, για τον φούρνο που ’φτιάχναν το ψωμί, για το φαγητό. Σαν έφτανε η ώρα για να φάει, το κορίτσι έπιανε το πιάτο που η μάνα τής είχε αφήσει σκεπασμένο, δίπλα στη θράκα. Το πήγαινε στο παράθυρο κι έτρωγε αργά, με το κοκάλινο κουτάλι της. Είχε την «Πίπη» στα γόνατα, και την έβαζε και μοιραζότανε το γεύμα της.

-Άνοιξ’ το στόμα, «Πίπη», μην κάνεις σαν χαζή…

Η δόνα Κλεμεντίνα την άκουγε σιωπηλή. Την αφουγκραζότανε, ρουφούσε την κάθε της λέξη. Το ίδιο αφουγκραζότανε τον αγέρα, πάνω στη χλόη κι ανάμεσα στα κλαδιά, την χλαπαταγή απ’ τα πουλιά και τον θόρυβο από τ’ αυλάκι. 

Μια μέρα, το κορίτσι έπαψε να βγαίνει στο παράθυρο. Η δόνα Κλεμεντίνα ρώτησε την κυρά Μεδιαβίγια:

-Κι η μικρή;

-Αχ, μου βγήκε κι αρρωστιάρα, ξέρετε τώρα. Ο δον Λεόνσιο λέει πως κόλλησε τον μελιταίο πυρετό.

-Δεν ήξερα τίποτα…

Φυσικά, και πώς να ήξερε κάτι; Ο άντρας της ποτέ δεν της έλεγε τα νέα του χωριού.

-Ναι, συνέχισε να της εξηγεί η Μεδιαβίγια. Όλοι ξέρουν πως κάποια μέρα πρέπει ν’ άφησα το γάλα άβραστο… το ξέρετε; Έχεις και τόσα να κάνεις πια! Δείτε τώρα, μέχρι να γιάνει, πρέπει να στερηθώ την αγκαλιά του Πασκουαλίν.  

Ο Πασκουαλίν ήταν δώδεκα χρονώ και κατά τη διάρκεια της ημέρας τον πρόσεχε το κορίτσι. Στην πραγματικότητα, ο Πασκουαλίν έβγαινε στους δρόμους ή πήγαινε να κλέψει φρούτα στο γειτονικό κτήμα, στου παπά ή στου δημάρχου. Κάποιες φορές, η δόνα Κλεμεντίνα άκουγε το κορίτσι που του φώναζε. Μια μέρα αποφάσισε να πάει, αν και ήξερε ότι ο σύζυγός της θα την κατσάδιαζε.

Το σπίτι ήταν στενό, σκοτεινό και μύριζε άσχημα. Δίπλα στον στάβλο ξεπρόβαλλε μια σκάλα, στην οποία κοιμόντουσαν οι κότες. Ανέβηκε, πατώντας προσεκτικά τα φαγωμένα απ’ το σαράκι σκαλοπάτια που τρίζανε από το βάρος της. Το κορίτσι πρέπει να την άκουσε, γιατί φώναξε:

-Πασκουαλίν! Πασκουαλίν!  

Μπήκε σ’ ένα δωμάτιο πολύ μικρό, όπου το φυσικό φως ίσα που έμπαινε από ένα στενόμακρο παράθυρο. Έξω, από την άλλη τη μεριά, πρέπει να κουνιόντουσαν τα κλαδιά κάποιου δέντρου, γιατί το φως ήτανε χρώμα πράσινο ανοιχτό και ζωηρό, παράξενο σαν τ’ όνειρο στο σκοτάδι. Η δέσμη απ’ αυτό το πράσινο φως ερχότανε κι έπεφτε πάνω στο κεφαλάρι του σιδερένιου κρεβατιού, στο οποίο βρισκότανε το κορίτσι. Με το που την είδε, άνοιξε πιο πολύ τα μισόκλειστα βλέφαρά του.

-Γεια σου, μικρούλα, είπε η δόνα Κλεμεντίνα. Πώς είσαι;

Το κορίτσι άρχισε να κλαίει μ’ έναν τρόπο αχνό και σιωπηλό. Η δόνα Κλεμεντίνα την πήρε αγκαλιά και χάζεψε το κιτρινωπό της προσωπάκι, ανάμεσα στις μαύρες κοτσιδούλες.     

-Να το ξέρετε, είπε το κορίτσι, ο Πασκουαλίν είναι κακός. Είναι γαϊδούρι. Πείτε του εσείς να μου γυρίσει την «Πίπη», που βαριέμαι χωρίς την «Πίπη»…

Συνέχιζε να κλαίει. Η δόνα Κλεμεντίνα δεν ήτανε συνηθισμένη να μιλάει σε παιδιά, και κάτι το παράξενο έσφιγγε τον λαιμό της και την καρδιά της.

Έφυγε από κει, σιωπηλά, κι έψαξε τον Πασκουαλίν. Καθότανε στον δρόμο, με την πλάτη του ν’ ακουμπά στον τοίχο του σπιτιού. Ήτανε ξυπόλητος και τα μαυρισμένα πόδια του, γυμνά, αστραποβολούσανε στον ήλιο σαν δυο κομμάτια από μπρούτζο.

-Πασκουαλίν, είπε η δόνα Κλεμεντίνα.

Το αγόρι σήκωσε προς το μέρος της το φοβητσιάρικο βλέμμα του. Οι κόρες στα μάτια του ήτανε γκρίζες, πολύ κοντά μεταξύ τους, και το μαλλί του, πλούσιο σαν κοριτσιού, απλωνότανε πάνω κι από τ’ αυτιά.  

-Πασκουαλίν, τι έκανες με την κούκλα της αδελφής σου; Να της την γυρίσεις.

-Έλα! Την κούκλα λέει! Νάτα μας τώρα!

Έκανε στροφή και κίνησε για το σπίτι, μουρμουρίζοντας.

Την επομένη μέρα, η δόνα Κλεμεντίνα επισκέφτηκε πάλι το κορίτσι. Μόλις την είδε, λες κι επρόκειτο για συνένοχο, η μικρή τής μίλησε για την «Πίπη»:

-Να μου φέρει την «Πίπη», πείτε του κι εσείς, να την φέρει…

Το κλάμα ανασήκωνε το στήθος του κοριτσιού, γέμιζε δάκρυα το πρόσωπο του, που τρέχανε αργά ως την κουβέρτα. 

-Θα σου φέρω εγώ μια κούκλα, μην κλαις.

Η δόνα Κλεμεντίνα είπε στον άντρα της το βράδυ:

-Θα πρέπει να κατέβω στο Φουενμαγιόρ, για ψώνια.

-Κατέβα, είπε ο γιατρός, με το κεφάλι χωμένο στην εφημερίδα.

Στις έξι το πρωί η δόνα Κλεμεντίνα πήρε το λεωφορείο της γραμμής και στις έντεκα κατέβηκε στο Φουενμαγιόρ.

Στο Φουενμαγιόρ υπήρχαν μαγαζιά, αγορά, κι ένα μεγάλο παζάρι που λεγόταν «Ελ Ιντεάλ». Η δόνα Κλεμεντίνα είχε μαζί της τις μικρές της οικονομίες, τυλιγμένες σ’ ένα μετάξινο μαντίλι. Στο «Ιντεάλ» αγόρασε μια κούκλα με κατσαρό μαλλί και κάτι στρογγυλά κι επίμονα μάτια, που της φάνηκε υπέροχη. «Η μικρή θα χαρεί πραγματικά», σκέφτηκε. Της κόστισε περισσότερο απ’ ό,τι φανταζότανε, όμως την πλήρωσε με την καρδιά της.

Νύχτωνε πια όταν έφτασε στο χωριό. Ανέβηκε τη σκάλα και, μ’ ένα ίχνος ντροπής για τον εαυτό της, παρατήρησε πως η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Η κυρά Μεδιαβίγια ήτανε πια σπίτι, ετοιμάζοντας το βραδινό. Μόλις την είδε, σήκωσε τα δυο της χέρια.

-Αχ, εσείς, δόνα Κλεμεντίνα! Θεός φυλάξοι, μην με παρεξηγήσετε που σας υποδέχομαι έτσι! Ποιος να το ’λεγε…!

Σταμάτησε τα επιφωνήματα.

-Ερχόμουν να δω τη μικρή, της έφερα ένα παιχνίδι…

Άφωνη από τη σαστιμάρα, η Μεδιαβίγια την έβαλε μέσα.

-Αχού, καημενούλα μου, κοιτά ποιος ήρθε να σε δει…

Το κορίτσι σήκωσε το κεφάλι από το μαξιλάρι. Η φλόγα απ’ το καντήλι του λαδιού, καρφωμένο στον τοίχο, τρεμόσβηνε, κιτρινωπή.

-Κοίτα τι σου φέρνω: σου φέρνω μια άλλη «Πίπη», πολύ πιο όμορφη.

Τα μαύρα μάτια του κοριτσιού είχανε γεμίσει από ένα φως καινούριο που σχεδόν ομόρφαινε το άσχημο προσωπάκι της. Ένα χαμόγελο άρχισε να σχηματίζεται, που πάγωσε αμέσως μόλις κοίταξε την κούκλα. Άφησε το κεφάλι να πέσει και πάλι στο μαξιλάρι, κι άρχισε να κλαίει αργά και σιωπηλά, ως συνήθως.

-Δεν ειν’ η «Πίπη», έλεγε. Δεν ειν’ η «Πίπη».

Η μάνα της άρχισε να ουρλιάζει:

-Κοιτάτε τη χαζή! Κοιτάτε, την αχάριστη! Αχ, για το Θεό, δόνα Κλεμεντίνα, μην δίνετε σημασία, η δεσποινίς από ’δω μας βγήκε καθυστερημένη…!

Τα βλέφαρα της δόνα Κλεμεντίνα πετάρισαν. (Όλοι στο χωριό ήξεραν πως ήτανε γυναίκα ντροπαλή και μοναχική, και της είχανε μια κάποια συμπόνια).

-Δεν πειράζει, κοπέλα μου, είπε, μ’ ένα χαμόγελο χλωμό. Δεν πειράζει.

Βγήκε έξω. Η κυρά Μεδιαβίγια έπιασε την κούκλα ανάμεσα στα τραχιά της χέρια, λες κι επρόκειτο για κάποιο λουλούδι.

-Αχ, μανούλα, τι ωραίο πράμα ειν’ τούτο! Κοιτάτε τη χαζή ετούτη…!

Την επομένη μέρα η δόνα Κλεμεντίνα μάζεψε από το κτήμα ένα ξερό κλαδάκι και το τύλιξε μ’ ένα ρετάλι.

Ανέβηκε να δει το κορίτσι:

-Σου ’φερα την «Πίπη» σου.

Το κορίτσι σήκωσε το κεφάλι με τη ζωντάνια της προηγούμενης μέρας. Και πάλι, η θλίψη ανέβηκε στα μάτια της.

-Δεν ειν’ η «Πίπη».

Μέρα με τη μέρα, η δόνα Κλεμεντίνα έραβε τη μία «Πίπη» μετά την άλλη, δίχως αποτέλεσμα. Μεγάλη στενοχώρια την κατέκλυζε, και το χαμπέρι έφτασε στ’ αυτιά του δον Λεόνσιο.

-Άκουσε, γυναίκα: να μην ξανακούσω σαχλαμάρες σαν και δαύτες… Δεν είμαστε δα, στις μέρες μας, να γινόμαστε κι ο περίγελος του χωριού! Να μην ξαναδείς αυτό το κορίτσι: θα πεθάνει, ούτως ή άλλως…

-Θα πεθάνει;

-Φυσικά, πού γιατρειά! Δεν υπάρχει δυνατότητα οι Μεδιαβίγια να σκέφτονται κάτι άλλο… Θα ’ναι καλυτέρα για όλους!

Έτσι λοιπόν, αμέσως μόλις μπήκε το φθινόπωρο, το κορίτσι πέθανε. Η δόνα Κλεμεντίνα ένιωσε μια μεγάλη στενοχώρια, κει μέσα της, κει όπου μια μέρα τής γεννήθηκε η τόσο τρυφερή περιέργεια για την «Πίπη» και τη μικρή μανούλα της.

Ήταν την επομένη άνοιξη, με τους πάγους να ’χουνε πλέον λιώσει, όταν ένα πρωινό, ψαχουλεύοντας στο χώμα, κάτω απ’ τις δαμασκηνιές, εμφανίστηκε το ξερό κλαδάκι, τυλιγμένο μες στο κομμάτι του από ρετάλι. Ήτανε καμένο απ’ το χιόνι, εύθραυστο, και το κόκκινο χρώμα του υφάσματος το ’χε γυρίσει σε ροζ ξεθωριασμένο. 

Η δόνα Κλεμεντίνα πήρε την «Πίπη» ανάμεσα στα δάχτυλα, την σήκωσε μ’ ευλάβεια και την κοίταξε, κάτω απ’ τις χλωμές ακτίνες του ηλίου.

-Αλήθεια είναι, μονολόγησε. Πόσο δίκιο είχε η μικρή! Τι υπέροχο θλιμμένο προσωπάκι που ’χει αυτή η κούκλα!

Μετάφραση στα ελληνικά: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου