Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

Αδόλφο Κουβ: Αλαμίρο



Μεταφρασμένα αποσπάσματα από το διήγημα-ποίημα του Χιλιανού Αδόλφο Κουβ, Αλαμίρο

articulo.mercadolibre.cl

2

Βροχή πέφτει στο τζάμι της κάμαρας. Ο κήπος σου και το στενό σου βρεμένα. Σε πρώτο πλάνο αυτό που πληγώνει την καρδιά μου, το τζάμι που ραπίζει το νερό.
Μια φωνή πίσω μου. Κάποιος μου προσφέρει μαρμελάδα μουντή με ζάχαρη.
Η μαρμελάδα μου φέρνει στο νου μιαν απόσταση μεγάλη. Είναι η γιαγιά μου που την έχει στείλει από τον νότο: «Μαρμελάδα για το χειμώνα».
Πάντα ο νότος θα είναι μια μέρα με βροχή και η γιαγιά μου ένα πρόσωπο μακρινό του χειμώνα.

[…]

4

Ο πατέρας μου με βγάζει βόλτα με το ποδήλατο.
«Ανοιχτά τα πόδια!».
Αμέλησα τη συμβουλή κι έχω χτυπήσει, κλαίω. Όλα εκτυλίσσονται στην είσοδο μιας πολυκατοικίας. Ο πατέρας μου τηλεφωνεί. Έχω βάλει το πόδι στις ακτίνες της ρόδας. Η μάνα μου σ’ ένα μπαλκόνι μάς υποδέχεται με φωνές και πετά ένα παπούτσι στον πληγωμένο.
Η εικόνα αυτή παραμένει πεντακάθαρη, όλα είναι ακίνητα, μόνο το παπούτσι διαγράφει ένα τόξο πέφτοντας, αναδεικνύοντας τον κήπο.

[…]

6

Ο πατέρας μου τρώει. Τον παρατηρώ προσεκτικά. Είμαι πολύ μικρός, δεν φτάνω στο τραπέζι.
Η συζήτηση που έχουν πιάσει οι γονείς μου μοιάζει με ψόγο εναντίον μου.
Το χέρι του πατέρα μου φτιάχνει έναν βόλο από την ψίχα του ψωμιού, που αναπάντεχα μου πετά στο μάτι.

[…]

14

Ήμουν εφτά χρονώ όταν εγκαταλείφθηκα στο σπίτι των παππούδων.
«Εγώ τα ’χω μεγαλώσει πια τα δικά μου», έλεγε η γιαγιά μου.
Παγωμένος απ’ τον φόβο σ’ ένα τεράστιο κρεβάτι, ακούω μακρινές φωνές ν’ ανεβαίνουν από την τραπεζαρία.  Η αδελφή μου με νυχτικό διαπερνά τη νύχτα και μου σπρώχνει τον αγέρα που έκανε τα δέντρα να θροΐζουν.

ΑΛΑΜΙΡΟ
Αδόλφο Κουβ

Μετάφραση στα ελληνικά: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου
Επιμέλεια/διόρθωση: Ειρήνη Χατζηκουμή


Τρίτη 9 Ιουνίου 2015

Εδουάρδο Μεντόθα: La ciudad de los prodigios



Μεταφρασμένο απόσπασμα από το μυθιστόρημα La ciudad de los prodigios[1] του Eduardo Mendoza, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Seix Barral.

www.bibliofiloenmascarado.com


Όπως θα διαπίστωνε ο Ονόφρε μετά από ώρες κατασκοπείας, η Δελφίνα εγκατέλειπε κάθε πρωί την πανσιόν μόνο για μια ώρα το πρωί κι αυτή σκάρτη, προκειμένου να πάει για ψώνια. Με τη σκέψη πως τούτη θα ήταν μια καλή ευκαιρία για να την πλευρίσει, παρέβλεψε για ένα πρωινό τις δουλειές του κι ακολούθησε την παραδουλεύτρα ως την αγορά. Η Δελφίνα έβγαινε εφοδιασμένη με δυο μεγάλες ψάθινες τσάντες, παρέα με τον γάτο. Βάδιζε με βήμα αποφασιστικό, αν και κάπως αφηρημένη, σαν να βρισκόταν αλλού. Εξαιτίας αυτής της της αφηρημάδας, τα ξυπόλητα πόδια της χώνονταν μες στους νερόλακκους και στους σωρούς των σκουπιδιών. Τα παιδιά που αλώνιζαν στα στενά την έβλεπαν να περνά χωρίς πολλά-πολλά. Ο φόβος του γάτου ήταν αυτός που τα απέτρεπε από το να τα βάλουν μαζί της και να της πετάξουν πέτρες ή άλλα σκουπίδια. Ούτε οι γυναίκες στους πάγκους της αγοράς δεν εκτιμούσαν τη Δελφίνα. Δεν συμμετείχε ποτέ στα κουσκούς και ήταν ιδιαιτέρως απαιτητική ως προς το ζύγι και την ποιότητα των προϊόντων. Τα δε παζάρια της, ανηλεή. Πάντοτε αγόραζε πράγματα σε άσχημη κατάσταση, αποσκοπώντας στο να της κάνουν έκπτωση. Εάν η πωλήτρια της έλεγε πως το λάχανο δεν είχε σαπίσει και πως ακόμη διατηρούσε σημάδια φρεσκάδας, η Δελφίνα αντιδρούσε πως δεν ήταν έτσι, πως το λάχανο μύριζε απαίσια, πως είχε γεμίσει σκουλήκια και πως δεν ήταν διατεθειμένη να πληρώσει μια περιούσια για σαβούρες σαν και δαύτη. Εάν η πωλήτρια στύλωνε τα πόδια κι ανέβαιναν οι τόνοι, η Δελφίνα βούταγε τον γάτο απ’ την κοιλιά, και τον ακουμπούσε στον πάγκο. Αυτός αμέσως καμπούριαζε τη ράχη, όρθωνε το τρίχωμα κι έβγαζε τα νύχια. Η μπαμπεσιά έφερνε αποτέλεσμα: η πωλήτρια, σκιαγμένη, τελικά υποχωρούσε. Ορίστε, ορίστε, της έλεγε, πάρτε το λάχανο και πληρώστε με ό,τι έχετε ευχαρίστηση, αλλά μην ξανάρθετε  από το πόστο μου, γιατί δεν σκοπεύω να σας εξυπηρετήσω άλλη φορά, ελπίζω να μ’ ακούσατε. Η Δελφίνα σήκωνε τους ώμους κι επέστρεφε την επομένη μέρα με τις ίδιες βλέψεις. Οι πωλήτριες χλώμιαζαν από θυμό όταν την έβλεπαν, ενώ είχαν πλησιάσει και μια μάγισσα που περιφερόταν στην αγορά, για να της κάνει μάγια - κι ακόμη περισσότερο στον γάτο. Όλα αυτά τα διαπίστωσε ο Ονόφρε, χωρίς την παραμικρή δυσκολία, από τα ανερυθρίαστα σχόλια των πωλητριών όταν ένιωθαν απελευθερωμένες από την παραδουλεύτρα και τον μοχθηρό της γάτο.    

Μετάφραση στα ελληνικά: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου
Επιμέλεια/διόρθωση: Ειρήνη Χατζηκουμή 



[1] Κυκλοφορεί στα ελληνικά με τον τίτλο Η πόλη των θαυμάτων από τις εκδόσεις Ζαχαρόπουλος.

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2015

Χουάν Χοσέ Μιγιάς: Τυποποιημένα προϊόντα




commons.wikimedia.org
Η μάνα μου δεν ήταν σε θέση να επιλύσει το παραμικρό, αν δεν το μετέτρεπε προηγουμένως σε σίριαλ. Όπως ο μαθηματικός που δεν μπορεί να χωνέψει την πραγματικότητα αν δεν την παγιδεύσει σε μια εξίσωση, έτσι κι εκείνη δεν μπορούσε να χωνέψει την οποιαδήποτε δυσκολία  οικιακής φύσης, αν δεν την έκανε να μοιάζει με καταστροφή. Τόσο περίεργοι είμαστε εμείς οι άνθρωποι. Έχουμε την ανάγκη να επεξεργασθούμε τις πρώτες ύλες –είτε αυτές είναι πατάτες είτε υδράργυρος- για να καταλάβουμε το τι τελικά μπορούν να κάνουν. Δεν έχουμε ιδέα από  χρυσό, για παράδειγμα, έως ότου τον μετατρέψουμε σε κολιέ. Θα μπορούσαμε και να τον απολαμβάνουμε έτσι όπως είναι στη φύση, αλλά μπα. Πρέπει να τον εξορύξουμε από τα έγκατα της γης, να τον λιώσουμε, να τον βάλουμε στο καλούπι και μετά στη βιτρίνα. Τότε μόνο είναι που θα πούμε: «Υπέροχο. Ωραίο πράμα ο χρυσός!»

Το ότι παίρνουμε σαρδέλες και τις μετατρέπουμε σε κονσέρβα  είναι η θετική πλευρά αυτής μας της τάσης. Η μάνα μου στα δικά της σίριαλ χρησιμοποιούσε ως πρώτη ύλη  τις μικρές καθημερινές οικιακές αναποδιές. Ας πούμε ότι μια Δευτέρα μας είχε τελειώσει η φιάλη υγραερίου και ότι ο διανομέας θα ξαναπερνούσε  την Τρίτη. Φυσικά και δεν ήταν και καμιά τραγωδία, αφού εμείς τα παιδιά τρελαινόμασταν για σάντουιτς.  Άσε που θα 'σπαγε και η μονοτονία. Αλλά εκείνη, τι να τραβάει τα μαλλιά της, τι να τρέχει από δω κι από κει, βγάζοντας κάτι ουρλιαχτά να σου σηκώνεται η τρίχα. Τι κι αν ο πατέρας μου προσπαθούσε να την συνεφέρει, εκείνη τον απόπαιρνε  πως αυτός  να μην ασχολείται με αυτά, σίγουρη πια πως έχει γίνει η υπηρέτρια όλων αυτών που την κοιτούσαν αποσβολωμένοι. 

Στη μισή ώρα χωρίς υγραέριο, ο πατέρας μου απελπισμένος από τις κατσάδες και τις φωνές της, άρχιζε να κοπανάει τις πόρτες και να απειλεί ότι θα πηδήξει από το μπαλκόνι. Με τη μικρή μου αδελφή, τρομοκρατημένη από το θέαμα, να έχει βάλει τα κλάματα και τους γείτονες να απειλούν πως θα φωνάξουν την αστυνομία, αν δεν σταματούσε το πανηγύρι. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, τη στιγμή δηλαδή που το σύμπαν ήταν έτοιμο να ανατιναχθεί, μαζί μ’ εμάς φυσικά, η μανά μου διέσχιζε τον δρόμο κι επέστρεφε στο λεπτό μ’ ένα θριαμβευτικό χαμόγελο και με τη φιάλη που της είχε δανείσει η αδελφή της που έμενε απέναντι. Το ότι έπιανε και κατηγορούσε τον πάτερα μου που είχε σκεφτεί να αυτοκτονήσει για μια τέτοια χαζομάρα δεν παραξένευε κανέναν. «Δεν θα 'σαι με τα καλά σου», του έλεγε, την ώρα που έπαιρνε αγκαλιά την αδελφή μου για να σταματήσει το κλάμα. Εγώ κατέβαινα στον δρόμο σκυφτός, προσπαθώντας να μετατρέψω το συμβάν σε κάποιο τυποποιημένο προϊόν, μήπως και καταφέρω να το καταλάβω. Όμως ακόμη δεν το 'χω καταλάβει, και με το να γράφω τώρα εδώ δεν κάνω τίποτα περισσότερο από το να παίρνω την πρώτη ύλη της πραγματικότητας και να την μετατρέπω σε λογοτεχνία, μήπως  κι εγώ την χωνέψω.  

Χουάν Χοσέ Μιγιάς
Τα αντικείμενα μας φωνάζουν

Απόδοση στα ελληνικά: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου
Επιμέλεια/διόρθωση: Ειρήνη Χατζηκουμή



Πέμπτη 9 Απριλίου 2015

Ακόμη δεν γνωρίζουμε ούτε το ποιοι ούτε το γιατί σκότωσαν τον Χριστό



Άρθρο της εφημερίδας Ελ Παϊς με θέμα το μυστήριο του θανάτου του Ιησού, αλλά και τη διαχρονική προσέγγιση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Ευχαριστώ την Ειρήνη Χατζηκουμή για την πολύτιμη βοήθειά της.

gr.forwallpaper.com

Από διάφορα εδάφια των τεσσάρων Ευαγγελίων προκύπτουν έως και 7 εκδοχές, διαφορετικές κι αντικρουόμενες, ως προς τη Σταύρωση
Κάθε φορά που πλησιάζουν οι εορτασμοί της Μεγάλης Εβδομάδας, οι χριστιανοί αναρωτιούνται ποιοι καταδίκασαν τον Χριστό και υπό ποιες συγκεκριμένες κατηγορίες. Ήταν οι Ιουδαίοι αυτοί που Τον έσυραν στον Σταυρό ή μήπως οι Ρωμαίοι, που τον καιρό εκείνο είχαν τον έλεγχο της Παλαιστίνης, θεωρώντας Τον απειλή για την τάξη;
 «Προσευχόμαστε για τους άπιστους Ιουδαίους»… «Άκουσε, Θεέ, τη δέησή μας για τον παραλογισμό του λαού εκείνου, ούτως ελευθερωθεί από το σκότος». Πρόκειται για την προσευχή που απαγγέλουν εκατομμύρια καθολικοί στη Λειτουργία της Μεγάλης Παρασκευής από το 1570, όταν ο πάπας Πίος Ε’ δημιούργησε τη Ρωμαιοκαθολική Σύνοψη.
Εκείνη η υβριστική για την ιουδαϊκή θρησκεία προσευχή -θρησκεία από την οποία γεννήθηκε ο χριστιανισμός- υπονοούσε, κι έτσι το εκλάμβαναν οι πιστοί, πως ήταν οι Ιουδαίοι αυτοί που σκότωσαν τον Χριστό. Ο ισραηλινός συγγραφέας Άμος Οζ το λέει ανοιχτά: «Για χιλιετίες ολόκληρες η Καθολική Εκκλησία αφιερώθηκε στο να χαρακτηρίζει τους Εβραίους ως δολοφόνους του Ιησού».
Ωστόσο, σήμερα οι ιστορικοί τείνουν να αναγνωρίσουν πως ήταν οι Ρωμαίοι κι όχι οι Ιουδαίοι αυτοί που καταδίκασαν τον επαναστάτη Προφήτη.
Βασίζονται σε δυο συγκεκριμένα επιχειρήματα: από τη μία, η σταύρωση ήταν άγνωστη ως μορφή θανατικής ποινής στους Ιουδαίους, οι οποίοι προτιμούσαν τον λιθοβολισμό, τον αποκεφαλισμό και την καρατόμηση ως ποινές. Η σταύρωση ήταν ειδικότητα των Ρωμαίων για την τιμωρία πολιτικών επαναστατών. Από την άλλη, τον καιρό του Ιησού, με τους Ρωμαίους να έχουν καταλάβει την Παλαιστίνη, οι ιουδαϊκές αρχές είχαν χάσει την δικαιοδοσία καταδίκης εις θάνατο. Η βλασφημία ήταν ο μοναδικός λόγος για τον οποίο μπορούσαν ίσως να το κάνουν, δηλαδή αυστηρά και μόνο για θρησκευτικούς λόγους.
Πιθανόν σε μία πρώτη φάση, ο Ιησούς να δικάστηκε στο δικαστήριο του Μεγάλου Σανχεντρίν[1] με την κατηγορία της βλασφημίας, έχοντας αμφισβητήσει την εξουσία του Ναού. Ωστόσο, αυτό που λένε τα Ευαγγέλια είναι ότι το δικαστήριο παρέπεμψε τον Ιησού στον ρωμαίο Πιλάτο για να Τον κρίνει, σημάδι του ότι δεν συνέτρεχαν θρησκευτικά κίνητρα για να Τον καταδικάσουν εις θάνατο, όπως εξηγεί ένας από τους βαθύτερους γνώστες του θέματος, ο Πολ Γουίντερ, στο έργο του On the Trial of Jesus.
Η σύγχυση αυτή μπορεί να πηγάζει από το γεγονός ότι μεταξύ των Ιουδαίων υπήρχε το συνήθειο να κρεμούν τα σώματα των νεκρών προς (περαιτέρω) λιθοβολισμό, εκθέτοντας τους έτσι στο λαϊκό όνειδος, κάτι όμως που απέχει από τη σταύρωση όπου οι κατάδικοι καρφώνονταν ζωντανοί στον σταυρό και αφήνονταν να ξεψυχήσουν από αιμορραγία, διαδικασία που μπορούσε να διαρκέσει μέρες ολόκληρες.
Οι ραβινικές πηγές αναφέρουν πως ο θάνατος επί του σταυρού γινόταν «σύμφωνα με την πρακτική των Ρωμαίων». Φτάνει να θυμηθούμε πως πηγές από την εποχή του Αντίοχου Δ’ αναφέρουν με αποστροφή τη ρωμαϊκή τακτική της «κρεμάλας ζωντανών ανθρώπων», η οποία όπως υπενθυμίζεται, «ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε στο Ισραήλ». 
Ο πάπας Ιωάννης ΚΓ’ ήταν αυτός που το 1959 επέβαλε την αφαίρεση από την προσευχή της Μεγάλης Παρασκευής των φράσεων «άπιστοι Ιουδαίοι» και «παραλογισμού εκείνου του λαού» που απαρνιόταν να αναγνωρίσει τη θεϊκή φύση του Ιησού.
Ο διάδοχος του Ιωάννη ΚΓ’, Παύλος ΣΤ’, προχώρησε ακόμη πιο πέρα κι αφαίρεσε και την προσευχή-δέηση όπως αλλαξοπιστήσουν οι «τυφλοί Ιουδαίοι».
Η αλλαγή έδωσε στην προσευχή έναν τόνο θετικό, κάνοντας επίκληση στους Ιουδαίους ως τον λαό που «ο Κύριος επέλεξε ως τους πρώτους μεταξύ των ανθρώπων για να ακούσουν τον Λόγο Του».
Ο γερμανός πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ’ ήταν αυτός που επέτρεψε στους καθολικούς συντηρητικούς, πηγαίνοντας κόντρα στη Β’ Βατικάνεια Σύνοδο, να επιστρέψουν στη χρήση των λατινικών στη Λειτουργία. Ήταν επίσης αυτός που επανέφερε στην προσευχή της Μεγάλης Παρασκευής την ιδέα της αλλαξοπιστίας των Εβραίων: «Ας προσευχηθούμε για τους Ιουδαίους. Να φωτίσει ο Θεός τις καρδιές τους και να αναγνωρίσουν τον Ιησού Χριστό». Ήταν ένα πισωγύρισμα και τώρα αναμένεται από τον Φραγκίσκο, τον πάπα που έχει εκφραστεί με τον μεγαλύτερο σεβασμό, φτάνοντας σε σημείο θαυμασμού, για την εβραϊκή θρησκεία, να αφαιρέσει εκ νέου από τις χριστιανικές προσευχές το όποιο κατάλοιπο σχετικά με την αναγκαιότητα των Ιουδαίων –της πρώτης μεγάλης μονοθεϊστικής θρησκείας της ιστορίας- να αλλαξοπιστήσουν σε άλλη θρησκεία που δεν είναι η δική τους.  
Στην πραγματικότητα, από τις πρώτες κιόλας διαμάχες των χριστιανών του 2ου αιώνα ξεκίνησε μια προσπάθεια να φορτωθεί στις πλάτες των Εβραίων το βάρος της καταδίκης εις θάνατον του μεγαλύτερου Αθώου στην ιστορία, για χάρη της εύνοιας των Ρωμαίων, οι οποίοι αφού στην αρχή κατεδίωξαν τους χριστιανούς, στη συνέχεια τους κέρδισαν, γεμίζοντας με προνόμια την Εκκλησία τους.
Εάν ήταν οι Ρωμαίοι εκείνοι που, σύμφωνα με τους σύγχρονους ιστορικούς, σταύρωσαν τον Χριστό, αυτό που δεν έχει αποσαφηνιστεί ακόμη είναι τα κίνητρα της τιμωρίας. Ωστόσο, εάν η σταύρωση ως ποινή θανάτου προοριζόταν για τους πολιτικούς ταραξίες, τότε δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο Πιλάτος και η ρωμαϊκή εξουσία ήταν πλέον πεπεισμένοι πως ο Προφήτης που προκαλούσε ανοιχτά τους ισχυρούς, που έφτασε να αποκαλέσει «αλεπού» τον Ηρώδη και που έσερνε πίσω του μια κοσμοσυρροή περιφρονημένων από την εξουσία, έπρεπε να σταυρωθεί ως πολιτικός επαναστάτης.
Θα το επιβεβαίωνε η επιγραφή που τοποθέτησαν στον Σταυρό: «Ιησούς Ναζωραίος Βασιλιάς Ιουδαίων», έτσι για να κοροϊδέψουν Αυτόν που αυτοανακηρύχθηκε, σύμφωνα με τους Ρωμαίους πάντα, ως ο νέος ηγέτης αυτού του λαού.
Έτσι όπως δεν γνωρίζουμε από τα επίσημα Ευαγγέλια ούτε το πού ούτε το πότε γεννήθηκε ο Ιησούς, άλλο τόσο δεν γνωρίζουμε με απόλυτη βεβαιότητα το ποιοι, πότε και γιατί σταύρωσαν Εκείνον τον περιπλανώμενο Προφήτη.
Ο Ιησούς ήταν ένας Ιουδαίος που «θεράπευε τους πάντες», που δήλωνε πάντα πιστός ακόλουθος της θρησκείας των γονιών του και, όντας ο ίδιος μπροστά από την εποχή Του, ήθελε η μεγάλη ιουδαϊκή θρησκεία να μην μένει καθηλωμένη σε έναν μόνο λαό, αλλά να ανοίξει τις πόρτες της σε εθνικούς και ειδωλολάτρες, σε όσους δεν είχαν κάνει περιτομή, για να έρθει έτσι η μέρα –όπως είπε στη Σαμαρείτισσα- στην οποία άνδρες και γυναίκες δεν θα χρειάζονται τους ναούς, ούτε των Ιουδαίων ούτε των Σαμαρειτών, για να εξασκούν τη λατρεία τους, παρά μόνο «τη δύναμη του πνεύματος που αποκαλύπτει πραγματικά την αλήθεια».
Εκεί εγκαινίασε ο Ιησούς τη σύγχρονη οικουμενικότητα που έβλεπε στην αφοσίωση της ίδιας της συνείδησης του ατόμου ως τον μοναδικό ναό όπου θα μπορούν να συγκεντρώνονται, δίχως διακρίσεις ή θρησκευτικούς πολέμους, όλα τα ανθρώπινα όντα.
Πιθανότατα σε καμιά άλλη στιγμή της ζωής του Ιησού, οι τέσσερις Ευαγγελιστές δεν επιμένουν τόσο όσο στη διήγηση των γεγονότων των παθών και του θανάτου Του. Κι από την άλλη, σε καμιά άλλη στιγμή της βιογραφίας Του δεν υπάρχουν τόσες διαφορές και διαφωνίες μεταξύ των τεσσάρων επίσημων Ευαγγελίων της Εκκλησίας.
Παρόλο που είναι σαφές πως οι Ευαγγελιστές δεν προσπάθησαν να γράψουν ιστορία με τη σύγχρονη έννοια του όρου, αλλά μάλλον να «επικοινωνήσουν ένα θρησκευτικό μήνυμα», όπως επεξηγεί ο Γουίντερ κι επιβεβαιώνει ένας άλλος ειδικός, ο Μάρτιν Ντιμπέλιους, γίνεται σαφές επίσης πως μέσα σε αυτές τις αφηγήσεις (και παρά τις όποιες ασυμφωνίες μεταξύ τους) κρύβεται μια ιστορική αλήθεια που απαιτεί ιδιαίτερη ερμηνευτική προσπάθεια για να αποκαλυφθεί.
Σε ορισμένα στιγμιότυπα της Σταύρωσης προκύπτουν έως κι επτά διαφορετικές εκδοχές, μεταξύ των τεσσάρων Ευαγγελιστών.
Το δίχως άλλο, από το υπόβαθρο εκείνων των γεγονότων που ακόμη παραμένουν στο σκοτάδι προέκυψε ένα μεγάλο κίνημα –όχι μόνο θρησκευτικό, μα και πολιτικό, ανθρωπιστικό, έως και νομικό- της ανθρώπινης ιστορίας. Και σε αυτήν την ιστορία συνεχίζει να ηχεί υπόκωφα, σαν προειδοποίηση ή προβληματισμός, η ερώτηση του Πιλάτου στον Ιησού κατά τη διάρκεια της ανάκρισης: «Ποια είναι η αλήθεια;»
Καλή Μεγάλη Εβδομάδα σε όλους, ανεξαρτήτου πίστεως και δίχως άλλες καταδίκες Ιεράς Εξέτασης.
Καλή Μεγάλη Εβδομάδα για αυτούς που υποφέρουν και μάχονται ενάντια στην απαξίωση και κακομεταχείριση των πιο αδύναμων της ιστορίας.
Καλή Μεγάλη Εβδομάδα για όλους τους εσταυρωμένους, φυσικά ή ηθικά, από μίσος προς τη θρησκεία, τη φυλή, το χρώμα του δέρματός τους.
Καλή Μεγάλη Εβδομάδα με την ευχή να σταματήσει στον κόσμο η θανατική ποινή για να μην (ξανά)έχουμε κανέναν άλλον αθώο για θύμα της, όπως ο Εσταυρωμένος Γαλιλαίος, σύμβολο όλων των άδικων καταδικών ανά τον κόσμο. 

Μετάφραση στα ελληνικά: Γιώργος Χατζητριανταφύλλου


[1] Το ανώτατο εβραϊκό νομοθετικό και θρησκευτικό συμβούλιο που λειτουργούσε και ως δικαστήριο το οποίο είχε έδρα την Ιερουσαλήμ, και αποτελούσε τη μεγαλύτερη θρησκευτική αυθεντία του ιουδαϊσμού σε όλη την περιφέρεια της Γης του Ισραήλ, ιδιαίτερα κατά τους ελληνιστικούς χρόνους.